Δευτέρα, 14 Μαΐου 2012

Κοινωνική Ληστεία



Η ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΛΗΣΤΕΙΑ

1. Ο επαναστάτης και ο μύθος του. 2. Η κοινωνική ληστεία και η
λαϊκή λογοτεχνία. 3. Η εξέταση του περίγυρου.

ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟ

 Με το να τους καταδιώκει ο νόμος, με το να τους βλέπουν με φόβο οι πλούσιοι, με το να τους ανεβάζουν ψηλά οι φτωχοί, οι ληστές έχουν ανέκαθεν αποτελέσει αντικείμενο μελέτης για τους κοινωνιολόγους και υλικό για τις λαϊκές μπαλάντες.
 'Ομως στην πράξη, αν εξαιρέσουμε τις ιερεμιάδες των εξαγορασμένων από την εξουσία μελετητών, τις νομικές κενολογίες των ανοήτων που αναμασάνε τον κώδικα καθώς και τους ύμνους των πλανόδιων τραγουδιστών που επαναλαμβάνουν λαϊκές ερμηνείες, δεν υπάρχουν μελέτες που να έχουν εμβαθύνει στο θέμα.
 Ακόμα και στην Ιταλία που, όσον αφορά τον Νότο, θεωρείται η ­χώρα των ληστών­, σπανίζουν οι μελέτες που είναι σοβαρές και ικανές να αποτιμήσουν το πρόβλημα στα πλαίσια του συνόλου των κοινωνιολογικών και ιστορικών του συνεπειών. Οι παλιές εργασίες πάνω στην ληστεία, που σκόπιμα αμελούμε να αναφέρουμε, μπορούν με
εντελώς ήσυχη συνείδηση να αφεθούν στην ακαδημαϊκή κριτική. Οι καινούργιες, άξια τέκνα των γονέων τους, είναι, όσο μπορούν, μικρότερης αξίας από τα παλαιότερα γραπτά έργα. Οι έρευνες (1) έχουν κάποια παραπάνω αξία, αλλά βλέπουν το θέμα μας μόνο από κάποια ποσοτική άποψη, χωρίς να ανεβαίνουν ποτέ στο επίπεδο του
πολιτικοκοινωνικού στοχασμού. Η αλήθεια, και καλύτερα να το πούμε αμέσως, είναι ότι το ζήτημα είναι φλέγον για δυο λόγους: πρώτον, γιατί δεν μπορεί κανείς να το περιορίσει μέσα σ' ένα αποστειρωμένο ιστορικό πλαίσιο αλλά τείνει έντονα να επανέρχεται συνεχώς στο προσκήνιο μιας πραγματικότητας, που έχει να κάνει με
αλήθειες που αποτελούν ­χρονικό­ και όχι ιστορία πλέον∙ και δεύτερον, γιατί απαιτεί και την άρθρωση πολιτικού λόγου και ξεκάθαρη τοποθέτηση. Καθώς φαίνεται, δύο πραγμάτων που δεν κατοικούν πίσω από τα μουχλιασμένα τείχη που περικλείουν τον ακαδημαϊκό κόσμο.
 Κάποιος που καταπιάνεται μ' αυτό το θέμα τρώει κατάμουτρα την συνειδητή αναγνώριση της αντιφατικότητας της ιστορικής πληροφόρησης που τείνει να κόβει τους δεσμούς της με την πληροφόρηση για την κοινωνία, που τείνει να αμφισβητεί μια σχέση ταυτόχρονης αλληλεπίδρασης και που εννοεί να ξεμπερδεύει μ' αυτήν
την τελευταία σαν να είναι ένα απλό μεθοδολογικό ζήτημα και όχι σαν απαραίτητη προϋπόθεση της διαλεύκανσης του προβλήματος. Η ληστεία είναι ένα φαινόμενο των εγκληματολογικών χρονικών που εντάσσεται σε κοινωνικά πλαίσια σύμφωνα με τα κυρίαρχα και τα τυχαία συμφέροντα της εξουσίας. Δουλειά του κοινωνιολόγου είναι
να κάνει να αναδυθεί η υπάρχουσα σχέση μεταξύ της πληροφόρησης για την κοινωνία και της άμεσης αντιπαραβολής της με την δημοσιογραφική πείρα, λαμβανομένης επίσης υπόψη και μιας επανερμηνείας του ιστορικού γεγονότος στο σύνολό του και στην μεγάλη έκταση των καθημερινών συμβάντων.
 Μόνο δύο βιβλία προσπαθούν να πλησιάσουν όσο είναι δυνατό προς αυτόν τον σκοπό, αν και παρουσιάζουν μεθοδολογικούς περιορισμούς που κάνουν τα συμπεράσματα τους να είναι ελαττωματικά: πρόκειται για δυο εργασίες του 'Ερικ Τζ. Χόμπσμπαουμ. Η πρώτη αφορά τους ­πρωτόγονους επαναστάτες ­(2) και αφιερώνει μόνο κάποιο κεφάλαιο
στο πρόβλημα των κοινωνικών ληστών, ενώ η δεύτερη που είναι πιο επικεντρωμένη πάνω στο πρόβλημα, μολονότι είναι μικρής έκτασης, είναι το έργο που πλησιάζει περισσότερο στον δικό μας τρόπο θεώρησης του ζητήματος. (3)
 Θα έπρεπε να είμαστε πιο ακριβείς, αλλά ο αναγνώστης θα αντιληφθεί από τις σελίδες αυτές, ότι η ερμηνεία του είδους που προτείνει ο Χομπσμπάουμ διαφέρει ριζικά από αυτήν που προτείνουμε εμείς. Εδώ μας αρκεί να προειδοποιήσουμε ότι η μαρξιστική προοπτική, που είναι υπερβολικά τονισμένη στον Χόμπσμπάουμ, τον
εμποδίζει να πλησιάσει με αρκετά ανοιχτό μυαλό την βασική θελησιαρχία, που σε τελευταία ανάλυση, συνιστά το μοναδικό επεξηγηματικό στοιχείο που ισχύει κατά την στιγμή του περάσματος από την ληστεία που είναι γενική, ή προσδιορίζεται κοινωνικά από ψυχολογικά ή προσωπικά κίνητρα, στην ληστεία που ορίζεται
πολιτικά και προσδιορίζεται κοινωνικά από αντικειμενικά κίνητρα, ομαδικά ή ταξικά.
 Θα απόμενε η εργασία του Μολφέζε (4), αλλά δεν ξεφεύγει, από όπου και να την καλοεξετάσεις, από την προηγούμενη κριτική με το να κολλάει υπερβολικά πάνω σε περιθωριακές όψεις του ζητήματος και με το να αποκλείει έτσι κάποια αποτελεσματική εμβάθυνση του προβλήματος.
 Τι πράγμα χαρακτηρίζει την κοινωνική ληστεία; Γιατί πρέπει να εξεταστεί με ειδικό τρόπο σε σχέση με το φαινόμενο της ληστείας γενικά; Πού ευδοκιμεί; Σε ποιές σχέσεις βρίσκεται με το κοινωνικο-οικονομικό περιβάλλον που την δημιουργεί; Πώς θα μπορούσε να εξελιχτεί στα πλαίσια μιας επαναστατικής προοπτικής;
 Αυτές και πολλές άλλες είναι οι ερωτήσεις στις οποίες πρέπει να απαντήσει ο ιστορικός, ο κοινωνιολόγος και ο πολιτικός. Χωρίς να περιοριστεί στον φιλντισένιο πύργο της στατιστικής και ούτε στην πνευματώδη υπεκφυγή του ανέκδοτου, αλλά να συλλάβει τις θεμελιώδεις σχέσεις που συνδέουν το φαινόμενο της ληστείας με πραγματικές κοινωνικές αιτίες.

­ Ο επαναστάτης και ο μύθος του ­

 Επαναστάτης είναι εκείνος που αντιτίθεται στην πραγματικότητα που τον περιβάλλει, και που αρνείται να την αποδεχτεί κατά έναν τρόπο σαν μια ολότητα υποχρεωτικά ορθολογική, είναι εκείνος που λέει όχι.
 Σ' αυτό το επίπεδο της έρευνάς μας, βρισκόμαστε μπροστά στην ατομική εξέγερση. Ο επαναστάτης είναι το απομονωμένο άτομο που ξεσηκώνεται ενάντια στην κοινωνία που τον καταπιέζει και τακτοποιεί την χειρονομία του με τον τρόπο που θεωρεί πιο
ενδεδειγμένο. Ας ξεκαθαρίσουμε αμέσως τον δρόμο από τα μεροληπτικά αναγνώσματα της ­δεξιάς­ όσον αφορά αυτά που θα πούμε. Ο αντιδραστικός αστικός ατομικισμός είναι αρκετά εξατομικεύσιμο ιστορικό φαινόμενο και δίκαια έχει συνδεθεί από τους υποστηρικτές του με μια γενετική και βιολογική θεώρηση, η οποία οδηγεί
συμπερασματικά στην ρατσιστική θεωρία. Ο προλεταριακός επαναστατικός ατομικισμός συνδέεται με μια ιστορικίστικη ερμηνεία του ανθρώπου, σαν ιστορικού φαινομένου, που αναδύεται από μια συγκεκριμένη κατάσταση αντίθεσης των τάξεων, με μία συγκεκριμένη συνείδηση. Η διαμάχη μεταξύ του επαναστατικού ατομικισμού και του
κομμουνισμού δεν θα είχε λόγο ύπαρξης αρκεί να υπήρχε η ηρεμία και η ευθύτητα να αναγνωριστεί ότι δεν αφορά ένα πρόβλημα ποιότητας μα μόνο ποσότητας. Θα εξηγηθούμε καλύτερα πιο πέρα.
 Ο επαναστατικός ατομικισμός, σύμφωνα με την γνήσια παράδοση του όρου, δηλαδή την αναρχική, είναι μια πρακτική επινόηση που έχει σαν βάση το δεδομένο ότι κάθε ιδιαίτερη ανθρώπινη μονάδα έχει την ικανότητα από μόνη της να κάνει πράξη, στην καθημερινή ζωή, την ελευθεριακή θεωρία. Με βάση αυτήν την αρχή πρέπει να δούμε αυτό που οι ατομικιστές αντιλαμβάνονται σαν ­ατομική πράξη.
 Σε σχέση μ' αυτό ο Αρμάν γράφει: "Παρόλες και σε πείσμα όλων των αφαιρέσεων όλων των θρησκευτικών ή λαϊκών ομαδοποιήσεων, όλων των αγελαίων ιδανικών, της συλλογικότητας, της κοινωνικότητας, των συναιτερισμών, των συσσωρεύσεων, των εθνικών, περιφερειακών, οικονομικών, πνευματικών, ηθικών και θρησκευτικών οντοτήτων, υπάρχει το άτομο σαν μονάδα, το άτομο-κύτταρο. Χωρίς αυτό, αυτά
δεν θα υπήρχαν καθόλου. Μάταια θα αντιτείνουν ότι χωρίς τα μέσα που του παρέχει η κοινωνία η η ομάδα το άτομο-κύτταρο δεν θα μπορούσε ούτε να υπάρχει ούτε να εξελίσσεται. 'Οχι μόνο αυτό είναι απόλυτα ανακριβές στην κυριολεξία, εφόσον το άτομο δεν έζησε πάντα μέσα στην κοινωνία, αλλά εξετάζοντας επίσης το πρόβλημα από τις πολυάριθμες πλευρές του δεν μπορεί κανείς με κανένα τρόπο να αφήσει κατά μέρος αυτήν την διαπίστωση: ότι χωρίς άτομα, δεν θα μορούσε να υπάρχει ούτε κοινωνικό περιβάλλον ούτε το περιβάλλον της ομάδας. Η ανθρώπινη ύπαρξη είναι η αρχή, το θεμέλιο της ανθρωπότητας. Το άτομο προϋπήρξε της ομάδας, πράγμα που είναι πάρα πολύ προφανές. Η κοινωνία είναι το προϊόν της συγκέντρωσης ατόμων". (5)
 Για αυτόν που θέλει να αντιμετωπίσει σοβαρά το πρόβλημα της κοινωνικής ληστείας, βασική προϋπόθεση είναι να διαλευκάνει σε βάθος την σχέση μεταξύ του ιδιαίτερου ατόμου και της κοινωνίας, και στη συνέχεια την σχέση μεταξύ του επαναστάτη και της κοινωνίας.
 Ο επαναστάτης δεν είναι ένας ασκητής, η απονέκρωση της σάρκας τον απωθεί. Είναι ένας παθιασμένος, ένας άνθρωπος που γλυτώνει από το να 'ναι δούλος στα πάθη του με τον να τα αποδεχθεί και να τα εκτιμήσει κατά τις θετικές πλευρές τους. Γι αυτό είναι ένας άνθρωπος αυτόνομος, στο βαθμό που επωμίζεται, ενώπιον του εαυτού
του, τις απαραίτητες ευθύνες. 'Εχοντας κάνει την επιλογή του είναι ελεύθερος.
 Συνεχίζει ο Αρμάν: "Ο ατομικιστής δεν είναι ούτε νέος ούτε γέρος! 'Εχει την ηλικία που αισθάνεται. Και όσο του μένει μια σταγόνα αίμα στις φλέβες, μάχεται για να κατακτήσει και να παγιώσει τον εαυτό του. Δεν επιβάλλεται, αλλά δεν θέλει ούτε οι άλλοι να του επιβάλλονται. Δεν αναγνωρίζει ούτε αφεντικά, ούτε θεούς. Ξέρει να αγαπάει και ξέρει να αναγνωρίζει τα σφάλματά του. Ξεχειλίζει από αγάπη για τους δικούς του, εκείνους του 'δικού' του κόσμου, αλλά απεχθάνεται τους 'ψευτοαδελφούς'. Είναι περήφανος και έχει συνείδηση της προσωπικής του αξιοπρέπειας. Διαπεδαγωγείται, λαξεύεται εσωτερικά και αντιδράει εξωτερικά.Συγκεντρώνεται και δίνεται εξ ολοκλήρου. Δεν τρέφει προκαταλήψεις και χλευάζει 'αυτό που θα ειπωθεί'". (6)
 Χρειάζεται, προφανώς, να κάνει κανείς διάκριση μεταξύ των κοινωνικών ληστών και των προσώπων που διαπράττουν στην πράξη ­παράνομες­ πράξεις αλλά δεν έχουν αποκτήσει την συνείδησει γιατί το κάνουν, απλά ξεπερνιούνται από τα γεγονότα.
 Να γι αυτό καταρρίπτεται ένας από τους πρώτους λόγους της αντίθεσης μεταξύ της επαναστατικού δόγματος του ατομικισμού και του επαναστατικού δόγματος του κομμουνισμού. Είναι περίεργο πώς ένας αντιδραστικός, ο Τσόκολι, δικαστής και συγγραφέας ενδιαφερόντων ερευνών πάνω στον Στίρνερ και στον Νίτσε, το έχει
καταλάβει αυτό το σημείο. Πράγματι, λοιπόν, γράφει σ' ένα σπανιότατο βιβλιαράκι: "Η διάκριση που γίνεται συνήθως μεταξύ του αναρχικού ατομικισμού και του αναρχικού κομμουνισμού ­είναι­, κατά μεγάλο μέρος, απατηλή. Το σημείο εκκίνησης είναι πάντα το ίδιο: το να ξυπνήσει μέσα στο άτομο μια τέτοια συνείδηση της
παρανομίας, ώστε να του επιτρέψει να αντιληφθεί κάθε ατομική ενέργεια, απεξαρτημένη από την κύρωση που την περιμένει στα πλαίσια της οργάνωσης της συγκροτημένης κοινωνίας. Ελάχιστη σημασία έχει το αν μετά το άτομο θεωρεί σαν αποτέλεσμα της δραστηριότητάς του το ότι έχει συμβάλει στην επίτευξη της πιο
αχαλίνωτης προσωπικής αυτονομίας, ή στην τοποθέτηση των θεμελίων μιας μελλοντικής κομμουνιστικής διοργάνωσης. 'Ετσι, όλοι οι αναρχικοί είναι πρώτοι στο να γνωρίζουν, μολονότι διαρκώς τους συμφέρει να το ξεχνάνε, και δεν αφήνουν τους μυημένους ούτε να το υποθέσουν, ότι αμέσως μόλις η δράση τους δημιουργήσει κάποια παράβαση της νομιμότητας, γρήγορα η διαταραχθείσα τάξη ανακτεί τον αυτοέλεγχό της, με βάση τον ίδιο αναπόφευκτο νόμο, με τον οποίο ανακτούν την ηρεμία τους τα νερά που χωρίζει η πλώρη ενός πλοίου. Η στατικότητα της κοινωνίας, με όλους τους πολύπλοκους νόμους της, έχει εφοδιαστεί με ενέργειες που να κατανικούν ακόμα και μια αρκετά βίαιη διατάραξή της, αρκεί να είναι πρόσκαιρη. Η συνέχιση της φυσιολογικής ιστορικής εξέλιξης δεν θα μπορούσε να
διακοπεί αισθητά παρά από μία ανάλογη συνεχή δράση που να αντιτίθεται σ' αυτήν. Η αναρχία δεν είχε ποτέ, ούτε θα μπορέσει να έχει ποτέ μια τέτοια συνέχεια. Γι αυτό ο υποτιθέμενος έσχατος σκοπός, προς τον οποίο τείνει η αναρχία, πρέπει, αναγκαστικά, να είναι τόσο μακρινός, ώστε η διάσταση μεταξύ των ατομικιστών και
των κομμουνιστών αναρχικών δεν γίνεται καθόλου αισθητή, ούτε την στιγμή των θεωρητικών τους προτάσεων, ούτε του πρακτικού σχολιασμού των τέτοιων προτάσεων, που πραγματοποιείται δια μέσου της εγκληματικότητάς τους στην διάρκεια της ιστορίας". (7)
 Η περικοπή αυτή του εξαιρετικά προκατειλημμένου δικαστή είναι πάρα πολύ ενδιαφέρουσα, όπως πολλά άλλα πράγματα στον Τσόκολι, που παραμένει ένας σοβαρότατος μελετητής, αν και, όπως ειπώθηκε, υπερβολικά αντιδραστικός. Είναι ενδιαφέρουσα γιατί επιτρέπει να τοποθετήσουμε τον επαναστάτη ατομικιστή στο κέντρο μιας στρατηγικής που είναι απαραίτητη για την κοινωνική επανάσταση.
Ακόμη, είναι σημαντική γιατί εξηγεί πως το αναρχικό δόγμα – στις διάφορες εκδοχές του - τείνει να αφυπνίζει στο άτομο μια συνείδηση εξωνομιμότητας. Η έννοια της χειροτέρευσης που δίνεται από τον Τσόκολι σ' αυτό το σημείο δεν πρέπει να μας ενοχλεί. Εάν η νομιμότητα είναι αυτή της εκμετάλλευσης και της γενοκτονίας, εάν η νομιμότητα είναι αυτή της δικτατορίας στο όνομα ενός
αρχηγού ή στο όνομα μιας ιδέας, όσο και ωραία κι αν είναι αυτή, τότε η αφύπνιση της συνείδησης της εξωνομιμότητας σημαίνει αφύπνιση της υποχρέωσης του ανθρώπου να καταστρέψει την νομιμότητα του θανάτου για να δημιουργήσει αυτήν της ζωής, δηλ. μια νέα νομιμότητα χωρίς νόμους, μια νέα διάσταση χωρίς σημαίες και χωρίς σύνορα, χωρίς αφεντικά και χωρίς εκμεταλλευόμενους. Να με ποιά έννοια λέμε ότι ο Τσόκολι, μολονότι αντιδραστικός, μπορεί να αποτελέσει ένα ενδιαφέρον ανάγνωσμα. Τρίτο σημείο που παίρνουμε από τα σχόλια του Τσόκολι: δεν υπάρχει διαφορά αν το
άτομο ενεργεί, στα πλαίσια της νέας έκνομης συνείδησής του,μεριμνώντας για την εδραίωση μιας καινούργιας κοινωνικής οργάνωσης ή μεριμνώντας για την ανάπτυξη της δικής του προσωπικότητας σαν ­ατόμου­
 Πράγματι η έννοια του ­ατόμου­ δεν μπορεί να διαχωριστεί από την έννοια του ­οργανισμού­. Το άτομο, ακόμα και στην μοναχικότητά του, παραμένει πάντα ένας οργανισμός: αν μη τι άλλο ένας βιολογικός οργανισμός και ένας οργανισμός γνώσεων πολιτιστικού χαρακτήρα, που αποτελούν καρπό μιας συμπυκνωμένης ιστορικής πείρας. Βάζοντας στην μπάντα την βιολογική πλευρά, η παρουσία του δεύτερου οργανισμού, ακόμα και σε εμβρυακή μορφή, το διαφοροποιεί από το κτήνος. 'Οταν κατόπιν το άτομο έχει κατακτήσει την συνείδηση να εξεγερθεί ενάντια σε μια κατάσταση πραγμάτων που το καταπιέζει και το αδικεί και μεροληπτεί εναντίον του, όταν αυτό αγωνίζεται (αφού αντιλαμβάνεται ότι γίνεται αντικείμενο εκμετάλλευσης και
ότι συμβάλλει στην εκμετάλλευση των άλλων), τότε γίνεται ένας ­ιδιαίτερος οργανισμός­, που μπορεί να συνδυαστεί με άλλους ατομικούς οργανισμούς δίνοντας έτσι ζωή σε οργανισμούς πιο περίπλοκους, αλλά πάντα μακριά από την εξουσία.
 Σε αντίθεση προς την ατομικιστική ερμηνεία έρχονται οι θεωρητικοί που προαναγγέλουν την πιο αυστηρή οργανωτική αιτιοκρατία - πάντα πάνω σε ελευθερική βάση -, δηλ. οι θεωρητικοί που κοπιάζουν να δώσουν με πρακτική μορφή τις προϋποθέσεις που κάνουν δυνατή μια μαχητική οργάνωση, που δεν βάζει σαν σκοπό την διαιώνιση του εαυτού της ή την συγκεκριμενοποίησή της σε εξουσία∙
αλλά, απεναντίας, την καταστροφή της εξουσίας κάθε μορφής. Ο Μαλατέστα γράφει το εξής: "Η οργάνωση, που έπειτα δεν είναι τίποτα άλλο από πρακτική της συνεργασίας και της αλληλεγγύης, είναι φυσική κατάσταση, απαραίτητη για την κοινωνική ζωή: είναι ένα αναπόφευκτο γεγονός που επιβάλλεται σε όλους, τόσο στην ανθρώπινη κοινωνία στο σύνολό της, όσο και σ' οποιαδήποτε ομάδα ανθρώπων που επιδιώκουν την επίτευξη κάποιου σκοπού. Μη θέλοντας και μη μπορώντας ο άνθρωπος να ζήσει απομονωμένος, μάλλον μη μπορώντας ο ίδιος να εξελιχτεί σε πραγματικό άνθρωπο και να ικανοποιήσει τις υλικές και τις πνευματικές του ανάγκες παρά μόνο στα πλαίσια της κοινωνίας και με την συνεργασία των ομοίων του, είναι μοιραίο αυτοί, που δεν έχουν τα μέσα ή την συνείδηση αρκετά ανεπτυγμένη, για να οργανωθούν ελεύθερα με αυτούς με τους οποίους έχουν κοινά ενδιαφέροντα και κοινές πεποιθήσεις, να υπομένουν την οργάνωση που είναι φτιαγμένη από άλλα άτομα, τα οποία συγκροτούν τάξη ή ομάδα διευθυντική, με σκοπό να εκμεταλλεύονται προς όφελός τους την εργασία των άλλων. Και η για χιλιετίες καταπίεση των μαζών, από μεριάς ενός μικρού αριθμού προνομιούχων, υπήρξε πάντα η συνέπεια της ανικανότητας του μεγαλύτερου μέρους των ατόμων να συμφωνήσουν, να οργανωθούν με τους άλλους εργαζόμενους για την παραγωγή, για την κατανάλωση και τελικά για την άμυνα απέναντι σ' οποιονδήποτε που θα ήθελε να τους εκμεταλλεύεται και να τους καταπιέζει". (8)
 Για τον Μαλατέστα η επιμονή στην οργάνωση δεν αποτελεί αυτοσκοπό, αλλά θεωρείται σαν το μοναδικό μέσο για να δημιουργηθεί με καθαρό τρόπο ένα κίνημα βάσης ικανό να κλονίσει την εξουσία.
 'Εχουμε λοιπόν μια ατομικιστική αντίληψη που προτείνει - μέσα σε κάποια όρια - την απουσία οργάνωσης καθώς και μια οργανωτική αντίληψη που, αντίθετα, επιζητάει αυτήν την οργάνωση και προσδιορίζει τα χαρακτηριστικά της. Για να ανακεφαλαιώσουμε, ανάμεσα στις δύο αντιλήψεις δεν υπάρχει, απ' αυτήν την άποψη,
μεγάλη διαφορά στο βαθμό που, όπως έχουμε πει, ακόμη και το άτομο είναι μια οργάνωση. Είναι λοιπόν φυσικό επόμενο να μιλάνε οι ατομικιστές για ­εταιρεία­ εμπνεόμενοι από τον Στίρνερ και από την δική του ­κοινωνία των εγωιστών­. Ξεκινώντας από αυτήν την προοπτική, πολλά πράγματα που αφορούν το πρόσωπο του επαναστάτη, ξεκαθαρίζουν. Θα κοιτάξουμε να δώσουμε το περίγραμμα κάποιων
συγκεκριμένων ιστορικών προβλημάτων και να δούμε πώς θα ήταν δυνατόν να τα λύσουμε.
 Ας πάρουμε τον φόνο του Ουμπέρτου του πρώτου. Το πρόβλημα που έχει τόσο συζητηθεί, αν ο Μπρέσι ήταν μόνος ή είχε πάρει εντολή εκ μέρους των συντρόφων του Πάτερσον, δεν υπάρχει λόγος να υφίσταται. 'Ενα άστοχο βιβλιαράκι του οποίου δεν αξίζει να αναφέρουμε ούτε την προέλευση, οφειλόμενο στον εμπορικό συγγραφέα
Πετάκο (τον ίδιο που έκανε για τον Θεό μας, την τηλεόραση, μια έρευνα πάνω στον Πετρότζινο και την Σικελική μαφία), και το οποίο εκδόθηκε από τον Μοντατόρι, υποστηρίζει με μια αδικαιολόγητη σιγουριά ότι ο Μπρέσι είχε σταλεί από τους Ιταλούς αναρχικούς που μένανε στην Αμερική, για να εκδικηθεί την σφαγή του Μπάβα
Μπέκαρις. 'Ολ' αυτά είναι άχρηστες φλυαρίες. Παραδεχόμαστε ότι ο ατομικιστής Μπρέσι, αφού μέτρησε τις οικονομίες του, αγόρασε ένα εισιτήριο (χωρίς επιστροφή αν δεν κάνουμε λάθος) για την Ιταλία και, μαζί με το εισιτήριο, ένα ωραίο μπιστόλι. Εργάτης διακρινόμενος για την ακεραιότητά του και πολυαγαπημένος γιός, ο Μπρέσι μας πραγματοποιεί το ταξίδι του ήσυχα-ήσυχα και, αρπάζοντας την ευκαιρία των γυμναστικών αγώνων, σκοτώνει με πιστολιές το αιματοβαμμένο τέρας, που το στόλιζε ο τίτλος του ­αγαθού μονάρχη­ ενώ αμέσως έδωσε προαγωγή και έκανε στρατηγό τον Μπάβα Μπέκαρις αμοίβοντάς τον για την σφαγή του Μιλάνου. Στην
πραγματικότητα η πολιτική ανάλυση που οδήγησε τον Μπρέσι στην απόπειρα και στον φόνο του βασιλιά ήταν επιτυχής. Θα μπορούσε μια χαρά να μορφοποιηθεί και να γίνει πράξη από μια οργάνωση πιο περίπλοκη, όπως το αναρχικό κίνημα, αντί να γίνει πράξη, εκτός του ότι αποφασίστηκε κιόλας, από ένα μόνο άτομο. Η χρονική στιγμή είχε επιλεγεί σωστά και από ψυχολογική και από πολιτική σκοπιά:
οι λαϊκές μάζες αντιδράσανε θετικά, κατά τρόπο διαφορετικό από την αστική τάξη, και στην δίκη χρειάστηκε να καταφύγουν σε μέσα έκτακτης ανάγκης για να εμποδίσουν εξεγέρσεις και ξεσηκωμούς.
Στην φυλακή, μετά έναν μόλις χρόνο τον Μπρέσι τον σκοτώσανε αποσκοπώντας στο να μην τροφοδοτήσουν τον λαό με κανενός είδους πειρασμούς. 'Οσον αφορά, λοιπόν, τον φόνο του ­αγαθού μονάρχη­, δεν υπάρχει καμιά διαφορά μεταξύ της δράσης ενός οργανωμένου κινήματος και της δράσης ενός μόνο ατόμου που εκδηλώνεται σαν
αναρχικός ή τουλάχιστον ατομικιστής.
 Μπορεί βέβαια να τύχει η πράξη του ατόμου να επιφέρει τα αντίθετα αποτελέσματα από τα αναμενόμενα - όσον αφορά τους σκοπούς της προπαγάνδας και της διάδοσης της ιδέας στις μάζες - λόγω του ότι η πολιτική ανάλυση που οδήγησε στην πραγματοποίηση μιας τέτοιας ενέργειας ήταν ανεπαρκής ή γιατί επιλέχτηκε άσχημα η
στιγμή. Αλλά ποιός μας εγγυάται ότι ένα τέτοιο λάθος δεν μπορεί να γίνει ακόμη και από ένα κίνημα ή από έναν εκπρόσωπο ενός κινήματος; Μήπως η αποδοχή του πολέμου, από τον Κροπότκιν, τον Γκράβ και άλλους πασίγνωστους αναρχικούς, στην περίπτωση της έκρηξης της πρώτης παγκόσμιας σύγκρουσης, δεν ήταν ένα σοβαρό
λάθος, τόσο στη θεωρία, όσο και στην τακτική; (9)
 Ας δούμε ένα άλλο παράδειγμα αρκετά ενδεικτικό. Η δράση του Σεβερίνο Ντι Τζιοβάννι στην Αργεντινή της δεκαετίας του '20 σημαδεύτηκε από πράξεις που κοινώς χαρακτηρίζονται σαν ληστρικές και τρομοκρατικές: ληστείες, εκρήξεις κλπ. Ενάντια στην ανταρσία του Ντι Τζιοβάννι παρατάχθηκαν οι οργανωμένοι σύντροφοι μαζεμένοι γύρω από την εφημερίδα ­Η Διαμαρτυρία­. Ο ίδιος ο Ντι Τζιοβάννι
έγραφε τα εξής: "Σε συνεχή σύγκρουση ενάντια στο Κράτος και στα στηρίγματά του, ο αναρχικός που αισθάνεται πάνω στον ίδιο του τον εαυτό όλο το βάρος του λειτουργήματός του και των στόχων που απορρέουν από το ιδανικό που υποστηρίζει δημόσια και την αντίληψή του για τη δράση, δεν μπορεί πολλές φορές να προβλέψει πως αυτή η χιονοστιβάδα, που μετά από λίγο θα πάει να την κάνει να κατρακυλήσει στην κατηφοριά, αναγκαστικά θα προσκρούσει στον αγκώνα του διπλανού που αφηρημένος μελετάει τ' άστρα ή θα πατήσει πάνω στον κάλο ενός άλλου, που πεισματικά αρνείται να μετακινηθεί καθώς συμβαίνουν αυτά που συμβαίνουν γύρω του. Είναι αναπόφευκτο για τον αγώνα και αυτός δεν το κάνει επίτηδες, αλλά για ένα σωρό λόγους τραβάει το στενό του δρόμο κάνοντας να πάρει ο δρόμος του
βίαιη μορφή. Δεν έχουν την δύναμη να διορθώσουν το αναπόφευκτο οι συνηθισμένες αντεγκλήσεις, τα 'διαφοροποιούμαι', τα δακρύβρεχτα λόγια, οι εξυπνάδες των απαταιώνων δικηγόρων, οι συνηθισμένες κατάρες και αποποιήσεις. Αν στο δρόμο μας πρέπει να τρέχουμε, δεν μπορούμε να το κάνουμε αυτό συγκρατημένοι και συγχισμένοι από έναν άγονο συναισθηματισμό που παρεμποδίζει αυτό, που οδηγεί την
ενεργητική εξέγερση στην ολοκλήρωσή της". (10) Και η δράση του Ντι Τζιοβάννι, όσο και να ήταν τρομακτική και αιματοβαμμένη, δεν οδήγησε ποτέ σε χτύπημα στα τυφλά ενός οποιουδήποτε ατόμου, με σκοπό την πρόκληση έντασης που θα ήταν ευνοϊκή μόνο στην εξουσία, για την τρομοκρατική της πολιτική σταθεροποίησης. Η δράση του Ντι Τζιοβάννι καθοδηγήθηκε από μια σαφή συλλογιστική: να επιτίθεται
στα νευραλγικά κέντρα της εξουσίας για να εξωθήσει τις μάζες ν' αναλάβουν πρωτοβουλία και να προσανατολιστούν προς μια αντικειμενικά επαναστατική κατεύθυνση. Σ' αυτές του τις πράξεις ο Ντι Τζιοβάννι ελάμβανε πάντα υπ' όψη του την γενικότερη κατάσταση των μαζών, ενώ συχνά κατηγορήθηκε ότι δεν έλαβε τις μάζες  υπ' όψη του και ότι συνέβαλε στην δικαιολόγηση της επίθεσης της
εξουσίας ενάντια στο κίνημα. Στην πραγματικότητα δεν μπορεί να σκεφτεί κανείς μ' αυτό τον τρόπο: η καταστολή εκμηδενίζει ένα επαναστατικό κίνημα μόνο όταν αυτό το τελευταίο είναι ήδη νεκρό εφόσον έχει πάψει να διαθέτει το βασικό του συστατικό, εκείνο της άμεσης επίθεσής του ενάντια στην εξουσία∙ αντίθετα, όταν αυτό υπάρχει, η καταστολή δεν μπορεί να σκοτώσει το κίνημα, μπορεί μόνο να το αναζωογονήσει και να το παρακινήσει σε πράξεις όλο και πιο αγέρωχες και μαζικές.
 Η απόδειξη της ορθότητας της ανάλυσής μας φαίνεται από το γεγονός ότι μετά τον θάνατο του Ντι Τζιοβάννι και το τέλος της περιόδου των απαλλοτριώσεων, όταν το Αργεντίνικο αναρχικό κίνημα μπορούσε να ανακαλύψει εκείνη την εξέλιξη που έβλεπε ότι την απειλούσε η παρουσία και η δράση του Ντι Τζιοβάννι, σταμάτησε εντελώς την δράση του. Πράγματι δεν επρόκειτο παρά για ένα σώμα νεκρό, χωρίς ζωή, ένα λείψανο που αυταπατόταν ότι ζούσε μόνο και μόνο γιατί σαν κάποιο φυτό έβγαζε κανένα παρακλάδι ή γεννούσε κάποια μικρή ομάδα με κοινές απόψεις, ένα λείψανο που ζούσε από τις πολεμικές και από τις παπαδίστικες συζητήσεις, οι οποίες όταν
τελειώσανε, πέθανε από αυτοκατανάλωση.
 H ατομική διάσταση του επαναστάτη δεν διακρίνεται τόσο από κάποια αντίθεση προς μια άλλη δυνατότητα επιλογής: αυτήν της τάξης, όσο από την συνείδηση της εξέγερσης, της εξεγερσιακής στάσης, η οποία σε μια πρώτη φάση, μπορεί ακόμα και να εμφανίζεται σαν να έχει σαν σκοπό τον ίδιο του τον εαυτό. Απομένει να δούμε όχι την υποκειμενική διαφορά, δηλαδή το επίπεδο της ταξικής συνείδησης, όσο την αντικειμενική διαφορά, δηλαδή την θεώρηση που έχει γίνει πράξη. Ο επαναστάτης μπορεί, ακόμη κι αν είναι μόνος του, να κάνει πράξη μια επαναστατική θεώρηση πιο
κοντινή σ' αυτόν και γι' αυτό πιο συγκεκριμένη, απ' όσο θα μπορούσε να καταφέρει μια περίπλοκη οργάνωση. Στα πλαίσια αυτής της διάστασης καταρρίπτεται η διαφορά μεταξύ του ατομικισμού και της οργάνωσης, στο βαθμό που βρίσκεται κανείς μπροστά σε δύο τύπους οργάνωσης με διαφορετικές διαβαθμίσεις, αλλά εξίσου
προσανατολισμένες προς την επίθεση ενάντια στην εξουσία.
 Για την τεκμηρίωση της εργασίας μας είναι σημαντικό ένα ουσιώδες δεδομένο που έχει προκύψει: ο επαναστάτης είναι ένα άτομο ισχυρό, σίγουρο για τον εαυτό του, ίσως εξαιρετικά παθιασμένο και με ισχυρή θέληση. Αρκετές έρευνες έχουν στραφεί προς την ψυχολογική πλευρά του επαναστάτη, αλλά καμιά δεν έχει μεγάλη αξία για την δική μας προοπτική. (11) Ακόμη λιγότερο σημαντικά είναι τα γραπτά των εγκληματολόγων του παρελθόντος, που τα λυμαίνεται ένας θετικισμός του είδους που σε κάνει λίγο να χαμογελάς, όταν δεν σου κάνει το αίμα να παγώνει στις φλέβες. (12)
 Για να τελειώνουμε με την φιγούρα του ­επαναστάτη­ σαν στοιχείου μιας κοινωνικής στρατηγικής πιο πλατιάς και όχι σαν μια ­εξαίρεση ­  για να απομονωθεί και να απορριφθεί, πρέπει να πούμε ότι σήμερα το πρόβλημα ξαναμπαίνει σε μακροσκοπικό επίπεδο. Γράφει ο Τζ. Π. Κούρτυ: "Χωρίς να ξαναπιάσουμε εδώ την πολεμική Μαρξ-Στίρνερ, πρέπει να παρατηρήσουμε ότι είναι ο ίδιος ο Μαρξ που έχει γράψει
πιο σωστά για το κοινωνικό άτομο (το άτομο για τον εαυτό του είναι μια αφαίρεση) σε συνάρτηση με την κριτική του για τον ­Μοναδικό­ του Στίρνερ. Ο τελευταίος δεν καταλάβαινε τίποτε από το κομμουνιστικό σχέδιο και ο Μαρξ δεν έκανε άσχημα να τον γελοιοποιήσει, ως ένα βαθμό. 'Ομως απορροφημένος από την κριτική - πιο επιτακτική και ουσιώδης - της πολιτικής οικονομίας, ο Μαρξ δεν κατάλαβε ότι το Στιρνερικό σχέδιο (που στηρίζεται ειδικά στην κριτική της ταύτισης του ατόμου με οτιδήποτε του είναι εξωτερικό) δεν μπορούσε να μην πετύχει και να μην ενιχύσει το κομμουνιστικό σχέδιο. H πολεμική τους - ο Μαρξ επέμενε πάνω απ' όλα στο άτομο σαν αντικείμενο της ιστορίας και ο Στίρνερ σαν υποκείμενο της ιστορίας, εμπόδισε την συνάντησή τους την εποχή που έζησαν.
Σήμερα, ενώ το κομμουνιστικό σχέδιο έχει αποσαφηνιστεί, αυτή η εκρηκτική συνάντηση είναι ορατή παντού. Οι επαναστάτες λαμβάνουν υπ' όψη τους τις παλιές ανάγκες, που στο παρελθόν έμπαιναν στην μπάντα. Το κομμουνιστικό κίνημα που προμηνύεται παίρνει την μορφή μιας γιγαντιαίας ­συνωμοσίας του εγώ­". (13) Επιπλέον εδώ ο δεσμός άτομο-κοινωνία σχετίζεται μ' ένα θετικό ιστορικό όραμα, σαν κοινό στοιχείο για το άτομο και την κοινωνία. 'Οπως είπαμε στην αρχή,
κάθε βιολογικό ή ζωτικοκρατικό όραμα πρέπει να μπει στην μπάντα.
  Ας έλθουμε τώρα στην άλλη πλευρά του επαναστάτη, που δεν είναι και λιγότερο σημαντική: την υπερδομή που αποκρυσταλλώνεται με βάση τα έργα του: τον μύθο του. Καμιά από τις σύγχρονες έρευνες δεν μπορεί να μας πληροφορήσει για την ηθική διαστρωμάτωση που επηρεάζει εσωτερικά τις επαναστατικές ομάδες και εγκλιματίζει
ακόμα και τους επαναστάτες σαν άτομα. Αν η χιλιαστικού τύπου επιθυμία ικανοποιείται με το να παρασυρθούν οι μάζες, η προσωποποίηση αυτού του χιλιασμού σε κάποια άτομα, που εξαιτίας των προσωπικών τους χαρισμάτων προσφέρονται γι' αυτήν την διαδικασία, καταλήγει στην δημιουργία του μύθου. Ο επαναστάτης,
στην συνέχεια, απολαμβάνει τον μύθο του. Οι λαϊκές μπαλάντες και οι πλανόδιοι τραγουδιστές τον εξυμνούν. Η προσωπικότητα του Ρινάλντο αγαπήθηκε περισσότερο από τον λαό μέσα από όλον τον κύκλο των γενναίων υπερασπιστών της αυλής του βασιλιά Καρόλου. Η μορφή του σαν ευγενικού πολεμιστή και σαν θαρραλέου ληστή εξάπτει την λαϊκή φαντασία.
 Να ένα Ελληνικό τραγούδι που προβάλλει τον μύθο του ληστή των
βουνών (­κλέφτης­ από το αρχαίο Ελληνικό ­κλέπτης­=κλέφτης).

  Να μουν το Μαη πιστικός, τον Αύγουστο δραγάτης,
  και στην καρδιά του χειμωνιού να μουνα κρασοπούλος.
  Μα πλιο καλά ταν να μουνα αρματωλός και κλέφτης.
  Αρματωλός μεσ' στα βουνά, και κλέφτης μες' στους κάμπους∙
  να χα τα βράχια αδέλφια μου, τα δέντρα συγγενάδια,
  να με κοιμάν οι πέρδικες, να με ξυπνάν τ' αηδόνια,
  και στην κορφή της Λιάκουρας να κάνω το σταυρό μου,
  να τρώγω τούρκικα κορμιά, σκλάβο να μη με λένε.
  ...
  Ο πλούσιος έχει τα φλουριά, έχει ο φτωχός τα γλέντια,
  'Αλλοι παινάνε τον πασά και άλλοι το βεζίρη,
  μα γω παινάω το σπαθί το τουρκοματωμένο,
  το χει καμάρι η λεβεντιά, κι ο κλέφτης περηφάνεια.
  ...
  Τ' αντρειωμένου τ' άρματα δεν πρέπει να πουλιώνται,
  μον' πρέπει τους στην εκκλησιά κ' εκεί να λειτουργιώνται,
  πρέπει να κρέμονται ψηλά σ' αραχνιασμένο πύργο,
  να τρώει η σκουριά το σίδερο κ' η γη τον αντρειωμένο. (14)

 'Ενα κείμενο που συμβολίζει την μυθοποίηση ενός πραγματικού γεγονότος ληστείας. Οι ­Κλέφτες­ είναι μαχητές των βουνών που αγωνίζονται ενάντια στους Τούρκους κι ενάντια στους 'Ελληνες που έχουν πουληθεί στην υπηρεσία των Τούρκων: ληστεύουν και ζούνε από τις επιδρομές και τις κλοπές τους. Ξέχωρα από τον σημαντικό ρόλο
που αυτοί οι άνθρωποι παίξανε στον αγώνα για την ανεξαρτησία της Ελλάδας, αξίζει να παρατηρήσουμε εδώ πώς το θρησκευτικό στοιχείο εισέρχεται στο μύθο του ληστή, μεταφέροντάς τον σε μια διάσταση στην οποία δεν είναι πλέον δυνατό να χρησιμοποιηθούν οι συνηθισμένες κριτικές ενάντια στο έγκλημα.
 Γράφει ο Χομπσμπάουμ: "Ο ληστής είναι ένα άτομο που αρνείται να προσκυνήσει, αυτό και μόνο. Οι περισσότεροι τύποι σαν αυτόν θα μπουν, αργά ή γρήγορα, στον πειρασμό, όντας σε μια μη επαναστατική κατάσταση, να πάρουν τον εύκολο δρόμο του κοινού εγκληματία που ληστεύει, χωρίς να κάνει διάκριση, πλούσιους και
φτωχούς (με εξαίρεση, ίσως, των συγχωριανών του), ή να γίνουν μπράβοι του αρχηγού, μέλη των ένοπλων ομάδων, έτοιμοι να έρθουν σε συμφωνία με τις δομές της επίσημης εξουσίας. Γι' αυτό οι λίγοι που δεν υποτάσσονται ή που θεωρούνται ότι παραμείνανε αγνοί, γίνονται αντικείμενο ενός διαρκούς, παθιασμένου και απέραντου θαυμασμού... Να γιατί ο Ρομπέν των Δασών δεν πεθαίνει ποτέ και γιατί όταν στην πραγματικότητα δεν υπάρχει τον εφευρίσκουνε. Οι φτωχοί τον έχουνε ανάγκη, γιατί αυτός εκπροσωπεί την δικαιοσύνη, χωρίς την οποία, όπως λέει ο άγιος Αυγουστίνος, τα βασίλεια δεν είναι τίποτα άλλο, παρά μια χονδροειδής κλοπή". (15)
 Aυτή η περικοπή είναι χαρακτηριστική για την ανάλυση του Χομπσμπάουμ: εδώ μπορούν να βρεθούν δύο θεμελιώδεις περιορισμοί.
Πρώτον, δεν είναι δυνατόν να στηριχτούμε σε μια ανάλυση γενετικού τύπου ("οι τύποι που αρνιούνται να προσκυνήσουν") για να φτάσουμε στο συμπέρασμα ότι θα πάνε να πέσουνε στα τυφλά στην αγκαλιά της βίας, ακόμη κι αν αυτή αποτελεί έκφραση του φασισμού και γι αυτό είναι χρήσιμη στην εξουσία, και κατόπιν να καταλήξουμε στο συμπέρασμα ότι αυτό είναι το στοιχείο που μαζικοποιεί τις γραμμές των ληστών, και ότι μόνο σε ορισμένες περιπτώσεις ("οι λίγοι που
δεν υποτάσσονται ή θεωρούνται ότι έχουν παραμείνει αγνοί") δοξάζονται από τον λαό. Δεύτερον, εαν ο μύθος είναι αναγκαίος στον φτωχό, και σε ορισμένες περιπτώσεις τον εφευρίσκει, ο συγγραφέας δεν μας εξηγεί το γιατί υπάρχει αυτός ο μηχανισμός της εφεύρεσης, γιατί δεν αρκεί από μόνος του ο πόθος για δικαιοσύνη
(μαζί με την γαλήνη του Αγίου Αυγουστίνου).
 Ορίστε, σε λαϊκό στίχο, μια ομολογία που παρατίθεται από τον Κ.
Τζ. Χάρπερ:

  Τις Γραφές τις τήρησαµ
  αν και έζησαµ
  ζωή δυστυχισμένη,
  τον φτωχό τον έντυσαµ
  και το τάισα, όποτε τον συνάντησα∙
  κάποτε με μανδύα μεγαλοπρεπήµ
  κάποτε μ' ένα κουρέλι γκρίζο,
  έντυσ' αυτόν που 'τανε γυμνός,
  χόρτασ' αυτόν που 'ταν πεινασμένος
  και τον πλούσιο τον άφησαµ
  στο δρόμο με τις τσέπες αδειανές. (16)

 Μια συμπεριφορά που αποτελείται από μια σειρά ­υποχρεωτικών­ ενεργειών από την οποία δεν λείπει ο σεβασμός προς την θρησκεία, όμως σαν κέντρο της έχει την στιγμή της ­ληστείας σε βάρος του πλούσιου για να δώσει στον φτωχό.­ Ο μύθος επαναλαμβάνεται. Αλλά, εκτός από ορισμένες περιπτώσεις, όπως ο Ρινάλντο ή ο Ρομπέν των Δασών, ο μύθος διαρκεί πολύ λίγο αποκρυσταλλωμένος σ' ένα ιδιαίτερο πρόσωπο ή σ' ένα οργανικό σύνολο που έχει ανδραγαθήσει. Η φαντασία του λαού μεταφέρεται από τον ένα ληστή στον άλλο, καθώς τα χρόνια περνούν, παραμένοντας πάντα δεμένη με την συμβολική και μυθική μορφή του ληστή σαν συμβόλου εκδίκησης.
 'Ενας ενδιαφέρων παραλληλισμός θα μπορούσε να γίνει μεταξύ του ληστή και του χαρισματικού αρχηγού ενός πολιτικού κινήματος διεκδικήσεων (κόμμα, συνδικάτο, κλπ.), αλλά θα βγούμε έξω από τα όρια της έρευνάς μας. Σε κάθε περίπτωση, είναι θεμελιακής σημασίας η εξέταση της γέννησης του μύθου του επαναστάτη.
 Η πάλη του λαού ενάντια στην καταπίεση δεν εξαντλείται στην αμφισβήτηση και στον συνακόλουθο αφανισμό του καταπιεστή, αλλά, για διαφορετικούς λόγους, κάθε φορά που συγκεκριμενοποιείται σαν γεγονός καταστροφικό και αναγεννητικό, φέρνει στο φως τα θεμέλια μιας νέας πίστης, μιας απελευθερωτικής πίστης που σχεδόν πάντα παγιώνεται σ' ένα μύθο γύρω από ένα πρόσωπο.
 Ο μύθος δεν γεννιέται σαν έργο κάποιου ατόμου, κάποιου ταραχοποιού, που είναι επίσης μεγαλοφυής. Ο Σέλλινγκ έγραφε: "Για να είμαστε όσο το δυνατόν ακριβείς, το να αποδίδουμε σε μεμονωμένα άτομα την δημιουργία της μυθολογίας είναι μια υπόθεση τόσο ασυνήθιστη, που πάρα πολύ μας εκπλήσσει για το πόσο ασυνείδητα έχει γίνει καθολικά δεκτή, σαν να μην μπορούσε να γίνει διαφορετικά". (17)
 Και πιο μπροστά: "Είναι δυνατόν να εξελιχτεί η χιλιετής ιστορία των λαθών των λαών από προσωποποιήσεις και ιδέες φυσιοκρατικές, επινοημένες από ένα άγονο μυαλό με λίγες γνώσεις, οι οποίες εξελίχτηκαν χάριν μιας αυθαίρετης αφαίρεσης, και που μπορούν να συγκριθούν με παιδικό παιχνίδι; Προσωποποιήσεις και ιδέες που θα μπορούσαν να απασχολήσουν τον δημιουργό τους μόνο προσωρινά; Από μια τόσο τεχνητή και ανίσχυρη αρχή, δεν θα ήταν ποτέ δυνατόν να αναπτυχθεί η σκοτεινή και τρομερή δύναμη της Πίστης... Η μυθολογία γεννιέται από μια αναπόφευκτη διαδικασία της οποίας η προέλευση χάνεται πέραν της ιστορίας και κρύβεται στον εαυτό της∙ σ' αυτήν την διαδικασία η συνείδηση μπορεί ν' αντιταχθεί μόνο ορισμένες στιγμές, αλλά δεν μπορεί να την συλλάβει στο σύνολό της και ακόμη λιγότερο μπορεί να την κάνει να οπισθοχωρήσει". (18)
 Το πρόβλημα της γέννησης του μύθου μοιάζει με το πρόβλημα της γέννησης της θρησκείας, σαν μύθου. Με τον ίδιο τρόπο το πρόβλημα της ύπαρξης της θρησκευτικής πίστης μοιάζει με το πρόβλημα της ύπαρξης του χιλιαστικού φαινομένου. Οι κατευθυντήριες γραμμές της σκέψης του Σέλλινγκ αποσαφηνίζουν το πώς γίνεται η αφομοίωση του θρησκευτικού φαινομένου μέσα στο σύνολο των ανθρώπινων ιδεών,
ιδωμένο στην γενική του έννοια σαν συλλογική σύλληψη ενός λαού ή μιας ιστορικής κοινότητας σε κάποια συγκεκριμένη στιγμή της εξέλιξης των ανθρώπινων πράξεων. Σε μας ενδιαφέρει μια άλλη ερμηνεία αυτών των περικοπών. Το μυθικό γεγονός δεν μπορεί να θεωρηθεί σαν μια απλή ­εφεύρεση της εξουσίας­, αλλά είναι ένα
αυθόρμητο δημιούργημα της ανθρώπινης συνείδησης σε ορισμένες περιστάσεις, ένα δημιούργημα μέσα από το οποίο ο άνθρωπος πρέπει να περάσει για να το ξεπεράσει και να οικοδομήσει, ταυτόχρονα με την απελευθέρωση από τα άλλα βλαβερά δημιουργήματα (για παράδειγμα από το Κράτος), την κοινωνία του αύριο.
 Πολύ κοντά στον Σέλλινγκ είναι ο συγγραφέας της ζωής του Ιησού, Ντ. Φ. Στράους, ο οποίος παρ' όλους τους περιορισμούς της εποχής, άνοιξε τον δρόμο για την σύγχρονη ερμηνεία της ιστορικής εγκυρότητας αυτής της μορφής: "... η μυθολογία του πρωτόγονου χριστιανισμού ταιριάζει λέξη προς λέξη μ' αυτήν που βρίσκουμε
στην ιστορία της καταγωγής των θρησκειών. Η πρόοδος που επιτεύχθηκε πρόσφατα στην επιστημονική μελέτη της μυθολογίας μας έδειξε ότι ο μύθος στην πρωτόγονη μορφή του δεν είναι συνειδητή προσποίηση που την θέλησε ένα μόνο άτομο, αλλά δημιούργημα που κατ' αρχήν μπορεί να εκφραστεί από ένα ιδιαίτερο άτομο, αλλά προκαλεί την εμφάνιση πίστης ακριβώς γιατί... δεν είναι ένα εξωτερικό ένδυμα με το οποίο κάποιος πανούργος θα είχε περιτυλίξει την ιδέα του καλού για ν' αποτελέσει για την μάζα παράδειγμα προς μίμηση, μια ιδέα επινοημένη από αυτόν, αλλά, αντίθετα, η ιστορία που αυτός διηγείται συνιστά το μέσο με το οποίο η ιδέα γίνεται συνειδητή σ' αυτόν τον ίδιο, ενώ προηγούμενα δεν μπορούσε να την συλλάβει". (19)
 'Ομως αυτό το πρόβλημα, δηλ. το πώς γεννιέται ένας μύθος, δεν μας δίνει να καταλάβουμε το γιατί της γέννησής του. Σωστά, λοιπόν, ένα μυθολογικό σύμπλεγμα τόσο δύσκολο για να κατασκευαστεί και για να ανταποκριθεί στον σκοπό του, δεν μπορεί να είναι δημιούργημα ενός μόνο ανθρώπου ή μιας μόνο ομάδας ανθρώπων, αλλά πρέπει να το παραδεχτεί ένας λαός ή μια κοινότητα λίγο-πολύ εκτεταμένη. 'Ομως γιατί αυτές οι συλλογικότητες χαρακτηρίζονται από μια τέτοια ανάγκη;
 Ο μύθος γίνεται τελικά ένας ­τόπος­ ξένος προς την θέληση του ατόμου, μια αυταπάτη που επωφελείται από την αδυναμία του ανθρώπου και την προβάλλει προς ένα ιδανικό που έχει τοποθετηθεί μακριά απ' τον κόσμο. Η μεταφυσική υποδείχνει ορισμένους αντικειμενικούς σκοπούς, η θρησκεία άλλους, ακόμη και η επανάσταση μπορεί να περιπέσει σ' αυτήν την παρερμηνεία και να προτείνει κι άλλους ακόμα. Μύθοι που υπερπηδούνται από άλλους.  Πολύ διεισδυτική η κριτική του Στίρνερ: "Το να διώξει κανείς τον Θεό από το κεφάλι του και να του αφαιρέσει την ­υπεροχή­ δεν μπορεί ακόμη να δικιολογήσει κανένα κομπασμό για πλήρη νίκη, εάν μ' αυτό
αυτός περιορίζεται μόνο στην ανθρώπινη καρδιά, προικισμένος από μια άφθαρτη ­μονιμότητα­. Τώρα λένε: το θείο είναι αυτό που είναι πραγματικά ανθρώπινο. 'Ομως μια και ο άνθρωπος αντιπροσωπεύει μόνο ένα άλλο ανώτερο ον, στην πραγματικότητα στο ανώτερο ον δεν έχει συμβεί παρά μια μεταμόρφωση, και ο φόβος μπροστά στον
άνθρωπο δεν είναι παρά μια τροποποιημένη μορφή του φόβου μπροστά στον Θεό. Οι άθεοί μας είναι άνθρωποι ευσεβείς". (20)
 Δεν αρκεί να πολεμάει κανείς τα είδωλα εάν κατόπιν όλα αυτά, με ότι έχουν και δεν έχουν, αποκτούν ανθρώπινη διάσταση και αυτή ανυψώνεται στο επίπεδο που προηγούμενα ήταν κατειλημμένο από τα είδωλα.
 Η λύση είναι αρκετά απλή. Οι εκμεταλλευόμενες μάζες αισθάνονται την ανάγκη να ξεφορτωθούν την αλλοτρίωσή τους μέσω κάποιου ιδανικού, κάποιου πράγματος που γι' αυτούς μεταφράζεται σ' ένα στήριγμα για να επιβιώσουν, ένα στήριγμα ηθικής φύσης με μεγάλα αποτελέσματα, ένα στήριγμα που τους βοηθάει να υποφέρουν την
αλυσίδα, το μαστίγιο, την γαλέρα, την κωπηλασία εφ' όρου ζωής, την δουλεία, την φεουδαρχία, την τυραννία των νεοπλούτων της μεσαιωνικής κοινότητας, τον δεσποτισμό των κρατιδίων, τον απολυταρχισμό των βασιλιάδων, την αμβλύνοια και τον επαρχιωτισμό τον αντιβασιλιάδων, την οικονομική τυραννία των γαιοκτημόνων, την ορθολογιστική εκμετάλλευση στα εργοστάσια. Αυτό το κάτι τι φυλάγεται ζηλότυπα από τις πονεμένες μάζες, σαν προσωπική κληρονομιά, που μολύνεται από τα βρώμικα χέρια αυτών (παπάδων, πολιτικών, διανοουμένων) που είναι ανίκανοι να συλλάβουν την ­ανθρώπινη­ ουσία του μύθου. Σ' αυτό το θεμέλιο στηρίζεται η
θρησκεία, όπως επίσης σε κάθε αξίωση για λύτρωση χιλιαστικού τύπου που συγκινεί τις μάζες.
 'Οταν ο Νίτσε αφήνει την κραυγή: Ο Θεός είναι νεκρός! Στην ­Εύθυμη Επιστήμη­, εννοεί τον Θεό της μεταφυσικής και της θεολογίας, στο βαθμό που η πρώτη, όπως και η δεύτερη, βασίζεται σε μια πρωταρχική αιτία, ένα πρωταρχικό κίνητρο απόλυτης καλοσύνης, θεμέλιο των αξιών. Ο δεσμός συνείδηση-προσταγή, συγκεκριμενοποιημένος σε σταθερή βάση από τον Καντ, λύθηκε, δεν υπάρχει υποχρέωση, η κουλτούρα σκότωσε τον Θεό. Ο ίδιος ο Φρόυντ θεωρεί τον Θεό του χριστιανισμού τελειωμένο καθώς και τον μύθο του θεμελιώδους νόμου που γεννιέται από το δίκαιο: η δολοφονία του πατέρα, το πρωτόγονο δράμα που η κουλτούρα τείνει να κάνει να εξαφανιστεί με την ανάδυση της συνείδησης.
 Ο μύθος του σύγχρονου κόσμου είναι ακόμα η ­θρησκευτικότητα­ με την οποία αντιμετωπίζεται η διαδικασία της απελευθέρωσης. Βέβαια η πιο ανεπτυγμένη οικονομία, η παρουσία ενός βιομηχανικού προλεταριάτου που τώρα πλέον είναι ριζωμένο στην πόλη, και μια ζωή πολύ πιο έντονη και από πολιτιστική και από γενική άποψη, αποτυπώνει σ' αυτήν την αξίωση ένα νόημα πολύ διαφορετικό από
αυτό που είχε στο παρελθόν (αναφερόμαστε στον Μεσαίωνα), αλλά αυτό δεν μας στερεί την δυνατότητα να δούμε ακόμη και αυτήν την πλευρά, ιδιαίτερα στην ­ελπίδα­ για απελευθέρωση.
 Ο ληστής είναι ιδωμένος απ' αυτήν την προοπτική. Ο επαναστάτης διαθέτει μια διπλή ισχύ: σαν ιδιαίτερο άτομο που προκαλεί τον νόμο και στην συνέχεια αποκτάει συνείδηση αυτής της πρόκλησης και την δέχεται καθιστάμενος υπεύθυνος για τις συνέπειες, και σαν σύμβολο που ενσωματώνει παράλογες φιλοδοξίες. Εάν από την πρώτη άποψη ο ληστής αποτελεί σημάδι της ρήξης του κύκλου της αλλοτρίωσης και της αφομοίωσης, από την δεύτερη άποψη μπορεί να μετατραπεί σ' ένα από τα όργανα μέσω των οποίων η αλλοτρίωση και η αφομοίωση μπορούν να διατηρηθούν στα πλαίσια της ορατής τους μεταμόρφωσης.
 Από αυτό θα μπορούσε να βγει ένα αρνητικό συμπέρασμα από την συγκριτική θεώρηση του προβλήματος στην ολότητά του. Αλλά προτού το υπογράψουμε πρέπει να παρατηρήσουμε ότι η εξέγερση του ληστή αποτελεί επίσης και μια ένδειξη της επανάστασης που ξεκινάει από την βάση και υψώνεται ενάντια στους νομικούς φραγμούς για να τους υπερβεί χωρίς βοήθεια από δύσκαμπτα σχήματα. Με άλλα λόγια, εάν εκτιμηθεί με βάση το πιο βαθύ του νόημα, εάν απαλλαγεί από όλα τα
ξένα στοιχεία που το παραμορφώνουν και εάν του αποδοθεί το αρχικό του κίνητρο, το φαινόμενο της κοινωνικής ληστείας αποτελεί εκδήλωση άμεσης δράσης στα πλαίσια της πάλης ενάντια στην εξουσία.

­Κοινωνική ληστεία και λαϊκή λογοτεχνία.

 Η λαϊκή λογοτεχνία ανυψώνει την μορφή και τα κατορθώματα του ληστή στο επίπεδο της παράδοσης και τα μεταμορφώνει σε μύθο. Μ' αυτόν τον τρόπο ο ληστής γίνεται σύμβολο  για τις εκμεταλλευόμενες μάζες. Εγχειρήματα αυτού του είδους έχουν μεγάλη επιτυχία στους πληθυσμούς που χαρακτηρίζονται από την αγροτική τους σύνθεση ή τις αγροτικές τους παραδόσεις. Οι λίγες απόπειρες σε επίπεδο πόλης δεν έχουν τίποτα από το μεγαλείο και από την σπουδαιότητα των μαρτυριών που σχετίζονται με την κοινωνική ληστεία στην ύπαιθρο.
 Ο χώρος όπου γίνεται η εκμετάλλευση όχι μόνο καθορίζει το κοινωνικό φαινόμενο αλλά προωθεί και τις ιδεολογικές υπερδομές, που, κατά κάποιο τρόπο, συντρέχουν στην αποκρυστάλλωση του φαινομένου σε συμβολικό επίπεδο, ενώ κατά μια άλλη προοπτική, δηλαδή με την πιθανή συνύπαρξη μ' αυτές τις υπερδομές μιας ενεργής μειοψηφίας αρκετά ισχυρής, αυτές οι υπερδομές συντρέχουν στο να χωριστεί η πραγματικότητα από την προσποιητή μυστικοποίηση που προωθεί η κυρίαρχη τάξη. Αυτή η διπλή άποψη της συμβολικής λειτουργίας της λαϊκής λογοτεχνίας πρέπει να κρατηθεί παρούσα στην έρευνα που αναπτύσσουμε, εκτιμώντας εν καιρώ, κάθε τόσο, τις ελλείψεις κατά την μια έννοια και τις προσπάθειες κατά την άλλη.
 Πρέπει να προσθέσουμε ότι αυτό το ρεύμα της λαϊκής λογοτεχνίας έλκει την καταγωγή του από περιβάλλοντα απομακρυσμένα από το στενάχωρο ακαδημαϊκό περιβάλλον των ­κληρικών­. 'Ελκει την καταγωγή του από περιβάλλοντα αναλφαβήτων που μεταβιβάζουν στους μεταγενέστερους παραδόσεις και αναμνήσεις, μπαλάντες και
ιστοριούλες, με την απλοϊκότητα και την φρεσκάδα των πρωτογόνων. Και όμως, συχνά, αυτή η κληρονομιά μας έρχεται ήδη μολυσμένη, ήδη πετσοκομμένη από την θεσμοποιητική δραστηριότητα των πολιτιστικών ομάδων της εξουσίας: εκφυλισμός άλλοτε ασυνείδητος κι άλλοτε συνειδητός, εκφυλισμός καλλιεργημένος και εκφυλισμός κατεργάρικος. Το πρόβλημα είναι σοβαρότατο για την περίοδο του
μεσαίωνα. O 'Αουερμπαχ γράφει: "Στα ­Τραγούδια των κατορθωμάτων­ υπάρχουν στοιχεία της διατύπωσης που χαρακτηρίζει την προφορική παράδοση∙ αλλά όμως αυτή η χρήση των μορφών διατύπωσης χαρακτήριζε την αρχαϊκή παράδοση ήδη από τον 12ο αιώνα... Επί πλέον από τα χειρόγραφα της πρώτης περιόδου των σχολαστικών, τα οποία κυκλοφορούσαν στα χέρια των δασκάλων και των μαθητών του 12ου αιώνα, έχουν απομείνει σχετικά λίγα. Αλλά προπαντός είναι αποφασιστικής σημασίας το γεγονός ότι πριν το 1150 ο αριθμός των πριγκήπων και των άλλων μαικηνών, για τους οποίους φτιαχνόντουσαν τα δαπανηρά και βιβλιοδετημένα χειρόγραφα έργων σε λαϊκή γλώσσα, ήταν ασήμαντος. Αυτή η τάξη ανθρώπων αναδύθηκε και αυξήθηκε πολύ
αργά. Ακόμη δεν υπήρχε αγορά για τα χειρόγραφα στη γλώσσα του λαού". (21)
 'Οχι ότι είναι λαϊκή ή πρωτόγονη η ποίηση των ­Τραγουδιών του
Ρολάνδου­, στο βαθμό που πρόκειται πάντα για επιτηδευμένη επανεπεξεργασία, αλλ' αυτό που μετράει είναι ότι βρισκόμαστε μπροστά από ένα είδος "δεν έχει σημασία αν είναι παλιό ή καινούργιο", που πετυχαίνει απόλυτα και αποδίδει με τον ποιητικό τρόπο που χαρακτηρίζει ορισμένο περιβάλλον, τις ιστορικές παραδόσεις, ανακατεύοντάς τις με τον θρύλο και μεταμορφώνοντάς τις σε μύθο. Η πολιτική και η κοινωνική σημασία αυτού του εγχειρήματος δεν αφήνει πολλές αμφιβολίες. Η κατασκευή ενός μύθου είναι ιδεολογικό γεγονός που μόνο έμμεσα μπορεί να χρησιμοποιηθεί από την κυρίαρχη τάξη σαν απασχόληση για να περνάει ευχάριστα ο
καιρός. Στην πράξη αυτός δεν χάνει ποτέ την σημασία του σαν ­οδηγός­ και σαν ­προσανατολισμός­ για τις μάζες. Λοιπόν, διαισθανόμενοι αυτήν την προοπτική, γίνεται δυνατό να κατανοήσουμε το περίεργο ανακάτεμα θρησκευτικότητας και πολιτικής αρρενωπότητας που εξάγεται από τις μακρουλές κατασκευές της
ιπποτικής λογοτεχνίας. Το επικό στοιχείο και η παρουσία του επαναστάτη που, άσπιλος, αγωνίζεται στ' όνομα της δικαιοσύνης, καταλήγουν να καταποντίζονται από τον τεράστιο κυκεώνα των θρησκευτικών επικλήσεων και των ­μορφών διατύπωσης­ που στοχεύουν στον να καθορίσουν την προπαγανδιστικού περιεχομένου εκπαίδευση
του οποιουδήποτε που μπορούσε να εκπαιδευτεί μόνο μέσω της διήγησης και του παραμυθιού.
 Η εμμονή του θέματος του ­επαναστάτη Ρινάλδου­ βρίσκει επαλήθευση στην θεματική άλλων περιβαλλόντων, όπως το γερμανικό. Εάν η προσοχή επικεντρώνεται πάνω στον κύριο ήρωα, για παράδειγμα στον ­Αλέξανδρο­ που θεωρείται ότι αντιπροσωπεύει τον ­παπά­ Λάμπρεχτ, σύμβολο δύναμης και αγνότητας, κάτοχο του ­θησαυρού­, δεν
απουσιάζει η δυνατότητα, συχνά ανεπίτευκτη αλλά μόνιμη, να σχεδιάσουμε την μορφή του επαναστάτη. Στην πράξη αυτά τα δημιουργήματα, όπως ο ­Ρόλανσλιντ­ που θεωρείται ότι αντιπροσωπεύει τον ­παπά­ Κόνραντ, είναι λειτουργικά σε μια καθορισμένη επακριβώς κοινωνία, σ' έναν ­κόσμο­ που δεν έχει ακόμη συνείδηση του δικού του ιστορικού ρόλου, όμως αρχίζει και οσμίζεται άρωμα κυριαρχίας.
Είναι η κοινωνία που θα υποστηρίξει την προσπάθεια της νέας γενιάς, εκείνην του Μπαρμπαρόσσα που κατακτάει την Ρώμη κι εκείνην της συνέλευσης της Ρονκάλια. Το ψυχολογικό κλίμα της Γερμανίας υπογραμμίζει, σ' αντίθεση μ' εκείνο της Γαλλίας, το ηθικο-θρησκευτικό στοιχείο, την σύγκρουση καθηκόντων. Δεν λείπει επίσης ένα πλησίασμα μεταξύ του Ορλάνδου και του Χριστού, τουλάχιστον με το ξέσπασμα μιας μανιασμένης θύελλας την στιγμή του θανάτου του ήρωα. Η παρουσία των Βιβλικών αναγνωσμάτων είναι σαφέστατη. (22)
 Γύρω στα μισά του 12ου αιώνα οι αγώνες των φεουδαρχών διέσπασαν την ενότητα της Ρωσικής γης και το Κίεβο έγινε λεία ατελείωτων συγκρούσεων. Στα 1223 ο Τσέγκις Χαν πέρασε τον Βόλγα και κατατρόπωσε τους Ρώσους, που είχαν συμμαχήσει με τους Κουμάνους, στα περίχωρα της Αζοφικής θάλασσας. Κατόπιν, μετά από κάποιες
δεκαετίες, ήρθε η σειρά των Ταρτάρων που εκμηδένισαν την δύναμη των Μογγόλων. Σ' αυτόν τον αγώνα της αντίστασης ενάντια στον εισβολέα τοποθετείται η μορφή του Ιγκόρ Σβιατοσλάβιτς, πρίγκηπα του Νόβγκοροντ-Σεβέρσκ, ο οποίος, όταν φυλακίστηκε, κατάφερε να αποδράσει. Το περιστατικό το αφηγείται ένα κείμενο που πήρε το όνομα ­Αφήγηση της εκστρατείας του Ιγκόρ­. (23). 'Ομως, τελικά το
επικό περιστατικό καταποντίζεται, όπως και στην περίπτωση των γερμανικών κειμένων, από τους ηθικολογικούς σκοπούς του εκκλησιαστικού κηρύγματος.
 Και η επόμενη, επίσης, μορφή του Αλέξανδρου Νέφσκι, που αγωνίζεται ενάντια στους Σουηδούς και τους Γερμανούς, περιβάλλεται πάντα από ένα θρησκευτικό φωτοστέφανο. Αυτή τη φορά, όμως, μερικά στοιχεία είναι πιο γήινα: "...το ανάστημά του ήταν μεγαλύτερο από το ανάστημα των άλλων ανθρώπων και η φωνή του σαν σάλπιγγα πάνω απ' τον κόσμο, ή όψη του ήταν όπως του Ιωσήφ, που ο αυτοκράτορας της Αιγύπτου έκανε δεύτερο μονάρχη. Η δύναμή του καταγόταν από την δύναμη του Σαμψών και η σύνεσή του ήταν σαν την σύνεση του Σολομώντα". (24)
 Στο τέλος του 16ου αιώνα έγινε επανεπεξεργασία των επικών ποιημάτων στην Ρωσία, όπου υπάρχουν αφηγήσεις των άξιομνημόνευτων πράξεων των γενναίων υπερασπιστών του Βυζαντίου και αυτών του πρίγκηπα Βλαντιμίρ, αγώνων που τελειώνουν με την νίκη αυτών των τελευταίων. Βρισκόμαστε μπροστά σε προϊόντα της λόγιας
λογοτεχνίας, όμως με στοιχεία καθαρά λαϊκής προέλευσης. 'Οταν η Πολωνία αποπειράται την εισβολή στη Ρωσία για να οικοδομήσει μια μεγάλη καθολική αυτοκρατορία προερχόμενη από την συγχώνευση με τους ορθοδόξους, οι εστίες αντίστασης δίνουν ζωή σε μια αξιοσημείωτη επική παραγωγή.
 Αρχίζουν οι πρώτες αγροτικές εξεγέρσεις στην ιστορία της Ρωσίας. Στα 1603 ηγέτης αυτών των εξεγέρσεων ήταν ο Τσλόπκο Κοσοπάλ, που φτασε μέχρι να απειλήσει την Μόσχα. Στα 1604-1607, ένας στρατός από χωρικούς με ηγέτη τον Ιβάν Μπολοτνίκωφ προσπάθησε να υποκαταστήσει την εξουσία στο σύνολό της.
 Η κατάσταση των χωρικών επιδεινώνεται όλο και περισσότερο και κάνει την ζωή αδύνατη για όλη την κοινότητα, που μεταφέρεται στον κάτω Δον, πέρνοντας το όνομα ­κοζάκοι­, δηλαδή ­άνθρωποι ελεύθεροι­. Βρισκόμαστε μπροστά σε μια κοινότητα που ζει από την λεία και την λεηλασία και έχουν αρχηγούς εκλεγμένους. 'Εφθασαν να κατακτήσουν μέχρι και την οχυρωμένη πόλη του Αζόφ, αφαιρώντας την από τους
Τούρκους και υπερασπίζοντάς την στην διάρκεια μιας εξαιρετικά μακρόχρονης πολιορκίας. Στα μισά του αιώνα είναι διαδεδομένος ο θρύλος του Ουρουσλάν, ενός ­μπογκατύρ­, είδος ληστή με ασυνήθιστη δύναμη, ενός ιππότη που αναζητάει περιπέτειες, ελεύθερου από οποιαδήποτε εξάρτηση από τον βασιλιά ή από πρίγκηπες. Κάποια παράδοση μιλάει γι' αυτόν τον Ουρουσλάν αναφέροντας ότι από μόνος
του κατατρόπωνε τους στρατούς, έκανε μακρινά και θρυλικά ταξίδια, κατακτούσε βασίλεια και απελευθέρωνε όμορφες πριγκίπισσες, καταλήγοντας να γίνει ­κοζάκος­, δηλ. να ζει μια ζωή ελεύθερη καιπεριπετειώδη. (25)
 Μόνο κατά το τέλος του 17ου αιώνα ο Εγγλέζος Ρίτσαρντ Τζέιμς, ο οποίος έμεινε στον Αρχάγγελο, μετάγραψε νεότερες διασκευές τραγουδιών και θρύλων που διαδιδόντουσαν στην ύπαιθρο και στις πόλεις από πλανόδιους τραγουδιστές, σαλτιμπάγκους και προσκυνητές. Στα 1770 ο κοζάκος Κίρσα Ντανίλωφ κατέγραψε διάφορα τραγούδια από την δυτική Σιβηρία. Γράφει ο Πίκκιο: "Ο όρος 'μπυλίνα', που έχει υιοθετηθεί από τους σύγχρονους Ρώσους μελετητές και έχει εισχωρήσει στην διεθνή επιστημονική ορολογία, υποδηλώνει τα επικά τραγούδια, που έχουν συντεθεί σε λαϊκό περιβάλλον, κυρίως στην περίοδο του Κιέβου και την Ταραρική
περίοδο, και έχουν χαρακτηριστεί από τους μεταγενέστερους 'ιστορικά τραγούδια', χάρις σε μια μεγαλύτερη ελευθερία στην μεταχείριση θεμάτων που απηχούν πραγματικά γεγονότα". (26)
 Οι ήρωες των ­μπυλίνων­ της παλιάς Ρωσίας αποκαλούνται ­μπογκατύρι­, όρος με τον οποίο θέλουν να αναφερθούν στην αξία αυτών των ανθρώπων που έχουν μεταμορφωθεί σε μύθο. Σ' αυτά τα σύμβολα θέλησαν πολλές φορές να αποδώσουν την σημασία της πάλης για την εγκαθίδρυση της κεντρικής εξουσίας ενάντια στις νομαδικές τάσεις.
Αν αυτή η θέση ήταν αλήθεια, δεν θα υπήρχε μια σαφής διαφοροποίηση ανάμεσα στους κύκλους που σχετίζονται μ' αυτούς τους πρωτόγονους ήρωες και στους κύκλους με τις πολεμικές επιχειρήσεις του Νόβγκοροντ, όπου παρατηρείται η αστική κατεύθυνση, λιγότερο λάτρης ορισμένων χαρακτηριστικών πλευρών των πρώτων κύκλων και περισσότερο ενδιαφερόμενη να προβάλλει το θρησκευτικό στοιχείο.
 Σ' αυτές τις ­μπυλίνες­ είναι δυνατόν να αναγνωρίσει κανείς μια επαρχιακή ιδεολογία ενάντια στούς ευγενείς, στην οποία σε πολλές περιπτώσεις αποδεικνύεται πως η δύναμη των συνασπισμένων αγροτών, προσωποποιημένη από το άροτρο, είναι πιο αποτελεσματική ακόμα και από το ίδιο το σπαθί του γενναίου πολεμιστή. O Τζα Μουρομέτς είναι η κυρίαρχη προσωπικότητα των ­μπυλίνων­ και γύρω από την μορφή του οι θρύλοι περιπλέκουν έναν κόσμο απίθανο μέχρι να τον κάνουν σχεδόν έναν άγιο. Αγωνίζεται ενάντια στους ληστές, αλλά είναι ληστής ο ίδιος. Υπηρετεί τον πρίγκηπα, αλλά κατόπιν εξοργίζεται εναντίον του και με χτυπήματα από βέλος αποκόβει τις χρυσές αιχμές των εκκλησιών για να τις πουλήσει και με τα χρήματα
που κερδίζει προσφέρει να πιει όλο το σκυλολόι των ταβερνών. (27)
 Στα σύνορα του Ευφράτη εκτυλίσσονται σκληρές μάχες ανάμεσα στους 'Αραβες και τους Βυζαντινούς γύρω στους πρώτους αιώνες της Αραβικής κατάκτησης. Σ' αυτό το κλίμα εκτυλίσσεται ο μύθος των ­ακριτών­ των φρουρών των συνόρων ­(άκραι)­. Στην νεοελληνική λογοτεχνία το πιο σημαντικό σύμβολο αυτών των αγώνων είναι ο
Βασίλειος Διγενής Ακρίτας. Μέσα από τις διάφορες παραλλαγές του επιτυγχάνεται ένα ποίημα 5.000 στίχων περίπου. (28) Δεν πρόκειται για ένα πολύ σημαντικό λογοτεχνικό γεγονός, όμως για μας είναι σημαντικό να υπογραμμίσουμε ότι αυτός ο μυθικός ήρωας, στην πορεία των διάφορων αξιοθαύμαστων κατορθωμάτων, επιτίθεται και κατατροπώνει τριακόσιους ­απελάτες­ (ληστές). Είμαστε μπροστά σε μια διαφοροποίηση μεταξύ δύο τύπων ληστείας: ο πρώτος, αυτός του Ακρίτα, ο οποίος αναγνωρίζεται σαν θετικού χαρακτήρα (φύλαξη των συνόρων) και που, κατά μια έννοια, αναφέρεται στο φαινόμενο που είδαμε πριν στους κοζάκους∙ και ο δεύτερος, αρνητικού χαρακτήρα, αυτός των ­απελατών­, που θεωρούνται ληστές χωρίς πατρίδα και χωρίς τιμή. (29)
 Με την δυναστεία των Σελτζουκιδών τα μωαμεθανικά εδάφη της Συρίας, μέχρι το Αφγανιστάν, καταλήγουν να βρεθούν κάτω από μια νέα δυναστεία. Οι Σελτζουκίδες ήτανε Τουρκικής καταγωγής και συγκροτούσανε ένα από τα τόσα Τουρκομογγολικά κύματα που φεύγοντας από την κεντρική Ασία ξεχύθηκαν στην δύση. Αυτός ο
σουλτάνος μάχεται σκληρά ενάντια στους Βυζαντινούς και τους Φατιμίδες. Στην πράξη οι Φατιμίδες συγκροτούν την ακραία πτέρυγα των ισλαμιστών που καταλήγουν να θεωρούνται σαν οπαδοί των ενάντια στους χαλίφες απογόνων από το γένος του Προφήτη. 'Ολη αυτή η ιστορία είναι ενδιαφέρουσα στο βαθμό που γύρω στον 12ο
αιώνα αυτοί εξελιχτήκανε σε μια εξαιρετικά εκτεταμένη μυστική επαναστατική οργάνωση που στόχευε να καταστρέψει την αυτοκρατορία των Σελτζουκιδών. Στο εσωτερικό του Σελτζουκικού κράτους οι Φατιμίδες οργανώθηκαν πάνω στα βουνά και σχημάτισαν κέντρα προπαγάνδας που για πολύ καιρό θεωρούντουσαν ­εθνικιστικού­ τύπου, όμως σήμερα οι ερευνητές τείνουν να τα ξαναβλέπουν πάνω στη βάση
κάποιων πολιτικο-σοσιαλιστικών συμπερασμάτων, στα οποία είχαν καταλήξει οι ίδιοι οι οπαδοί της οργάνωσης. Aυτή η αίρεση πήρε το όνομα της αίρεσης του ­Δασκάλου που μένει στα Βουνά­ (στην κυριολεξία), ή λανθασμένα του ­Γέρου πάνω στο Βουνό­, σύμφωνα με τον θρύλο που αναφέρεται στο ­Εκατομμύριο­ του Μάρκο Πόλο. Οι οπαδοί της πήραν τ' όνομα των ­χασισίν­, άνθρωποι που κάνουν χρήση χασίς, ή των ­φονιάδων­.
 "Μέχρι όχι πολύ καιρό πριν, σε σχέση μ' αυτήν την αίρεση, υπήρχαν πληροφορίες που προερχόντουσαν αποκλειστικά από εχθρικές πηγές και κατά συνέπεια η κρίση ορισμένων Ευρωπαίων ερευνητών υπήρξε εξαιρετικά αρνητική. Οι διαδοχικές ανακαλύψεις και εκδόσεις αυθεντικών Ισμαηλιτικών κειμένων φαίνεται ότι τώρα έχουν θέσει κάτω από ένα πιο ευνοϊκό φως αυτούς τους 'φονιάδες', που
από ορισμένες πλευρές δεν είναι τόσο ετερόδοξοι όσο θέλησαν, λίγο-πολύ, να παρουσιαστούν, και τόσο ταπεινοί ηθικά όσο μας τους έχει παρουσιάσει η αντιπροπαγάνδα των Σελτζουκιδών...". (30)
 Ο πιο χαμηλός βαθμός της οργάνωσης ήταν εκείνος των ­φεντά ι­ (έτοιμοι για θυσία). Η κοινή πρακτική αυτών των ανταρτών, που κάποτε πιανόντουσαν και βασανιζόντουσαν για να ομολογήσουν τα ονόματα των άλλων μελών της οργάνωσης, ήταν να ομολογούν προτού πεθάνουν σαν ονόματα των φίλων τους τα ονόματα ανώτερων
αξιωματούχων εχθρών της αίρεσης. Κατά την διάρκεια της ψύχωσης του ­κυνηγιού των μαγισσών­ οι θαρραλέοι μαχητές παρέσερναν στον τάφο ακόμα και τους εχθρούς τους.
 Ο σχηματισμός του Λεττονικού λαϊκού τραγουδιού μπορεί να αναχθεί γύρω στον 13ο αιώνα. Οι ύμνοι της αγροτικής εργασίας ανάγονται κατ' ευθείαν στον 12ο αιώνα. (31) Στο μεγαλύτερο μέρος των Λεττονικών θρύλων κυριαρχεί το μυθολογικό και το
μαγικο-θαυματουργικό στοιχείο, αλλά συχνά "ταιριάζουν και ληστές και κλέφτες και μερικές φορές και καλοπροαίρετοι. Σε μερικούς θρύλους παρουσιάζεται το τυπικό περιβάλλον ενός αρχαίου μεγάλου αγροκτήματος της Κουρλανδίας ή της Λιβονίας, με εκπροσώπους έστω των πιο ταπεινών δούλων παρά με διοικητικό προσωπικό∙ ανάμεσα σ' αυτούς βρίσκουμε φυσικά και τον επιστάτη των εργασιών, που οι δούλοι τον βλέπουν με πολύ κακό μάτι, τον 'βάγκαρς', στον οποίο τυχαίνει πάντα κάποιος μπελάς σαν τιμωρία για την κακή μεταχείριση που έχει επιβληθεί στους εργαζόμενους". (32)
 Στις αρχές του 13ου αιώνα η επιδρομή των Μογγόλων προσβάλλει τα εδάφη που κατοικούνται από τους Τούρκους. Η αντίσταση προσωποποιείται στην μυθική μορφή του Ογκούζ Καγκάν, που ηγείται όλων εκείνων που σκοπεύουν να συνεχίσουν τον αγώνα. Τα λόγια του έχουν μεταφερθεί σ' ένα κείμενο πολύ πρωτόγονο ως εξής: "Τώρα είμαι ο 'καγκάν' σας. Ας πάρουμε την ασπίδα και το τόξο, Ας είναι
τυχερό το έμβλημά μας! Η πολεμική μας κραυγή ας είναι 'λύκος'!". (33)
 Την εποχή των Σελτζουκιδών η λαϊκή λογοτεχνία προσπάθησε να περιγράψει την ζωή και τις πράξεις των Ογκούζων πολεμιστών, που ήρθανε από την Πρόσω Ανατολή. ­Το βιβλίο του Ντεντέ Κορκούτ­ είναι μια συλλογή από δώδεκα διηγήματα σε πεζό λόγο με παρεμβολές από ποιητικές περικοπές. Οι Ογκούζοι είναι ένα είδος ληστών
πολεμιστών, ημινομάδων βοσκών. "Αυτοί είναι οπλισμένοι από την κορυφή ως τα νύχια: με περικνημίδες και περιβραχιόνια, χιτώνες από σίδερο, ασπίδες, κράνη, τόξα, λόγχες, ρόπαλα, σπαθιά καλοχαλυβδωμένα, από 'μελαγχροινό' ατσάλι. Δεν δίνουν όνομα σ' έναν νεαρό παρά μόνο μετά την πραγματοποίηση κάποιας ενέργειας
και την απόκτηση θέσης στις συνελεύσεις λόγω των ανδραγαθημάτων του. Φοράνε χρυσά σκουλαρίκια, ντύνονται με ρούχα διακοσμημένα με πολύτιμους λίθους, αγαπάνε την μουσική και το τραγούδι. Περνάνε την ζωή μέσα σε μάχες, κυνήγια και συμπόσια, με 'βουνά από κρέας', 'λίμνες από γάλα γαϊδουριού' κι ακόμη 'δυνατό κόκκινο κρασί'". (34)
 Στο δεύτερο μισό του 13ου αιώνα η ζωή στη Βουλγαρία εξελίχτηκε γρήγορα εξαιτίας της μεταμόρφωσής της λόγω των εισβολών και των αγώνων που κατέληξαν σε μια περίοδο Ταταρικής κυριαρχίας. Οι κατώτερες τάξεις επαναστάτησαν αρκετές φορές κι ένας ταπεινός βοσκός, ο Ιβάν Βάζωφ, έφθασε ακόμα και στην κορώνα του τσάρου
(1277-1281). "Οι Βούλγαροι ήταν στην πλειοψηφία τους αγρότες αλλά όχι σπάνια μεταβαλλόντουσαν σε παρανόμους. Ο επαναστατισμός τους γεννήθηκε από την γενική κρίση του Τουρκικού κράτους. Ο μύθος του ­χαϊντουτίν­, δηλαδή του 'καλού ληστή', προσλαμβάνει βαθμιαία μια πολιτική σημασία έως ότου οι συντροφιές αυτών των αδάμαστων παρανόμων του Αίμου εξελίχτηκαν σ' ένα είδος αντάρτικου στρατού
για την εθνική απελευθέρωση. 'Ομως για να προσλάβουν όλ' αυτά έναν χαρακτήρα δυναμικό και νεωτεριστικό έπρεπε να περάσουν χρόνια και χρόνια. Κατά τον 18ο αιώνα οι εξεγέρσεις και οι διαμαρτυρίες των χριστιανών της Τουρκίας ενταθήκανε ακόμη περισσότερο από το ερέθισμα, λιγότερο ή περισσότερο άμεσο, των πολιτικών καινοτομιών που ωριμάσανε στην Δύση". (35)
 Πάρα πολλά ηρωικά τραγούδια της Βουλγαρίας είναι αφιερωμένα στους επαναστάτες ληστές που επιβίωσαν ως τα 1700 και τα 1800 υπερασπιζόμενοι τον χριστιανικό πληθυσμό και, σε επαναστατική περίοδο, μεταμορφώθηκαν σε ομάδες παρτιζάνων ενάντια στους Τούρκους. Η καθημερινή τους ζωή από μάχες στην παρανομία
εξιστορείται στα πλαίσια ενός κλίματος που θυμίζει τις επιχειρήσεις του Κράλη Μάρκο (36), αλλά με λιγότερες υπερβολές.  Απομένει μόνο ο μύθος των σαμοντίβων (37) που γεμίζουν την μοναξιά των ληστών. Οι πιο φημισμένοι αρχηγοί είναι ο
Χαϊντούτ-Βέλκο, ο Ντετελίν, ο 'Αγγελος-βοϊβόδας, ο Ντέντοϊλ Ο, ο Μόμτσιλ, ο Στράχιλ, ο Κάβνταρ, ο Στογιάν-βοϊβόδας, ο Μανόλ-βοϊβόδας, ο Ιντζέ-βοϊβόδας, ο Μανούς-βοϊβόδας, ο Βαλαβάνης, ο καπετάν-Κούζμαν και πολλοί άλλοι.
 Στα Αλβανικά βουνά ο πόλεμος κατά ομάδες είναι η ίδια η ζωή των βοσκών. Οι αρπαγές γυναικών, τα αντίποινα, η απελευθέρωση των αρπαγέντων γυναικών, η αρετή των ίδιων, αποτελούν μοτίβα που εμφανίζονται συχνά στους κύκλους της Αλβανικής λαϊκής ηρωϊκής ποίησης. Ο πιο γνωστός κύκλος ποιημάτων είναι εκείνος του Γκιέτο
Μπάσο Μούγιο, βοσκού και φύλακα βοδιών σύμφωνα με μια παράδοση, γιδοβοσκού σύμφωνα με μια άλλη. 'Ενας άλλος ήρωας είναι ο Γεώργιος Ελέζ Αλίγια που μολονότι άρρωστος συμπλέκεται και σκοτώνει για να υπερασπίσει την αδελφή του, ο μαύρος πρίγκηπας, σθεναρός και τρομερός εξολοθρευτής κοπαδιών, κλέφτης και απαγωγέας γυναικών για να ικανοποιήσει την φιληδονία του. (38)
 Στην Κινεζική λογοτεχνία, είναι συνηθισμένα τα μυθιστορήματα, όπου εξιστορούνται τα κατορθώματα των ληστών, οι οποίοι είναι λαϊκοί ήρωες, προστάτες των αδυνάτων και εκδικητές του λαού που καταπιέζεται από μοχθηρούς και διεφθαρμένους κρατικούς λειτουργούς. (39) 'Ενα από αυτά είναι το ­Σαν κουοτσίχ γιεν-ι­, αλλά το πιο φημισμένο είναι το ­Τσιν-Π'ινγκ-Μέι­, το οποίο παίρνει τον τίτλο από τρεις παλλακίδες ενός μανδαρίνου και το οποίο θεωρήθηκε για χρόνια ένα μπανάλ πορνογραφικό μυθιστόρημα. Σήμερα τείνουν να το επανεκτιμούν ιδίως για τις αξιοσημείωτες περιγραφές περιβαλλόντων και κουστουμιών.
 Η προϊσλαμική Αραβική λογοτεχνία καθρεφτίζει ακριβώς τον χαρακτήρα αυτού του λαού των νομάδων αρπάγων και βοσκών, που περιπλανιούνται στις ερήμους της βόρειας Αραβίας. Η ποιμενική τέχνη και η αρπαγή (περιορισμένη γενικά σε επιδρομές) αποτελούν τις κύριες ασχολίες. Εργαλεία δουλειάς και αχώριστοι σύντροφοι: το άλογο και η καμήλα. Αρετές: η γενναιότητα στον πόλεμο και η
γενναιοδωρία προς τους φιλοξενούμενους και τους φτωχούς. Αυτό είναι το ιδανικό του βεδουίνου. Μ' αυτήν την προοπτική, στο βάθος μιας σκληρής φύσης, βρίσκει την καταγωγή της μια λαϊκή ποίηση που αγγίζει διάφορα ζητήματα, ανάμεσα στα οποία εκείνο που μας ενδιαφέρει: το ζήτημα της φτώχειας στην οποία ζει μια ομάδα
ποιητών, οι ­σααλίκ­, εξαθλιωμένοι και κλέφτες, που εκφράζουν τα σχεδόν αριστοκρατικά χαρακτηριστικά του άρπαγα βεδουίνου στα πλαίσια μιας ληστρικής δραστηριότητας πιο συγκεκριμένης, αντικαθιστώντας τους παραδοσιακούς φυλετικούς δεσμούς με την επαγγελματική αλληλεγγύη των ληστών.
 Oρίστε μια ειδική απολογία του "αυθεντικού" ­σουλούκ­ (ενικός του ­σααλίκ­):µ
- Συγχίζει τον Αλλάχ ένας (ψεύτικος) ­σουλούκ­ που καθώς πέφτει η νύχτα στέκεται για να ρουφήξει το μεδούλι από ένα κόκαλο, συχνάζοντας σε κάθε σφαγείο.
- Που θεωρεί τα πλούτη σαν πεπρωμένο του, κάθε βράδυ που καταβροχθίζει το δείπνο του στο σπίτι ενός ευκατάστατου φίλου του.
- Που πέφτει για ύπνο το βράδυ και ξυπνάει μισοκοιμισμένος το πρωί, σκουπίζοντας με το σκονισμένο πλευρό του τις πέτρες του δρόμου.
- Που λίγο ψάχνει αυτός για τροφή εκτός αν πρόκειται για τον εαυτό του μόνο, και μετά κείτεται (χορτασμένος) τεντωμένος σαν γκρεμισμένη παράγκα.
- Βοηθάει τις γυναίκες της φυλής όταν του ζητάνε βοήθεια (σε γυναικείες δουλειές), και το βράδυ είναι κουρασμένος σαν εξαντλημένη καμήλα.
- 'Ομως (γνήσιος) ­σουλούκ­ είναι αυτός του οποίου το πρόσωπο λάμπει, όπως η φλόγα ενός δαυλού που κάποιος αναζητάει την φωτιά του∙
- όταν καραδοκεί για τους εχθρούς του, που προσπαθούν να τον απομακρύνουν από το πλάτωμά τους, όπως απορρίπτουν τα χειρότερα βέλη του ­μαιζίρ­,
- και παρόλο που είναι μακριά του, δεν αισθάνονται ασφαλείς από την γειτνίαση του και ψάχνουν, όπως οι άνθρωποι κάποιον που λείπει και τον περιμένουνε.
- Αυτός που όταν συναντάει τον θάνατο, τον αντιμετωπίζει με γενναιότητα, και αν κάποια μέρα μπορέσει να χαρακτηριστεί πλούσιος, το αξίζει με το παραπάνω. (40)
 Γράφει ο Γκαμπριέλι: "'Ετσι από τον συνηθισμένο τύπο του ιππέα της ερήμου εξελίσσεται εκείνος του ληστή τον οποίο το διπλό όνομα Ταάμπατα Σαρράν-Σάνφαρα τον ενσαρκώνει με αξεπέραστη δύναμη. Από τις διηγήσεις που μεταβιβάζουν στους μεταγενέστερους τα κατορθώματα αυτών των ανθρώπων, με τους σίγουρα αυθεντικούς
στίχους τους και με τους στίχους τους τους πιο γνωστούς που αποδίδονται σ' αυτές τις διηγήσεις, όμως είναι αμφισβητούμενης αυθεντικότητας, αυτό το διάσημο ζευγάρι μπορεί να χαρακτηριστεί σαν η πιο τυπική ενσάρκωση της ζωής και της ποίησης της ερήμου στις πιο βίαιες μορφές τους. Ο Ταάμπατα Σαρράν (παρατσούκλι που σημαίνει 'κουβαλάει κάτι κακό, κάποια διαβολιά κάτω από την μασχάλη του'...)... μας έχει αφήσει αυτό το πορτραίτο του αυθεντικού ­σουλούκ­:
- Ελάχιστα παραπονιέται για τις αναποδιές που τον χτυπούν∙ πλούσιος σε επιθυμίες, ευμετάβλητος σε στόχους και σε επιλογές πορείας.
- Περνάει την ημέρα σε μια έρημο, το βράδυ σε μια άλλη, περνώντας μόνος του έφιππος τις κορυφές τρομακτικών περασμάτων.
- Ξεπερνάει τους προάγγελους της πνοής του ανέμου, αφήνοντάς τους πίσω σε μια κούρσα γρήγορη και ορμητική.
- 'Οταν η νύστα του κλείνει τα μάτια, πάντα επαγρυπνεί γι' αυτόν μια καρδιά άγρυπνη και τολμηρή.
- Βάζει τα μάτια του φρουρούς της καρδιάς του, για να αποκαλύψει (την αποφασιστική στιγμή) ένα σίδερο λείο και κοφτερό.
- 'Οταν αυτός το μπήγει πεταχτό μέσα στο κόκαλο ενός εχθρού, αστράφτουν σ' ένα χαμόγελο μεγάλης χαράς τα δόντια στο στόμα του χάρου.
- Η μοναξιά είναι γι' αυτόν η καλύτερη συντροφιά∙ βρίσκει από μόνος του τον δρόμο του, με την Μητέρα του πλήθους των αμέτρητων άστρων. (41)
 Στο ίδιο είδος εντάσσεται και η Σάνφαρα, που φέρνει στην μνήμη τα κατορθώματα της ομάδας του Ταάμπατα Σαρράν ως εξής:
- Πόσες φορές πάνω σ' έναν εξαίσιο τόπο παρατήρησης των άστρων, πάνω στον οποίο το λεπτό και ευκίνητο κυνηγόσκυλο δεν κατάφερε να βάλει πόδι,
- κατόρθωσα ν' ανεβώ μέχρι το ανώτερο σημείο της κορυφής, καθώς πλησίαζε το πυκνό βαθύ σκοτάδι της νύχτας,
- κι εκεί πέρασα την νύχτα ακουμπισμένος, σκαρφαλωμένος με τις μύτες των αγκώνων, καθώς γύρω τους συστρεφόταν το ελικοειδές φίδι,
- μ' ελάχιστα εφόδια, εκτός από δύο παπούτσια με μονοκόμματες, ελαφρές και λεπτές σόλες,
- και μια φθαρμένη κουβέρτα, κι ένα μαδημένο παλτό, και μια Ινδική άσπρη λεπίδα από στιλπνό σίδερο,
- κι ένα τόξο κίτρινο και δυνατό από σκληρό ξύλο, που στενάζει και σηκώνει την φωνή σαν τον άνθρωπο που αγωνιά. (42)
 Το λογοτεχνικό γεγονός παρακολουθεί με μεγάλη ευαισθησία το κοινωνικό γεγονός, καταγράφοντας και αναβιώνοντας τις περιστάσεις και τα όριά του. Ο αρχαίος κόσμος δύει, ακολουθούν και δοκιμάζονται νέες πολιτικές αντιλήψεις, ο άνθρωπος ψάχνει τον δρόμο του μέσα από χίλια λάθη. Ο λαός υποφέρει απ' όλες τις
απόψεις, πληρώνει τα λάθη των αλλωνών, αγωνιά για να ξεσηκωθεί και πάλι και για να κερδίσει την αιώνια πάλη για το ψωμί.
 Ο λαός ξαναζεί την ληστεία σε νέες μορφές, ακόμη και σε λογοτεχνικό επίπεδο. Οι ομάδες και οι κοινότητες των ­ανθρώπων των συνόρων­, εκτός από σποραδικά παραδείγματα στα καινούργια εδάφη των νέων ηπείρων, μειώνονται συνεχώς. Μ' αυτόν τον τρόπο μεταβάλλονται είτε ο ηθικός κώδικας της ληστείας, είτε ο σκοπός
που τον κατεύθυνε προηγούμενα. Συνακόλουθα τα επαναστατικά κινήματα θα καταλήξουν να κάνουν αδύνατη μια καθαρή διάκριση μεταξύ της κοινωνικής ληστείας και των αντάρτικων κινημάτων. 
'Ομως εφόσον ασχολούμαστε με την σχέση της ληστείας με την λογοτεχνία πρέπει να εκτιμήσουμε ορισμένα λογοτεχνικά φαινόμενα που, χωρίς το ­εκτός νόμου­ περιβάλλον δεν θα είχαν καμιά έννοια.
 Η πιο φανερή περίπτωση που έλκει την καταγωγή της από ορισμένες καταστάσεις, που δημιουργήθηκαν στην Ισπανία ακόμα και πριν από την αποικιακή έκρηξη είναι ο ­πικαρισμός­. Ο ­πίκαρο­ αποτελεί την αντίθετη όψη του ακέραιου και γενναίου ατόμου, μια όψη ενοχλητική και απίστευτη, που μόνο η Ισπανία μπορούσε να δημιουργήσει.
Είμαστε μπροστά από το αντίθετο του τύπου του κυρίου, όπου ο Δον Κιχώτης και ο ιπποκόμος ξαναβρίσκονται μαζί, σε μια τεταμένη και ασυνήθιστη κατάσταση. ­Πικάρ­ σημαίνει να αποκτάς με πονηριά, να εξαπατάς, να βολεύεσαι, όσο καλύτερα μπορείς, να ζεις χωρίς προγράμματα, ριψοκίνδυνα, ηρωικά, με περιπετειώδη τρόπο, ενστικτωδώς. Ο Πίκαρο είναι ο ατομιστής που απορρίπτει την συγκροτημένη κοινωνία, που οικοδομεί μια δική του ηθική. Σ' αντίθεση με τον τσιγγάνο και τον πολεμιστή δεν είναι μόνο ένας ­περιπλανώμενος Ιουδαίος­. Είναι το στοιχείο που αναδύεται από την τάξη των πληβείων και γίνεται ήρωας. Ενώ ο Ρινάλντο, καθώς ζει
σαν ληστής και ενεργεί σαν ληστής, παραμένει πάντα πρίγκηπας του Μονταλμπάνο, ο ­πίκαρο­, με το να ζει και να ενεργεί σαν ληστής, παραμένει πάντα η αντίθεση του πρίγκηπα, ο μεγάλος πληβείος ήρωας. Είναι ο Οδυσσέας που αντιμετωπίζει, με τις επινοήσεις και τις πονηριές του, την δύναμη και την αριστοκρατικότητα του
Αχιλλέα. Δικιολογημένα θα μπορούσε να του αποδοθεί το αναρχικό ρητό του Ραμπελαί: "Κάνει αυτό που θέλει". 
 To πρόβλημα είναι πολύ περίπλοκο. Ο ­πίκαρο­ είναι αξιοθρήνητος και θηριώδης γιατί η κοινωνία τον έχει κάνει τέτοιο αναγκαστικά. Η δύση ενός πολιτισμού και η γέννηση μιας μεγάλης αυτοκρατορίας γεμάτης αίμα και πράξεις φρικτής εκμετάλλευσης, διαφαίνεται σ' αυτό το δημιούργημα της Ισπανικής ψυχής που μετατρέπεται σε λογοτεχνικό θέμα μόνο μέσω της γενικευμένης ευαισθησίας των
Ισπανικών μαζών. Δεν θα μπορούσε να εξηγηθεί διαφορετικά είτε η τρομερή αποτελεσματικότητα του ισπανικού πεζικού, που εκπαιδεύτηκε σε μια σχολή σκληρότητας που μόνο η δυστυχία μπορεί να προκαλέσει, ενώ απ' την άλλη η εξουσία την οργάνωσε σοφά, είτε η άρνηση της αυτοκρατορίας, του μύθου της κατάκτησης, ή άρνηση του ήρωα. Ο ­πίκαρο­ είναι στην πραγματικότητα ένας αντι-ήρωας. Δεν ονειρεύεται, δεν αυταπατάται, τα μεγάλα λόγια δεν τον συγκινούν, δεν αγωνίζεται για την Ισπανική σημαία την οποία, μάλιστα, περιγελάει. Το χρήμα και τα πράγματα των αλλωνών: να ο παράδεισός του, να αυτό που δίνει σταθερότητα στην ζωή του. 'Οχι το χρήμα που συσσωρεύεται, το χρήμα που μας αναγκάζει να δουλεύουμε, να
εκπορνευόμαστε για να το έχουμε∙ αλλά το χρήμα των αλλωνών, εκείνων που το έχουν σε επάρκεια, το χρήμα των πλουσίων. Σ' ένα έθνος σε άνοδο ο ­πίκαρο­ δεν θέλει να έχει ορίζοντες και προοπτικές, δεν θέλει να δημιουργήσει ιδιωτικό πλούτο: ενώ όλοι βλέπουν εύκολη την δυνατότητα να κάνουν περιουσία, ο ­πίκαρο­ αρνείται την ίδια την έννοια της περιουσίας και ζει την κάθε του μέρα.
 Eνώ η ­άλλη Ισπανία­ καταλαμβάνει την Ιταλία, την Φλάνδρα, την Αμερική, την Αφρική, θεωρούμενη η πρώτη αριστοκρατία του κόσμου, θεματοφύλακας του Θρόνου και του Θυσιαστήριου, αυτή η Ισπανία, η λαϊκή Ισπανία, θέλει να κατακτήσει την πόλη και τα μικρά χωριά που έχουν εγκαταλειφθεί από την ίδια την Ισπανία, τα προάστεια, τα ίσια δρομάκια των συνοικιών της περιφέρειας που ερημώθηκαν από
ομάδες επιστράτευσης. Σε μια κοινωνία κλεφτών και φονιάδων, η γνήσια ηθικότητα συνίσταται στο να ζει κανείς λαθραία σε βάρος των κλεφτών και με το να σκοτώνει τους φονιάδες. Οι περιουσίες, αρκετά μέτριες, που ο παλιός αγρότης ήξερε να εξοικονομήσει κατά την διάρκεια αιώνων σκληρής δουλειάς πάνω στη φειδωλή Ισπανική γη, τώρα αποτελούν την βάση για μια επιχείρηση κατάκτησης και
γενοκτονίας σε παγκόσμια κλίμακα: όλα αυτά φοβίζουν και τρομοκρατούν τον ­πίκαρο­ που κλείνεται μέσα στο οχυρό της αθλιότητας, της άρνησης. Ενώ το έθνος ιστιοδρομεί προς τις κατακτήσεις που τις κάνουν ορατές το χρυσάφι και τα στολίδια και ναυαγεί στο επίπεδο των αξιών, το κομμάτι του Ισπανικού λαού που
προτίθεται να διασώσει τις αξίες που το χαρακτηρίζουν, αρνείται να πάει να σκοτώσει τους απολίτιστους κατοίκους των νέων εδαφών, και προτιμάει να σκοτώνει τους ίδιους τους Ισπανούς νεόπλουτους, στην γωνιά του δρόμου, μέσα στην ίδια την Ισπανία, που ζει από την αρπαγή και τις ανθρωποκτονίες.
 Γράφει ο Γκάλλο: "Ο αληθινός 'πίκαρο', ο συνηθισμένος, είναι δικαστής του ίδιου του του εαυτού∙ ένας υπεράνθρωπος χωρίς κουλτούρα, χωρίς περηφάνεια που να φαίνεται, χωρίς την υποχρεωτική αξιοπρέπεια, που όμως έχει την δύναμη να δέχεται, με ανατολίτικη φρόνηση, την επιλογή των μέσων για να ξεφύγει από τα
εμπόδια. Είναι ένας τύπος ευκολοκατανόητος και συνηθισμένος, όμως η δική του θαυμαστή ηθική πρωτοτυπία είναι η ίδια η ακατανίκητη Ισπανική του υπόσταση, αποτέλεσμα, ίσως, τόσο ποικίλης καταγωγής, σημείο συνάντησης τόσων εθνικών διαδρομών, τόσων θρησκευτικών διαδρομών, τόσων κατευθυντήριων της ιστορίας. Μέσα σ' αυτόν τον θρυμματισμό των αλληλοσυγκρουόμενων κυμάτων, ο 'πίκαρο' είναι μια
μέση λύση, καθοριστικής 'κεντρικότητας'∙ θέλει να σταματήσει την πορεία της ιστορίας∙ είναι ένας ανυπότακτος, ένας λιποτάκτης. Δεν υπομένει πλέον το παρελθόν, δεν στρέφεται προς το μέλλον∙ κόβει τα σχοινιά μολονότι δεν ξέρει να κολυμπάει∙ ενεργεί από μόνος του". (43)
 Με την εξέλιξη των καιρών και των γεγονότων, με τις προσπάθειες για αναγέννηση και για εθνικές διεκδικήσεις που έγιναν από πολλούς λαούς, μεταβλήθηκαν ακόμα και τα κλασικά θέματα της λαϊκής ποίησης και λογοτεχνίας. Τώρα βρισκόμαστε μπροστά σε συγγραφείς καλοτακτοποιημένους που βρίσκουν πάντα στοιχείο έμπνευσης στην ελεύθερη και περιπετειώδη ζωή του ληστή ή στην συλλογική δράση των εξεγερμένων μαζών.
 Μια μορφή σχετική προς τον ισπανικό πικαρισμό, αναφαίνεται στην Αργεντινή: η λογοτεχνία των ­γκάουτσος­. Επί πλέον εδώ από την αρχική αυθόρμητη και λαϊκή παραγωγή, με τον Βαρθολομαίο Χιλδάγο (1788-1822) περνάμε στην αληθινή, στην κυριολεξία λογοτεχνική παραγωγή. Το ληστρικό στοιχείο καλλιεργείται με λεπτό και αβέβαιο τρόπο, όπως, στην πραγματικότητα, ακολουθούσε και την πραγματική
ζωή του γκάουτσο, ελαφρά διαφορετική από εκείνην του Βορειοαμερικάνου κάου-μπόυ, με την οποία θα ήταν δυνατό να συγκριθεί.
 Το πιο αντιπροσωπευτικό ίσως έργο είναι ο ­Μαρτίν Φιέρρο­ του Χοσέ Χερνάντεζ (1834-1886). Ο γκάουτσο ζει ευτυχισμένος στην καρδιά της πάμπας, σ' ένα χαμένο μικροσκοπικό χωριουδάκι. Η κυβέρνηση τον στρατολογεί με το ζόρι για να πολεμήσει ενάντια στους ­μοντονέρας­, τις ομάδες των επαναστατημένων Ινδιάνων που δεν
θέλουν να απαρνηθούν τον πρωτόγονο και απολίτιστο τρόπο ζωής τους. Αναγκασμένος να πολεμάει ο ­γκάουτσο­ αντιλαμβάνεται χίλιες δυο αδικίες και χίλιες δυο αθλιότητες, μέχρι που λιποτακτεί και επιστρέφει στο χωριό, το οποίο βρίσκει κατεστραμμένο και την γυναίκα του και τα παιδιά του εξαφανισμένα. Μετατρέπεται τότε σε ­κακό γκάουτσο­. Καταδιώκεται, αναζητείται, ξαναγίνεται άγριος, παράνομος. Μαζί μ' έναν φίλο, τον Κρουζ, βρίσκει καταφύγιο ανάμεσα στους Ινδιάνους. (44)
 Στην Ουρουγουάη, αυτό το λογοτεχνικό ρεύμα προσλαμβάνει τόνους πιο ανατριχιαστικούς, που πλησιάζουν το μαύρο μυθιστόρημα. (45)
 'Οσον αφορά την Βραζιλία, η συζήτηση περιπλέκεται. Το τραγούδι των σκλάβων προβάλλεται ξανά από το λογοτεχνικό ρεύμα του ρομαντισμού γύρω στις αρχές του 19ου αιώνα. 'Ενας από τους εκπροσώπους του είναι ο Ντομίγκος Χοσέ Γκονσάλβες ντε Μαχαλάες. Σ' ένα ποίημα του 1856 ο ποιητής αφηγείται τον αγώνα των Ινδιάνων
ενάντια στους Πορτογάλλους κάτω από την ηγεσία του γενναίου αρχηγού Αϊμπίρε, μέχρι τον θάνατο του ίδιου και της συζύγου του Ιγκουασού. (46) 'Ενα χαρακτηριστικό λογοτεχνικό ρεύμα είναι η ποίηση ­κοντορέϊρα­, που αναφέρεται στις ωραιότατες πτήσεις των πτηνών των 'Ανδεων. Μύστης της ο Λουίς Γκονζάγκα Πίντο ντα Γκάμα, σκλάβος που απέδρασε από την καταναγκαστική εργασία και πάλεψε
ενάντια στην τυραννία για όλη του την ζωή. Οι ­Γκάουτσος του Νότου­ είναι μια άλλη ομάδα συγγραφέων που τοποθετούνται γύρω στο τέλος του 19ου αιώνα, οι οποίοι ξαναπαρουσιάζουν αρκετά θέματα από την Aργεντίνικη πάμπα. Ο ηρωικός και ελεύθερος άνθρωπος του Νότου που προσπαθεί να πραγματοποιήσει την ομοσπονδιακή επανάσταση και που διατηρεί μια ψυχή ηρωική, νοσταλγική και λυπημένη.
 'Ομως είναι στις ερημικές ζώνες της νοτιοανατολικής Ευρώπης που μετά τον 15ο αιώνα αναπτύχθηκε το φαινόμενο της ληστείας σε αξιοσημείωτη κλίμακα, δίνοντας, έμμεσα, θέση σε μια όχι αμελητέα λαϊκή καλλιτεχνική παραγωγή. Απ' όλα αυτά δεν έχουν απομείνει πολλά και το μεγαλύτερο μέρος μας έρχεται μέσω ­έντεχνων­ νεότερων
διασκευών τους. Αρκετό υλικό βρίσκεται στα έργα του Ιβάν Βαζώφ, του πιο μεγάλου σύγχρονου Βούλγαρου συγγραφέα, και σ' αυτούς στους οποίους γίνεται αισθητή η επιρροή του όπως: ο Κωνσταντίν Βέλικωφ και ο Ζαχάρι Στογιάνωφ. (47) Διακρίνονται διάφορες κατηγορίες Βούλγαρων ληστών. Ο Χομπσμπάουμ γράφει: "Οι κλασικοί
'αριστοκράτες κλέφτες' της Βουλγαρίας, παρατηρούν οι Εγγλέζοι συγγραφείς του ­Μια παραμονή στην Βουλγαρία­ (1869), που είναι επιρρεπείς στο να συμπαθούν τον ισλαμικό ηρωισμό, ήτανε οι ­τσελίμπι­, κατά κανόνα Τούρκοι 'καλής οικογένειας', οι οποίοι διακρινόντουσαν από τους ­κερσίς­ ή κοινούς εγκληματίες, οι οποίοι
απολαμβάνανε την συμπάθεια των χωριών καταγωγής τους, και από τους ­χαϊντούκους­, αιμοβόρους παράνομους, σκληρούς από φύση και χωρίς στηρίγματα έξω από την δική τους ομάδα". (48) 
 Ο Πουγκατσιόφ, χωρίς αμφιβολία, αποτελεί ένα από τα σύμβολα της κοινωνικής ληστείας, ο οποίος έχει ανυψωθεί σε επαναστατική συνείδηση. Η επανάσταση στα νοτιοανατολικά, δηλαδή στις περιοχές των Ουραλίων, του Βόλγα, του Δον, εμψυχώνεται από τις πιο φτωχές τάξεις. Από τους χωρικούς του 'Ορενμπουργκ, από τους δουλοπαροίκους του Καζάν, από τους κοζάκους του Δον, από τους Κιργίσιους Μογγόλους και από τους Μπακίρι της Κασπίας. Η εξέγερση έφτασε να απειλήσει την ίδια την Μόσχα και ανάγκασε την αυτοκράτειρα να αναστείλει τις εχθροπραξίες ενάντια στους Τούρκους. Στην περίφημη οπισθοχώρησή του ο ίδιος ο Ναπολέων
προσπάθησε να εφαρμόσει το ίδιο σχέδιο δράσης με τον Πουγκατσιόφ, προσπαθώντας να ξεσηκώσει τους φτωχούς χωρικούς, αλλά χωρίς να το κατορθώσει, γιατί οι πιο απόκληρες τάξεις, όπως είχε ήδη συμβεί στην Ισπανία, βρέθηκαν ενωμένες από την ανάγκη του αγώνα για εθνική απελευθέρωση.
 Τα ιστορικά παράδοξα: ο σφαγέας Ναπολέων που προσπαθεί να χρησιμοποιήσει ένα ­πραγματικά­ επαναστατικό μέσο χωρίς να τα καταφέρει, εξαιτίας μιας "αντιδραστικής" κινητοποίησης, όπως είναι ακριβώς ο Ρωσικός εθνικισμός.
 Με τις λαϊκές εξεγέρσεις που καθοδηγούνται από τον Πουγκατσιόφ, διαδίδεται σ' όλη τη Ρωσία μια κατάσταση αβεβαιότητας για την εξουσία. Βρισκόμαστε τώρα στο όριο ανάμεσα στον παλιό κόσμο και στην διείσδυση των ιδεών της νέας τάξης πραγμάτων. Εκείνα ακριβώς τα χρόνια θα διαδοθούν στην Ρωσία οι ιδέες των Γάλλων
εγκυκλοπαιδιστών.

­ Η εξέταση του περίγυρου

 Ο Χομπσμπάουμ συνδέει το πρόβλημα της κοινωνικής ληστείας με την ύπαιθρο και τον αγροτικό κόσμο. Γράφει: "Το βασικό σημείο, όσον αφορά τους κοινωνικούς ληστές, είναι το γεγονός ότι αυτοί είναι παράνομοι αγρότες, θεωρούμενοι
εγκληματίες από τον άρχοντα και από την κρατική εξουσία, που όμως παραμένουν επίσης μέσα στην αγροτική κοινότητα και θεωρούνται από τον κόσμο τους ήρωες, αγωνιστές, εκδικητές, μαχητές της δικαιοσύνης, ακόμη και αρχηγοί απελευθερωτικών κινημάτων και οπωσδήποτε άνθρωποι άξιοι θαυμασμού, βοήθειας και υποστήριξης".
(49)
 Και συνεχίζει: "... το φαινόμενο της κοινωνικής ληστείας, συναντιέται σε παγκόσμιο επίπεδο στις κοινωνίες που βασίζονται στην γεωργία (συμπεριλαμβανομένων και των ποιμενικών οικονομιών) και τροφοδοτείται πλατιά από χωρικούς και χειρώνακτες που δεν είναι ιδιοκτήτες γαιών, που κυβερνιώνται, καταπιέζονται και γίνονται αντικείμενα εκμετάλλευσης από άλλους -άρχοντες,
κατοίκους της πόλης, δημοτικά συμβούλια, κυβερνήσεις, ανθρώπους του νόμου ή ακόμη και τράπεζες. Αυτό το φαινόμενο περιβάλλεται πάντα με μια από αυτές τις τρεις κύριες μορφές... της ­αριστοκρατικής ληστείας­ τύπου Ρομπέν των Δασών∙ του πρωτόγονου εμψυχωτή της αντίστασης, όπως οι αντάρτες ­χαιντούκ­ στα Βαλκάνια
και, καμιά φορά, ακόμη και του ­εκδικητή­ που σκορπίζει τον τρόμο στο πέρασμά του". (50)
 Πρέπει να λεχθεί αμέσως ότι αυτός ο ­αυστηρός­ τρόπος να καθορίζουμε το πρόβλημα δεν μας φαίνεται σωστός. Η κοινωνική ληστεία συνδέεται με μια κατάσταση εκμετάλλευσης, που εξαιτίας του ότι την ανέχονται, έχει φτάσει σε ακραία όρια. Είναι φυσικό αυτά τα όρια να είναι πολύ πιο στενά σε μια αγροτική
πραγματικότητα παρά σε μια βιομηχανική πραγματικότητα, διαφορετικά δεν θα εξηγιόταν η διαρκής ροή προς την πόλη και η εγκατάλειψη της υπαίθρου. Χίλιοι λόγοι συντρέχουν για ν' αυξηθεί η εκμετάλλευση, η αλλοτρίωση και η απομόνωση στην ύπαιθρο. Ενώ λίγοι είναι οι συγκεκριμένοι λόγοι που προκαλούν ορισμένες
καταστάσεις, στα πλαίσια των οποίων το φαινόμενο της ληστείας ξεσπάει με μορφή αρκετά εκτεταμένη.
 'Ισως τα λόγια του Χομπσμπάουμ έχουν μεγαλύτερη εγκυρότητα αν τα δει κανείς από ιστορική άποψη. Για τους ληστές που ήταν ευνοϊκοί προς τους Βουρβώνους, μετά την ένωση, πράγματι η ύπαιθρος σήμαινε όχι μόνο την λύση του στρατηγικού προβλήματος, αλλά επίσης και το φυσικό σημείο προέλευσης και συρροής των συμφερόντων τους. Σήμερα ο δεσμός ανάμεσα στην ύπαιθρο και στην κοινωνική ληστεία είναι πολύ πιο αδύναμος απ' ότι ήταν στο παρελθόν, τουλάχιστον στις
ζώνες του ανεπτυγμένου καπιταλισμού. Και με αυτή την έννοια βρίσκουμε τις μεθοδολογικές προτάσεις του Χόμπσμπάουμ υπερβολικά δύσκαμπτες.
  Η μελέτη του περιβάλλοντος πρέπει να μας δώσει τα μέσα για μια πρώτη προσέγγιση του προβλήματος της κοινωνικής ληστείας. Η εκμετάλλευση εξωτερικεύεται σε καταστάσεις πολύ διαφορετικές: στην Λατινική Αμερική, στις Ηνωμένες Πολιτείες, στις Ευρωπαϊκές χώρες του προηγμένου καπιταλισμού, στις Αφρικανικές χώρες, στις Ασιατικές χώρες, στις λεγόμενες σοσιαλιστικές χώρες (Ε.Σ.Σ.Δ., Κίνα, Κούβα, κλπ.). Το μυστικό του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής είναι να χρησιμοποιεί τους ίδιους τους εχθρούς του σε συνάρτηση προς τις προοπτικές της παραγωγής. Αντίθετα προς την αμβλύνοια του φασισμού, ο καπιταλισμός βλέπει ότι τα μέσα καταπίεσης πρέπει να χρησιμοποιούνται με λεπτότητα και ευφυία, όταν είναι αναπόφευκτο. Η αποικιοκρατία και η κτηνώδης
απαλλοτρίωση των λαών αποτελεί μια από τις φάσεις της καπιταλιστικής ανάπτυξης, φάση που προαναγγέλει τις μεγάλες προσπάθειες της βιομηχανοποίησης που όμως, δεδομένης της αναγκαιότητας μιας άνισης ανάπτυξης του ίδιου του καπιταλισμού,
συνυπάρχει ακόμα και σήμερα. Είναι σημαντικό να καταλάβουμε πώς ο κόσμος είναι διαιρεμένος σε ζώνες επιρροής και εκμετάλλευσης από τις μεγάλες δυνάμεις του παγκόσμιου καπιταλισμού, οποιουδήποτε χρώματος κι αν είναι, και ότι σε συνάρτηση προς αυτό υφίσταται ακόμη και σήμερα αποικιακή κοινωνία στον υπανάπτυκτο καπιταλισμό, στην οποία είναι ορατά, και για το πρόβλημα που μας αφορά,
κοινωνικά αίτια και φαινόμενα που για μας ανήκουν στην ιστορία.  Στην πράξη τα κέντρα της καπιταλιστικής ανάπτυξης εισάγουν από την υπανάπτυξη: κεφάλαια (δασμούς, εμβάσματα μεταναστών), εργασία (φαινόμενο της μετανάστευσης), αγροτικά προϊόντα και πρώτες ύλες σε χαμηλή τιμή∙ και εξάγουν βιομηχανικά προϊόντα σε υψηλές τιμές. Απ' όλ' αυτά εξάγουμε ακριβείς χαρακτηρισμούς: υπανάπτυξη,
αποικιοκρατία, ιμπεριαλισμός.
 Στην υπανάπτυξη η εκμετάλλευση εγγυάται την ίδια την δυνατότητα ανάπτυξης του κεφαλαίου (που όπως έχουμε πει είναι άνιση), εναπόκειται στην θέληση των κυβερνώντων και δεν εγκαταλείπεται μόνο στους νόμους της αγοράς (διαρθρωτικές παρεμβάσεις του Κράτους στην οικονομία). H παρουσία ενός πόλου βιομηχανικής έλξης αυξάνει την ανισότητα. Η μετανάστευση, οι κινήσεις των κεφαλαίων και το εμπόριο είναι τα στοιχεία που διευκολύνουν την διαδικασία συσσώρευσης του κεφαλαίου. Η εκλεκτικότητα του μεταναστευτικού κινήματος ευνοεί τους τόπους που βρίσκονται στο δρόμο της ανάπτυξης, αφήνοντας στους πιο καθυστερημένους τόπους τους γέρους και τις χήρες. Και όχι μόνο, γιατί στις πιο καθυστερημένες ζώνες
η γονιμότητα είναι πιο ψηλά επειδή είναι λιγότερο διαδεδομένος ο έλεγχος των γεννήσεων, πράγμα που θα καθορίσει με δυσμενή τρόπο την κατανομή κατά ηλικίες του πληθυσμού των υπανάπτυκτων τόπων.
Το ίδιο συμβαίνει με τις κινήσεις του κεφαλαίου. 'Ενας μεγαλύτερος φόρος στα κέρδη οδηγεί στην μετατόπιση των κεφαλαίων, πράγμα που θα 'πρεπε να επιφέρει μια μείωση της εισροής των κεφαλαίων με βάση τον ίδιο τον νόμο της αγοράς, όμως υπάρχει επίσης μια αύξηση της ζήτησης (που προκαλείται από την ίδια την
μετανάστευση) και τελικά, τα όρια κορεσμού των πιο ανεπτυγμένων τομέων είναι υψηλότατα χάρις, επί πλέον, στις τεχνολογικές καινοτομίες. Αντίθετα στις υπανάπτυκτες ζώνες επιφέρουν μόνο αρνητικά αποτελέσματα. Η ζήτηση κεφαλαίου για επενδύσεις παραμένει αρκετά μικρή, το εισόδημα είναι χαμηλό και τείνει να
μειώνεται, το ίδιο το τραπεζικό σύστημα είναι πιο δύσκαμπτο στο να παραχωρήσει δυνατότητες (δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι για την τράπεζα είναι πιο εύκολο να παραχωρήσει ένα μεγάλο δάνειο παρά εκατό μικρά δάνεια). Το εμπόριο συμπληρώνει την εικόνα. Με την κατάρριψη των εσωτερικών τελωνειακών φραγμών λόγω της ενοποίησης, επαληθεύτηκε το ότι οι περιοχές του Νότου (όσον αφορά την Ιταλική
περίπτωση) που είναι πιο φτωχές σε βιομηχανικές εγκαταστάσεις, φτώχαιναν πάντα όλο και πιο πολύ. Η προσάρτηση του Νότου περισσότερο από πολιτικό γεγονός υπήρξε μια καθαρά στρατιωτική κατάσταση. Ακόμη και η κουλτούρα υπεισέρχεται στις σχέσεις ισχύος του καπιταλισμού. "Δεν υπάρχει κάποια αντι-κουλτούρα, η κάποια
κόντρα-κουλτούρα, και ούτε καν κάποια παράλληλη κουλτούρα ή υπόγεια. Κάτω από αυτές τις διακρίσεις του κοινωνιολόγου γίνεται, υποταγμένη στην αντιφατική ανάπτυξη, η προοδευτική έκπτωση της κουλτούρας σε θέαμα, σ' ένα θέαμα που μεταμορφώνει σε ιδεολογία τσέπης τις εικόνες που δεν έχει κανείς ζήσει, και τις
ξανασυγκεντρώνει σ' ένα χρονικό διάστημα κατά το οποίο το εμπόρευμα δεν είναι μόνο προϊόν που και καταναλώνεται και διανέμεται, αλλά επίσης είναι ­γενικευμένο­ σαν ανάγκη, ευκαιρία, ελευθερία, διάρκεια, εκπροσώπηση∙ τέλος πάντων σαν κατηγορίες του ζωντανού όντος, που έχουν υποβαθμιστεί σε επιβίωση". (51) 'Ενας
ενδιαφέρων παραλληλισμός θα μπορούσε να γίνει ανάμεσα στην αλλοτρίωση που προκαλεί η καπιταλιστική εκμετάλλευση στους χώρους δουλειάς - επακόλουθος καταναλωτισμός και κοινωνία της καταστροφής - και στην ιδεολογική σύγχιση, που η μεταμόρφωση σε εμπόρευμα της επιθυμητής στο σύστημα κουλτούρας καταλήγει να
οδηγήσει πολλούς διανοούμενους, οι οποίοι γίνονται πραγμοποιημένα αυτόματα όχι διαφορετικά από τον φτωχό εργάτη στην αλυσίδα συναρμολόγησης. "Σήμερα η κυριαρχία διαιωνίζεται και επεκτείνεται όχι μόνο μέσω της τεχνολογίας αλλά ­σαν­ τεχνολογία, και αυτή η τελευταία παρέχει μια ανώτερη νομιμοποίηση στην πολιτική εξουσία, η οποία επεκτείνεται μέχρι να απορροφήσει όλα τα πεδία δράσης της
κουλτούρας. Σ' αυτό το σύμπαν, η τεχνολογία προνοεί επιπλέον για μια έντιμη ορθολογικοποίηση της μη ελευθερίας του ανθρώπου και δείχνει την 'τεχνική' αδυναμία της αυτονομίας μας, του να αποφασίζουμε προσωπικά εμείς για την ίδια μας την ζωή. Η απουσία ελευθερίας δεν φαίνεται πράγματι να έχει ανορθολογικό χαρακτήρα, όμως φαίνεται μάλλον να οφείλεται στην υποταγή στο τεχνικό
σύστημα που αυξάνει τις ανέσεις της ζωής και την παραγωγικότητα της εργασίας". (52)
 H αποικιοκρατία εκπροσωπεί τα στοιχεία της εκμετάλλευσης της υπανάπτυξης, που στο μεγαλύτερο μέρος τους είναι οικονομικά και έχουν εμπλουτιστεί από ορισμένα στοιχεία, τα οποία είναι λανθάνοντα στην πρώτη περίπτωση. Το πιο σημαντικό από αυτά είναι ο ρατσισμός, η διάκριση μεταξύ ­ανθρώπων­ και ­αυτοχθόνων­. "Για τον
ένα, προνόμιο και ανθρωπιά είναι ένα και το αυτό: αυτός καθίσταται άνθρωπος με την ελεύθερη εξάσκηση των δικαιωμάτων του:για το άλλο, η έλλειψη δικαιωμάτων επικυρώνει την αθλιότητά του, την χρόνια πείνα του, την ανοησία του, με μια λέξη: την μη-ανθρωπιά του". (53) Συχνά ο ίδιος ο αποικιοκρατούμενος καταλήγει να δεχτεί την κατάστασή του, σαν "βιολογικό" αναπόφευκτο. Ο ίδιος ο καταπιεστής ρίχνει στην κυκλοφορία την ιδεολογία του "σφάλματος", που δεν ξέρει κανείς σε τι αναφέρεται, ένα σφάλμα που έχει διαπραχτεί και τώρα κάνει "δίκαιη" την
κατάσταση της εκμετάλλευσης. "Ο τρόμος και η εκμετάλλευση απανθρωποποιούν και ο εκμεταλλευτής εκλαμβάνει αυτήν την απανθρωποποίηση σαν πρόσχημα για να συνεχίσει να εκμεταλλεύεται". (54) Το όριο είναι η φυσική εκμηδένιση του αποικιοκρατούμενου: "Ο αποικιοκράτης αρνιέται με όλες του τις δυνάμεις τον
αποικιοκρατούμενο, όμως ταυτόχρονα το θύμα του του είναι αναντικατάστατο για να συνεχίσει να είναι αυτό που είναι... Μαζί με τον αποικιοκρατούμενο θα εξαφανιζόταν η ίδια η αποικιοποίηση, συμπεριλαμβανομένου σ' αυτήν και του αποικιοκράτη". (55) 'Ενα στοιχείο μεγάλης σημασίας είναι οι θρησκευτικές αποστολές που αρνούνται την εγκυρότητα των τοπικών θρησκειών σαν καρπών άγνοιας
και διανοητικής κατωτερότητας. Πρόκειται για έναν ιδεολογικό ρατσισμό που γίνεται ισχυρός με το να συμμαχεί με τον οικονομικό ρατσισμό. "Τα θριαμβευτικά ανακοινωθέντα των αποστολών στην πραγματικότητα πληροφορούν για την σπουδαιότητα των από την αλλοτρίωση προκαλούμενων ζυμώσεων, οι οποίες εισβάλλουν στην ψυχή
του αποικιοκρατούμενου λαού. Μιλάω για την χριστιανική θρησκεία και κανένας δεν έχει το δικαίωμα να εκπλήσσεται. Η Εκκλησία στην αποικία είναι μια Εκκλησία λευκών, μια Εκκλησία ξένων. Δεν καλεί τον αποικιοκρατούμενο άνθρωπο στο δρόμο του Κυρίου, αλλά στον δρόμο του λευκού, στον δρόμο του αφεντικού, στον δρόμο του καταπιεστή". (56) Στο ίδιο στυλ ο Ράιχ έγραφε: "Δεν χρειάζεται μεγάλη μόρφωση, αλλά μόνο λίγο διανοητικό θάρρος για ν' αναγνωρίσει κανείς ότι οι καπιταλιστικές δυνάμεις δεν φέρνουν στους αποικιακούς λαούς την χριστιανική πίστη, την συνήθεια να φοράνε ρούχα και την 'ηθική' επειδή αποσκοπούν σε ιδανικά και στον πολιτισμό, αλλά γιατί θέλουν να αποτυπώσουν στο μυαλό του κάθε ατόμου το πνεύμα της δουλοπρέπειας απέναντι στους Ευρωπαίους κι επιπλέον να τους εξασθενίσουν με το αλκοόλ και να τους κάνουν πρόθυμους για τις προσταγές τους. Και ο καλύτερος τρόπος για ν' αποτυπώσουν το πνεύμα του καπιταλισμούν στην ψυχική δομή των πρωτογόνων ανθρώπων - με μια αξιοσημείωτη οικονομία σ' επιτηρητές και σε αστυνομικές δυνάμεις - είναι να υποτάξουν την επαναστατική δύναμη που αναδύεται από την ικανοποιημένη σεξουαλικότητα". (57)
Καθώς σιγά-σιγά διευρύνεται η καπιταλιστική επέκταση και καινούργιοι καθυστερημένοι τομείς ενσωματώνονται στο εσωτερικό της λογικής του κεφαλαίου, αυξάνουν οι πιθανότητες να πραγματοποιηθούν εκείνα τα κέρδη που είναι απαραίτητα στην συνέχιση του καπιταλιστικού συστήματος. Είναι προφανές ότι αυτή η
επέκταση δεν συμβαίνει με ήρεμο τρόπο, αλλά απαιτεί αξιοσημείωτες χρήσεις βίας και προκαλεί βαθιές αλλαγές ακόμη και στα ίδια τα κράτη που την προωθούν. Με τον ερχομό της εποχής των μονοπωλίων ο παλιός φιλελευθερισμός Αγγλικού τύπου εξαφανίζεται: η αστική τάξη δεν έχει πλέον ανάγκη από κεφάλαια για να επενδύσει στην εθνική βιομηχανία, θέλει να βγάλει κέρδη από τις πωλήσεις των προϊόντων
που διατρέχουν τον κίνδυνο να μείνουν στις αποθήκες. Οι εξωτερικοί ανταγωνιστές γίνονται πιο ετοιμοπόλεμοι και δεν είναι πια δυνατή η ειρηνική κατάκτηση των εξωτερικών αγορών, πρέπει να ανατρέξει κανείς σε άλλα μέσα: αρχίζει η εποχή της
αποικιοκρατίας. Ο Μαντέλ γράφει: "Η εξαγωγή κεφαλαίων και η αποικιοκρατία που τ' απορροφάει, αποτελούν μια αντίδραση του κεφαλαίου των μονοπωλίων ενάντια στην μείωση του μέσου ποσοστού κέρδους στις σε μεγάλο βαθμό βιομηχανοποιημένες μητροπολιτικές χώρες και ενάντια στην σμίκρυνση του πεδίου των επικερδών
επενδύσεων σ' αυτές τις χώρες. M' αυτήν την έννοια, δεν είναι παρά η έκφραση, σε μια ορισμένη ιστορική στιγμή, ενός γενικού χαρακτηριστικού του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής, της ανάπτυξής του και της διάδοσής του: τα κεφάλαια προσανατολίζονται προς τους τομείς στους οποίους το προβλεπόμενο ποσοστό κέρδους είναι μεγαλύτερο από το μέσο. Τα αποικιακά υπερκέρδη είναι λοιπόν κέρδη ανώτερα από τα μέσα κέρδη που αποκομίζει το κεφάλαιο στην μητροπολιτική περιοχή". (58)
 Στον ιμπεριαλισμό βρίσκει κανείς μια σύγχρονη εκδοχή της αποικιοκρατίας. Η εξαγωγή κεφαλαίων εντείνεται και πραγματοποιείται σε παγκόσμιο επίπεδο ένας αληθινός καταμερισμός της εργασίας πέρα από μια παγκόσμια αγορά. Η στρατιωτική δύναμη των κρατών ­οδηγών­, σε πρώτη θέση έρχονται οι Ηνωμένες Πολιτείες,
κατανέμεται σε συνάρτηση προς τα συμφέροντα του ιμπεριαλισμού, δηλ. την συνέχιση της εκμετάλλευσης που προηγουμένως ήταν εγγυημένη από την αποικιοκρατία. Στα 1966 στους ­Τάιμς της Νέας Υόρκης­ μπορούσε να διαβάσει κανείς: "Ο ιμπεριαλισμός των Ηνωμένων Πολιτειών έχει διαμοιράσει τις δικές του ένοπλες δυνάμεις,
τοποθετώντας στρατεύματα σε κάθε μέρος του κόσμου. Την στιγμή κατά την οποία αυτός μεταφέρει στην Ασία τις δυνάμεις που ήταν στρατωνισμένες αλλού, δεν κάνει τίποτα άλλο παρά εξασθενίζει τα δυτικά τείχη για να επισκευάσει τα ανατολικά τείχη, και έτσι χώνεται σε μια κατάσταση ακραίας παθητικότητας. Το να
συγκεντρώνει δυνάμεις σ' ένα μέρος σημαίνει γι' αυτόν να τις μειώνει αλλού, πράγμα το οποίο δείχνει καθαρά την μοιραία αδυναμία της συνολικής στρατηγικής του Αμερικάνικου ιμπεριαλισμού. Ο αγώνας των λαών του κόσμου ενάντια στις Ηνωμένες Πολιτείες είναι ένα σύνολο ενωτικό, ενώ ο Αμερικάνικος ιμπεριαλισμός μπορεί να διαμελιστεί. Η αναχαίτιση μεγάλων μονάδων των δυνάμεων των Ηνωμένων Πολιτειών, οι οποίες ασχολούνται με τους ασιατικούς λαούς, δημιουργεί μια κατάσταση ευνοϊκή στην τελική ανάπτυξη του αντι-ιμπεριαλιστικού αγώνα των λαών των άλλων μερών του κόσμου. Αν όλοι οι λαοί του κόσμου εξεγειρόντουσαν μαζί
για να του επιτεθούν, ο ένας χτυπώντας τον στο κεφάλι και ο άλλος στα πόδια, ο Αμερικάνικος καπιταλισμός θα μπορούσε σιγά-σιγά να καταστραφεί". (59) Σήμερα, μετά την πανωλεθρία στο Βιετνάμ και στην Καμπότζη, μπορούμε να διαβάσουμε αυτά τα λόγια με μεγαλύτερη προσοχή και να δούμε πόση αδυναμία κρύβεται πίσω από την πρόσοψη της ισχύος των Ηνωμένων Πολιτειών.
 Πράγματι ιμπεριαλισμός και αποικιοποίηση δεν είναι δύο ξεχωριστά φαινόμενα και, παρμένα μαζί, συνδέονται με το οικονομικο-δομικό φαινόμενο της υπανάπτυξης. Βέβαια η αποικιοποίηση μπορεί ν' αποτελεί μια από τις μορφές του ιμπεριαλισμού αλλ' αυτή έχει τα δικά της ιδιαίτερα χαρακτηριστικά. Γενικά η αποικιοποίηση έχει
σαν προϋπόθεση την εκμετάλλευση μακρινών χωρών με μέσα εξαναγκασμού, ενώ ο σύγχρονος οικονομικός ιμπεριαλισμός (δεν πρέπει να συγχέεται με τον στρατιωτικό μιλιταρισμό του παρελθόντος), ανατρέχει σε διαφορετικά μέσα οικονομικής
εκμετάλλευσης. Από ορισμένες απόψεις πολύ σημαντικές για την μελέτη του επαναστατικού σχεδίου, όσον αφορά τα άτομα, η αποικιοκρατία έχει μια ρατσιστική βάση που ίσως την κάνει χειρότερη από τον ιμπεριαλισμό. "Ενώ ο παραδοσιακός ιμπεριαλισμός παγιώνει μια σχέση νικητή προς νικημένο, η αποικιοποίηση
πραγμοποιεί τον αποικιοκρατούμενο με την θέλησή του. Ο ιμπεριαλισμός - το έχουμε δει στις Ευρωπαϊκές συρράξεις - συνοδεύεται από την αναγνώριση μιας διαφοράς, όμως σε ανθρώπινο επίπεδο (διαφορά εθνότητας, εθνική, γλωσσική κλπ.), ενώ η αποικιοποίηση τείνει να δίνει διαπιστευτήρια στην αναγνώριση μιας διαφοράς ουσίας. Ο αποικιοκρατούμενος δεν είναι ούτε καν άνθρωπος δεύτερης κατηγορίας: είναι πράγμα, αντικείμενο∙ και είναι μια ανάγκη που παράγει η ίδια η λογική του συστήματος, το να επιβάλλεται στην αποικιοποίηση η πραγματοποίηση αυτής της πραγμοποίησης. Μια τέτοια ανάγκη προκαλείται, ακόμη περισσότερο, από την θέση μειοψηφίας στην οποία βρίσκεται ο αποικιοκράτης. Αυτός είναι μόνος, μπροστά στους πολλούς∙ γι' αυτό δεν έχει ούτε τον χρόνο, ούτε την άνεση να διακρίνει σ' αυτούς ανθρώπινες ιδιότητες. Είναι τόσο αμαθής ώστε να νομίζει ότι το ν' αναγνωρίσει ανθρωπιά στον αποικιοκρατούμενο, θα τελείωνε με το ν' αποκλείσει αυτόματα κάθε μορφής εξουσία που προτίθεται ν' ασκήσει πάνω σ' αυτόν. Γι' αυτό κάνει μια ριζική απλοποίηση, η οποία θα χρησιμεύσει, κατά την κρίση του, στο να διευκολύνει το καθήκον του. Αποφασίζει ότι ο αποικιοκρατούμενος όχι μόνο είναι κατώτερος, μα είναι ένα αντικείμενο, και σαν τέτοιο είναι πιο εύκολο να χρησιμοποιηθεί". (60)
 Αυτό το σχήμα μας κάνει να δούμε με σαφήνεια τις συνθήκες εκμετάλλευσης και τα μέσα που χρησιμοποιούνται: οι οικονομικοί νόμοι διορθώνονται από την πολιτική εξουσία (αμφισβητούμενοι σαν τέτοιοι) και η αλγινή κατάσταση διατηρείται ακόμη και με την προσφυγή στην στρατιωτική ισχύ (εσωτερική και εξωτερική). Τόσοι
υπεροπτικοί κριτές της επαναστατικής βίας, τόσοι ειρηνιστές χαμένοι στα απραγματοποίητα όνειρά τους, τόσοι δημαγωγοί ρεφορμιστές πολιτικοί υπερβολικά απασχολημένοι με το να βάζουν χέρι στο σάκο με τα δημόσια πράγματα για να μεγαλώσουν τις δικές τους ιδιωτικές περιουσίες∙ θα 'πρεπε καλύτερα να σκεφτόντουσαν πάνω στις αντικειμενικές συνθήκες που καθορίζουν την εξέγερση,
ακόμη κι αν είναι απροσδόκητη και αδιανόητη. Μ' αυτήν την έννοια δεν θα τους περίμεναν εκπλήξεις. Και όχι μόνο, μα τα μοντέλα εκμετάλλευσης που γίνονται αρκετά σαφή στις υπανάπτυκτες ζώνες, πραγματοποιούνται επακριβώς και στις εύπορες ζώνες, όπου η εκμετάλλευση δεν αλλάζει παρά μόνο στην μορφή. Τα πειστήρια παραμένουν πάντα ανιχνέυσιμα, εκείνο που συνήθως λείπει είναι η
καλή θέληση.
 Δεν υπάρχει κανείς που να μην μένει κατάπληκτος, όταν θυμάται τα γεγονότα του 1968 στην Γαλλία, σαν να πρόβαλε από τον βυθό των θαλασσίων αβύσσων ένα τέρας με εκατό κεφάλια εκπλήσσοντας όλους τους ηθολόγους και όλους τους επισκέπτες των μουσείων. Γράφει ο Χομπσμπάουμ: "Αυτή η επιστροφή του ενδιαφέροντος για την αναρχία, ήταν ένα μοναδικό φαινόμενο και απροσδόκητο από πρώτη άποψη. Μόλις πριν μια δεκαετία θα φαινόταν απίθανο: σαν κίνημα και σαν ιδεολογία ακόμη, η αναρχία φαινόταν σαν μια τώρα πλέον ολοκληρωμένη φάση της εξέλιξης των σύγχρονων επαναστατικών και εργατικών κινημάτων". (61) Το περιβάλλον στο οποίο υποθάλπεται η επανάσταση είναι εκείνο στο οποίο οι αντιθέσεις του καπιταλισμού είναι περισσότερο εμφανείς, αλλ' αυτό δεν αποτρέπει το γεγονός ότι βγαίνουν επίσης στην επιφάνεια ακόμη και όταν είναι έξυπνα καμουφλαρισμένες.

                       Η ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΛΗΣΤΕΙΑ

1. Το εσωτερικό μέτωπο και η επανάσταση. 2. Το δικαίωμα της
απαλλοτρίωσης. 3. Η βία και η κοινωνική ληστεία. 4. Η ηθική
θεμελίωση της κοινωνικής ληστείας.

                          ΜΕΡΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟ

­  Το εσωτερικό μέτωπο και η επανάσταση.

 'Ολες οι προσπάθειες των εκμεταλλευόμενων που κατευθυνόντουσαν στην οργάνωση ενός ­εσωτερικού μετώπου­ ενάντια στους εκμεταλλευτές, τουλάχιστον μέχρι σήμερα, χαλιναγωγήθηκαν από την εξουσία. Ακόμη και στις χώρες όπου πραγματοποιήθηκαν μερικές επαναστάσεις και όπου συνέβησαν γεγονότα τέτοιου βεληνεκούς ώστε
να αλλάξει η προηγούμενη από αυτά διαχείριση της εξουσίας, δεν μπορούμε να καταλήξουμε σε μια χωρίς όρους αποδοχή των αποτελεσμάτων. Η κατάσταση παραμένει γεμάτη αμφιβολίες και αμηχανία. "Στις χώρες του ανατολικού τομέα του καπιταλισμού, η άμεση σύγκρουση, κατ' ευθείαν ανάμεσα στην εργατική τάξη και στην τάξη των διευθυνόντων (κρίση του 1956, Τσεχοσλοβακία, Πολωνία) μας οδήγησε στο να αναρωτηθούμε για την μορφή των σχέσεων και της επικοινωνίας ανάμεσα σ' αυτές τις δύο τάξεις. Η ιδέα που γενικά διατηρήθηκε σε ισχύ είναι η ανυπαρξία των τάξεων, και, αντίθετα, η ύπαρξη στρωμάτων λιγο-πολύ μη ανταγωνιστικών. Συχνά υπερασπίζονται την ιδέα ότι η  ανυπαρξία συνεκτικών οργάνων (του τύπου του συνδικάτου ή της εργοστασιακής επιτροπής δυτικού τύπου) εξηγεί τις συγκρούσεις... σε όλες τις χώρες της Ανατολής, η τάξη των διευθυνόντων κατέχει όλη την εξουσία πάνω στα μέσα της παραγωγής και πάνω στον πολιτικο-στρατιωτικό μηχανισμό: τα πάντα υποτάσσονται στην αυστηρή ιεραρχία του κόμματος". (1) Η
προλεταριακή εναλλακτική λύση είναι μόνο μία: να οικοδομήσουμε τον κομμουνισμό άμεσα, περνώντας πάνω από τις αντεπαναστατικές γραφειοκρατικές κατασκευές. Για να γίνει αυτό πρέπει να φροντίσουμε για την αναλυτική εξατομίκευση και την πρακτική δημιουργία εκείνων των ελάχιστων στοιχείων της βάσης, που είναι
­οι αυτόνομες ομάδες­ των ­εργατών­. Αυτές οι ομάδες στο μέλλον θα λειτουργήσουν στα πλαίσια της λογικής της αυτόνομης και ­άμεσης δράσης­, επεκτείνοντας την πρακτική εκείνη που στο παρελθόν χαρακτήρισε μόνο μερικά άτομα (ή ομάδες) ιδιαίτερα συνειδητά. Σ' αυτήν την προοπτική της αυτονομίας του αγώνα υπεισέρχεται επίσης
και η αποσαφήνιση του προβλήματος της κοινωνικής ληστείας, η οποία στην πορεία της ωρίμανσης γίνεται όλο και πιο δύσκολο να διακριθεί από την επαναστατική δράση με την στενή έννοια. Στο παρελθόν ο κοινωνικός ληστής μπορούσε να αναγνωριστεί σαν επαναστάτης αντάρτης μέσω μιας διαδικασίας διαλεύκανσης των
αντικειμενικών συνθηκών που επιδρούσαν πάνω του, εν αγνοία του στην πλειοψηφία των περιπτώσεων. Σήμερα είναι πολύ πιο λεπτές οι αποχρώσεις της διαφοροποίησης, που χαρακτηρίζουν ένα επιταχυνόμενο κίνημα συνειδητοποίησης στις επαναστατημένες
μειοψηφίες, ακόμη και σ' αυτές που δεν είναι πολιτικοποιημένες με μορφή καθορισμένη επαρκώς.
 H πιο διαδεδομένη προοπτική στα ­προοδευτικά­ περιβάλλοντα της αστικής τάξης είναι το ­ήπιο­ πέρασμα στον κρατικό σοσιαλισμό. Θα ήταν μια πραγματική χρεωκοπία των προοπτικών της οριστικής απελευθέρωσης των εκμεταλλευομένων. Ευτυχώς το σχέδιο του ­ήπιου­ περάσματος, για λόγους όχι πάντα προβλέψιμους από την μεριά της
ίδιας της αστικής τάξης, δεν μπορεί να θεωρηθεί αναπόφευκτο. Συχνά κάτι δεν πάει καλά και τότε ο εχθρός φαίνεται υποχρεωμένος να τροποποιήσει τα σχέδια του. Από την άλλη μεριά μερικές μόνιμες καταστάσεις της εκμετάλλευσης, όπως για παράδειγμα οι θάνατοι στην δουλειά, οι νόμιμες ανθρωποκτονίες, αποτελούν ένα μέρος της σύγκρουσης σε βάθος που δεν μπορεί να διορθωθεί. Βρίσκεται σε εξέλιξη ένας πόλεμος που δεν μπορεί πάντα να καμουφλαριστεί χάρις στην παρέμβαση των ρεφορμιστών προδοτών. Μερικές περιθωριακές ομάδες του εργατικού κινήματος, ιδίως εκείνες οι περισσότερο πολιτικοποιημένες, αντιλαμβάνονται αυτήν την βασική αλήθεια και ριζοσπαστικοποιούν κάποιους αγώνες. Το ίδιο το γεγονός της
ριζοσπαστικοποίησης των αγώνων παράγει επαναστατικές μειοψηφίες που ριζοσπαστικοποιούν περαιτέρω την σύγκρουση με την εξουσία. Σ' αυτό το επίπεδο η εξουσία ­πρέπει­ να παρέμβει αποφασιστικά. Είναι η περίπτωση των αντάρτικων οργανώσεων που είναι στις χώρες του ανεπτυγμένου καπιταλισμού παρά σ' εκείνες που χαρακτηρίζονται από τα προβλήματα της υπανάπτυξης ή της αποικιοκρατίας. Αυτές οι μειοψηφικές περιθωριακές ομάδες εμπλέκουν το Κράτος σε στρατιωτική αντιπαράθεση, κάνοντάς το να τις συντρίψει σ' ένα χρονικό διάστημα λίγο-πολύ σύντομο. Η παρουσία τους μέσα στις φυλακές δεν μπορεί να είναι χωρίς συνέπειες πάνω σ' εκείνες τις άλλες μειοψηφίες που συνιστούν το φυλακίστικο προλεταριάτο από τους χαρακτηριζόμενους ­κοινούς­. Από αυτήν γεννιέται κάποια συνειδητοποίηση αυτής της τελευταίας μειοψηφίας,  λίγο-πολύ βεβιασμένη, λίγο-πολύ διαυγής, λίγο-πολύ αντιφατική, όμως, όπως και νά 'χει, συνειδητοποίηση που τίθεται σαν ένα νέο φαινόμενο. Και αν είναι αλήθεια, όπως είναι αλήθεια, ότι οι εξεγέρσεις και
οι επαναστατικές συγκρούσεις ωριμάζουν σχεδόν πάντα μέσα στους τοίχους των φυλακών, η παραδοσιακή διάσταση της κοινωνικής ληστείας υφίσταται, αυτά τα τελευταία χρόνια, μια ριζική μεταμόρφωση που δεν μπορούμε ν' αφήσουμε να μας διαφύγει.
 "Οι φυλακές έχουν στερηθεί εκείνο το φράγμα σιωπής που τις περιέβαλλε: οι διαμαρτυρίες, οι εξεγέρσεις, οι αυτοκτονίες και οι ανθρωποκτονίες έχουν αφαιρέσει την μάσκα της βίας και των μηχανισμών που αφιερώνουν τον φυλακισμένο στην οριστική περιθωριοποίηση και στην καταστροφή της προσωπικότητάς του. Οι
αιτίες της εξέγερσης, τα εκφρασμένα αιτήματα, η αντικειμενική συνάφειά τους με την πρακτική πλευρά της ταξικής πάλης, στο πιο υψηλό της επίπεδο, η πολιτική συνειδητοποίηση των κρατουμένων, μας κάνουν να κατανοήσουμε πως σήμερα δεν είναι μόνο το σύστημα της μεταχείρισης των φυλακισμένων σε κρίση, αλλά όλος ο κατασταλτικός μηχανισμός, ο μηχανισμός της Δικαιοσύνης και της αστυνομίας: ο κρατικός μηχανισμός. Η ταξική πάλη έχει οδηγήσει σε κρίση όλους τους θεσμούς καθώς και τον βίαιο και διαχωρισμένο ρόλο τους. Η πίεση και η λύσσα που υψώνεται από κάθε κατάσταση μεταδίδεται στις άλλες και τις ενοποιεί κάνοντας τον τμηματικό αγώνα, γενικό. Γιατί η φυλακή; Γιατί η δικαιοσύνη; Για να υπερασπίζονται ποιά τάξη και ποιούς νόμους; Αυτές οι ερωτήσεις βρίσκονται στο κεφάλι και στο στόμα των προλεταρίων, των κρατουμένων και όλων των καταπιεσμένων. Το κύμα των εξεγέρσεων στις φυλακές και η συνειδητοποίηση του κρατούμενου προλεταριάτου έχουν τις ρίζες τους εκτός από τις υλικές συνθήκες της ζωής, τις οποίες υφίστανται, και στην νέα ποιότητα των κρατουμένων: στην
φυλακή μπαίνουν μαζικά προλετάριοι και υποπρολετάριοι που διώχτηκαν από την ύπαιθρο του Νότου, που σπρώχτηκαν από την ανάγκη στα εργοστάσια, στα κατακλυσμένα από κόσμο ενοικιαζόμενα δωμάτια των προαστιακών γκέτο, χωρίς σπίτι, χωρίς κοινωνικές σχέσεις. 'Ανδρες και γυναίκες, ήδη περιθωριοποιημένοι από την μετανάστευση, στυμμένοι από τον διαβολικό ρυθμό της αλυσίδας συναρμολόγησης, πεταμένοι κατόπιν στην ανεργία και στην αθλιότητα έψαξαν στο λαθρεμπόριο, στην πορνεία και στην αρπαγή, την ατομική λύση στο πρόβλημα της επιβίωσης μέσα στην διαιρεμένη σε τάξεις κοινωνία. Στην μεγάλη πλειοψηφία των νέων κρατουμένων δεν ταιριάζει πλέον το αστικό σύστημα: έχουν δοκιμάσει, πριν από την φυλακή, την ταξική πάλη, στο εργοστάσιο ή στην γειτονιά, και έχουν απ' αυτήν αποκομίσει το πολιτικό περιεχόμενο, αρνούμενοι την έννοια του απαραβίαστου του δικαιώματος της ατομικής ιδιοκτησίας. Στις φυλακές το μεγαλύτερο μέρος των κρατουμένων όντας σε άμεση επαφή με τις επαναστατικές πρωτοπορίες έχει συνειδητοποιήσει την κοινωνική προέλευση της από μέρους του παραβίασης της νομιμότητας του Κράτους, έχει κατανοήσει την αναγκαιότητα να συμμετάσχει στο μέτωπο της ταξικής πάλης. Για πολλούς η εξέγερση στη φυλακή υπήρξε η πρώτη πράξη συνειδητοποίησης του ρόλου τους, η πρώτη πράξη για να αισθανθούν άνθρωποι που αγωνίζονται για την ελευθερία, για την ανακάλυψη της ανθρώπινης και κοινωνικής τους αξιοπρέπειας. Μ' αυτήν την έννοια γι' αυτούς η φυλακή έγινε 'σχολή Επανάστασης'". (2)
 Μα όμως πρέπει να δούμε καθαρά το πρόβλημα, ακόμη και μέσα στα όρια του. Υπάρχουν δύο παράγοντες καθυστέρησης∙ ο ένας αφορά το καθεστώς της κυκλοφορίας μέσα στις ειδικές φυλακές που έχει προκαλέσει μια αξιοσημείωτη μείωση των επαφών ανάμεσα σε ­πολιτικούς­ και ­κοινούς­∙ ένας άλλος αφορά την επιμονή των καταλοίπων της αστικής ηθικής στο εσωτερικό της εκμεταλλευόμενης τάξης. Στο πρώτο μέρος της παρούσης εργασίας είδαμε πώς η θρησκευτικότητα, η αίσθηση της απαραίτητης παρουσίας του αρχηγού, ο ίδιος ο μύθος του ληστή σαν καθοδηγητή και σαν απελευθερωτή, αποτελούν έναν χαλινό στην επαναστατική εξέλιξη των αγώνων και
κάνουν την τάξη των εκμεταλλευόμενων να βρεθεί κάτω από την κυριαρχία της ­ανερχόμενης ελίτ­, η οποία κατευθύνεται προς την κατάκτηση της εξουσίας∙ η αστική ηθική συγκατατίθεται στην διενέργεια μιας ριζικής επιλογής, στο ίδιο το εσωτερικό της εκμεταλλευόμενης τάξης, εδραιώνοντας την ύπαρξη ένός προνομιούχου
στρώματος που κατόπιν θα είναι το πρώτο που θα γίνει όργανο της
υπό συζήτηση ­ελίτ­.
 Και σ' αυτό οφείλεται το ότι οι πιο προοδευμένες τάξεις των προλεταρίων, αυτές που απολαμβάνουν άμεσα μια κάποια ευζωία και που αποτελούν ­σχεδόν άσπρα κολλάρα­, οι ίδιοι οι εργάτες ορισμένων βιομηχανιών που βρίσκονται σε ιδιαίτερη θέση μέσα στην παραγωγή, ή συνδέονται με ισχυρούς δεσμούς με τα κόμματα και τα συνδικάτα,
εκείνη η μεγάλη μάζα του ελιγμού προς την αντίδραση που αποτελείται από την μεσαία τάξη που τροφοδοτείται από την κερδοσκοπική και γραφειοκρατική αστική τάξη, αποδέχονται εξ ολοκλήρου τις αξίες της ηθικής που έχει δημιουργηθεί στα μέτρα των αφεντικών (με αρκετή βοήθεια από την θρησκεία) προκειμένου να
υψώσουν ένα φράγμα ανάμεσα σε εργάτες κι εργάτες, σε ­ειδικευμένους­ και ­γενικούς­, ανάμεσα σε εκμεταλλευόμενους εφοδιασμένους με επαγγελματική ειδίκευση, που αυταπατώνται ότι δεν είναι εκμεταλλευόμενοι γιατί έχουν καταφέρει ν' αποκτήσουν
ψυγείο κι αυτοκίνητο ενώ σκοτώνονται στην δουλειά για να πληρώσουν τις δόσεις, και εκμεταλλευόμενους που δεν έχουν σταθερή δουλειά, ευπρεπή, έντιμη, κοινωνικά επιδοκιμαστέα, εκμεταλλευόμενους που ζουν μεροδούλι-μεροφάι, στους οποίους συχνά
αποδίδεται η ιδιότητα του "υπόκοσμου", του "εγκληματία" κτλ. 'Οταν η διάκριση καθορίζεται ακόμη περισσότερο επακριβώς, δηλ. όταν προσπαθεί ν' απομονώσει, σαν μολυσμένα κτήνη, τους "αληθινούς και καθαρούς εγκληματίες" και όχι μόνο τους δυνητικούς (δηλαδή όλους εκείνους που δεν έχουν σταθερή δουλειά), ο
εκκλησιαστικός χαρακτήρας της αστικής ηθικής παρεμβαίνει με ακόμη μεγαλύτερη βαρύτητα.
 Μπορούμε να διακρίνουμε στη συνέχεια μεταξύ:
α) ­τηςθρησκευτικότητας­ εν γένει που καθορίζει την αποδοχή καθοδηγητή, ο
οποίος εξατομικεύεται στην ­ανερχόμενη ελίτ­, και,
β) ­της υπολειπόμενης ηθικής­ της αστικής τάξης, που ξαναπηγαίνει, όσον
αφορά τις αρχές της, προς μια ιδιαίτερη άποψη της ίδιας θρησκευτικότητας, που δημιουργεί μια βαθιά διάσπαση στο εσωτερικό του αυτόνομου κινήματος των εργαζομένων, ρίχνοντας τις βάσεις για μια μετατροπή τους σε όργανα από μεριάς της μελλοντικής εξουσίας.
 Η πρώτη συνέπεια της επιρροής της αστικής ηθικής, που υπολείπεται στο εσωτερικό του προλεταριάτου, είναι η διάσπαση του ­εσωτερικού μετώπου­, η άρνηση κάθε αυθόρμητης τάσης στην οργάνωση του αγώνα, κάθε προσφυγής στην παρανομία, κάθε πράξης που βγαίνει έξω απ'τους ­κανόνες­ της τρέχουσας ηθικής, που η αστική τάξη τους εκμεταλλεύεται επί τούτου τόσους αιώνες. Η ρήξη του ­εσωτερικού μετώπου­ τροποποιεί σε βάθος και την επιλογή και την πραγματοποίηση της στρατηγικής του αγώνα.
 Εμβαθύνοντας στην ανάλυση βλέπει κανείς πως η ­θρησκευτικότητα­ της εκδίκησης, ή χιλιασμός, δεν είναι παρά μια συνέπεια της εκμετάλλευσης, γι' αυτό, ανακεφαλαιώνοντας μπορούμε να πούμε, ότι συγγενεύει με την τάξη των παραγωγών η οποία, κατά την διαδικασία της ωρίμανσής της μπορεί ν' απαλλαγεί από αυτήν∙ η αστική αντίληψη της ηθικής, αντίθετα, δεν είναι καρπός της εκμετάλλευσης
παρά μόνο έμμεσα (στο βαθμό που προκαλεί την γέννηση προνομίων διαφόρων επιπέδων), αλλά στην ουσία εισάγεται από την τάξη των παραγωγών εξαιτίας της μόλυνσης από την μικροαστική τάξη, που δεν διακρίνεται πάντοτε εύκολα από τους ίδιους τους παραγωγούς, και εξαιτίας ενός ειδικού μηχανισμού συντήρησης που δημιουργεί η εξουσία.
 Μ' αυτή την έννοια ένας περισσότερο σταθερός φραγμός χωρίζει τον αγροτικό κόσμο από την ηθική των αστών και των μαγαζατόρων, όσο και αν διατηρεί την δική του σχέση με όλους αυτούς που ζουν ­εκτός νόμου­. Σε κάθε περίπτωση, κι αν διαφέρει ο τρόπος εκτίμησης της σχέσης αυτής, αυτό δεν επιτρέπει τον υποχρεωτικό χαρακτηρισμό ενός φαινομένου σαν κοινωνικής ληστείας μόνο με βάση το ότι αυτό
ανήκει στον αγροτικό κόσμο, όπως υποστηρίχτηκε απ' τον Χομπσμπάουμ.
 'Ετσι το πρόβλημα της ­κατάλληλης αντίδρασης της τάξης­ γίνεται κεντρικό. Οι εντιθέσεις εκδηλώνονται σε κάθε επίπεδο, μα με ιδιαίτερο τρόπο καταλήγουν να μπορούν να ξαναβρεθούν σε οικονομικό επίπεδο. Οι αγρότες δεν είναι τέτοιοι επειδή ζούνε στην ύπαιθρο, αλλά γιατί είναι δομημένοι με τρόπο λίγο-πολύ
ομογενή από την παρουσία συμφερόντων συνειδητά εξατομικευμένων. Η οργάνωση της αντίθεσης στην εξουσία που λαμβάνει υπ' όψη της την υπεράσπιση αυτών των συμφερόντων, μπορεί να θεωρηθεί μια μορφή ομογενοποίησης της αγροτικής τάξης. Στα πλαίσια αυτής της προοπτικής ο κοινωνικός ληστής θεωρείται σαν το προχωρημένο σημείο της αντίθεσης, σαν ο τυπικός εκπρόσωπος. Από την μεριά του
ο ληστής αποκτάει συνείδηση επαναστάτη όχι γιατί ζει ή κοιμάται με το ντουφέκι δίπλα του, αλλά γιατί βρίσκεται μέσα στον αγώνα και καταλήγει να τον εσωτερικεύει (τουλάχιστον στην πλειοψηφία των περιπτώσεων), μεταφέροντάς τον σ' ένα επίπεδο εναντίωσης προς τους άμεσους εκπροσώπους της εξουσίας (μεγαλοϊδιοκτήτες, αστυνομία κλπ.). Το διάφραγμα της αστικής ηθικής είναι πιο
κλειστό. Εάν η συνείδηση της αγροτικής τάξης δεν μπορεί να αποδοδεί χοντρικά σε ­ταξική κατάσταση­, όπως κάνουν πολλοί μαρξιστές, είναι δυνατόν να επανεκτιμηθεί υπό το φως αυτού του διαφράγματος.
 Μπορούμε να παραθέσουμε περικοπές από πολλούς ορθόδοξους μαρξιστές που βλέπουν κάποιον κίνδυνο στους αγρότες, αλλά προτιμάμε να ξαναρχίσουμε με τον Πάννεκεκ που βλέπει τα πράγματα με πιο δίκαιο τρόπο: "Κάποιος μικροαστός ή κάποιος αγρότης δεν είναι παρά ένας προλετάριος που τον εκμεταλλεύεται το κεφάλαιο.
Από τα έσοδα της δουλειάς του αυτός δεν κρατάει παραπάνω απ' όσα του χρειάζονται για να ζήσει: την αξία της εργατικής του δύναμης. Οτιδήποτε άλλο πηγαίνει στον κεφαλαιοκράτη, και γι' αυτό συνιστά την υπεραξία. 'Ομως εδώ η εκμετάλλευση γίνεται με μια μορφή που, όντας κρυφή, είναι πολύ πιο τρομερή από την εκμετάλλευση των εργατών της μεγάλης βιομηχανίας. Αυτοί οι εκμεταλλευόμενοι έχουν πειστεί ότι εργάζονται για τον ίδιο τους τον εαυτό, γι' αυτό στίβονται μέχρι το έσχατο των δυνάμεών τους και ικανοποιούνται και από τον πιο μίζερο τρόπο ζωής". (3)
 Αλλά ούτε ο Πάννεκεκ κατορθώνει να μας πει με ποιό τρόπο αυτές οι τάξεις μπορούν ν' αποτελέσουν μια επαναστατική βάση. Αντιθέτως όπως λέει ο Μπακούνιν: " Ο λαός της υπαίθρου που, για πρώτη φορά στην ιστορία της Ιταλίας, θα κληθεί να παίξει έναν μεγάλο ρόλο στην επόμενη κοινωνική επανάσταση θα φαινόταν μάλλον κάτω από την επιρροή των παπάδων. 'Ομως κατά βάθος όλες οι προκαταλήψεις του
είναι ουσιαστικά σοσιαλιστικές. Αυτός ελπίζει σε μια ριζική αλλαγή στην οικονομική του κατάσταση, και οι παπάδες δεν θα μπορέσουν ν' ασκήσουν κάποια επιρροή που θ' αποθαρρύνει και θα καταπραΰνει αυτό το ένστικτο, όπως έκανε στο παρελθόν ο Καρδινάλιος Ρούφο στο βασίλειο της Νάπολης". (4)
 Και αλλού: "Λάβετε υπ' όψη σας ότι ο αγρότης μισεί όλες τις κυβερνήσεις. Τις υποστηρίζει από δειλία, τις πληρώνει κανονικά και υποφέρει όταν του παίρνουν τα παιδιά για να τα κάνουν στρατιώτες, επειδή δεν βλέπει πώς θα μπορούσε να κάνει αλλιώς, στο βαθμό που όλες οι κυβερνήσεις είναι ίδιες και η καινούργια
ισοδυναμεί με την παλιά, και όποιο και να 'ναι το όνομα που παίρνει δεν θα 'ναι καλύτερη από την παλιά, και γι' αυτό για ποιον λόγο ρωτάει ο αγρότης, να διατρέχω τους κινδύνους και να μπαίνω στα έξοδα μιας μάταιας αλλαγής". (5)
 Αλλά ακόμη κι αυτή η άλλη πλευρά της ερμηνείας δεν μας εξουσιοδοτεί να καθορίσουμε αυστηρούς κανόνες αξιώνοντας να τους αναγνωριστεί ότι ισχύουν σε κάθε τόπο και σε κάθε εποχή. M' αυτόν τον τρόπο η επαναστατική διαδικασία μετατρέπεται σ' έναν μηχανισμό που μας λέει ότι είναι αρκετό να δημιουργήσουμε μια εστία αντάρτικου στην ύπαιθρο γιατί αργά ή γρήγορα οι αγρότες θα
ξυπνήσουν και, στηρίζοντας το αντάρτικο, θα λύσουν τους λογαριασμούς τους με όλες τις προκαταλήψεις και όλα τα ηθικά κατάλοιπα, οδηγόντας την ίδια την επαναστατική διαδικασία στις ακραίες συνέπειές της. Αυτή η μηχανική αντίληψη είναι όλη για πέταμα.  'Οχι μόνο δεν ισχύει στο επίπεδο της στρατηγικής αλλά,
όσον αφορά τις αποσαφηνίσεις που ψάχνουμε κατά την αντιμετώπιση του προβλήματος της κοινωνικής ληστείας, είναι ολωσδιόλου ανεπαρκής.
 Ο κοινωνικός αγωνιστής δυσκολεύεται να διατηρήσει την επαφή με την μάζα των εκμεταλλευόμενων για κάποιους λόγους που έχουμε διασαφηνίσει: α) η βαθειά θρησκευτικότητα των μαζών από την οποία προέρχεται ο σχετικός μύθος που χρησιμοποιούν δίνοντάς του ανορθολογική μορφή, β) τα κατάλοιπα της αστικής ηθικής που τον περιθωριοποιούν όπως και το υποπρολεταριάτο γενικά, γ) το
ανέφικτο της εφαρμογής αιτιοκρατικών προτύπων σε ιστορικές συνθήκες που από καιρό σε καιρό παρουσιάζουν ιδιαίτερα χαρακτηριστικά και μεταμορφώνουν την ίδια την σχέση ληστή-μάζας.
 Ωστόσο αυτές οι επιβεβαιώσεις ξανακοιτάζονται στο φως των γεγονότων: σε ορισμένες συνθήκες, με ισχυρή επαναστατική φόρτιση, οι σχέσεις υφίστανται αξιοσημείωτες τροποποιήσεις, η παρουσία της αστικής ηθικής χαλαρώνει την πίεσή της, άλλα συμφέροντα και άλλες μορφές μπαίνουν στο παιχνίδι, άλλες προοπτικές διανοίγονται μπροστά στους εργαζόμενους και, μ' αυτό, η ίδια η έννοια της
"εγκληματικότητας" τροποποιείται.



­  Το δικαίωμα της απαλλοτρίωσης.

 Οι εκμεταλλευόμενοι έχουν το δικαίωμα της ανάκτησης όσων τους έχουν αφαιρεθεί, με τις ταχυδακτυλουργίες του οικονομικού μηχανισμού και με την δύναμη του νομικού συστήματος. Η πράξη με την οποία γίνεται η ανάκτηση θα μπορούσε να αποκληθεί ­απαλλοτρίωση­, στο βαθμό που στερεί την ιδιοκτησία από αυτούς που
την κατέχουν και ­επαναστατική­, μια που δεν προβλέπει καμιά μορφή αποζημίωσης.
 "Αυτός που δεν έχει τα προς το ζειν δεν πρέπει ούτε να αναγνωρίζει, ούτε να σέβεται την ιδιοκτησία των άλλων: οι αρχές του κοινωνικού συμβολαίου παραβιάζονται με δυσμενή γι' αυτόν τρόπο." (6) Αυτή η φράση, πολύ ενδιαφέρουσα, βρισκόταν στο γραφείο του Σεβερίνο Ντι Τζιοβάννι μέσα στο σπίτι του στο
Μπουρτζάκο της Αργεντινής.
 Tα προβλήματα που αναφύονται ουσιαστικά είναι δύο τύπων: α) είναι δυνατόν να δικιολογήσουμε την επαναστατική απαλλοτρίωση όταν γίνεται από μια οργάνωση χάριν ενός κινήματος που διεξάγει έναν αγώνα; β) είναι δυνατόν να δικιολογήσουμε την προσωπική απαλλοτρίωση, την λεγόμενη ­ατομική ανάκτηση­;
 Το πρώτο μέρος του προβλήματος, μέσα σε κάποια όρια, λύνεται με καταφατικό τρόπο: η δικιολόγηση είναι ομόφωνη, εκτός από τις σοσιαλδημοκρατικές και τις ρεφορμιστικές φράξιες που, όπως και να 'χει, είναι ολοκληρωτικά έξω από την επαναστατική λογική. Παραθέτουμε μέσα από τόσους τον Λένιν για να δείξουμε πώς το ίδιο το κομμουνιστικό κόμμα δεν αμφισβητεί (θεωρητικά μιλώντας) την
εν λόγω θέση: "Τα τμήματα πρέπει ν' αρχίσουν αμέσως την στρατιωτική προετοιμασία με άμεσες ενέργειες. Οι μεν θα προχωρήσουνε αμέσως στην εκτέλεση ενός χαφιέ ή θ' ανατινάξουν ένα αστυνομικό πόστο, οι δε θα εισβάλουν σε μια τράπεζα για να
κατάσχουν τα απαραίτητα στην επανάσταση κεφάλαια, οι τρίτοι θα κάνουν εξάσκηση ή θα ετοιμάσουν τα σχέδια κλπ. 'Ομως είναι απολύτως απαραίτητο να αρχίσουμε αμέσως να μαθαίνουμε με την πρακτική: μην φοβάστε αυτές τις δοκιμαστικές επιθέσεις. Εννοείται ότι αυτές μπορούν να εκφυλιστούν σε υπερβολές, όμως αυτό είναι
ένα κακό του αύριο, ενώ το κακό σήμερα συνίσταται στην αδράνειά μας, στον δογματισμό μας, στην ακινησία των σοφών και στον γεροντικό φόβο απέναντι στην πρωτοβουλία". (7) Ο Λένιν το γράφει αυτό στις 16 Οκτωβρίου του 1905.
 Η δεύτερη πλευρά του προβλήματός μας, η ατομική ανάκτηση, είναι, από μόνη της καταδικαστέα, στον βαθμό που αυτός που κλέβει δεν κάνει τίποτα άλλο από τον να μεταθέτει την ιδιοκτησία κάποιου πράγματος και δεν πραγματοποιεί καμιά πράξη άμεσα επαναστατική, με το να γίνεται κύριος αυτού που έχει κλέψει με προσωπικά
δικαιώματα επ' αυτού. 'Ομως, εμβαθύνοντας την ανάλυση, μας γίνεται αντιληπτό ότι το πρόβλημα δεν μπορεί να περιοριστεί σε μια διαδικασία αντικειμενοποίησης που απειλεί να δεχτεί σαν σωστή την αστική αιτιολόγηση της ενοχής και της τιμωρίας. H ατομική ανάκτηση είναι αποτέλεσμα κάποιου πράγματος που βρίσκεται σε μεγάλη ποσότητα, δεν αποτελεί αιτία αλλαγής του υποκειμένου που την διαπράττει. Ο "εγκληματίας" σαν κοινωνιολογικό θέμα είναι μια υπερδομή που συστάθηκε με σκοπό την δικιολόγηση της περιθωριοποίησης μιας μερίδας του πληθυσμού, ιδίως εκείνου του τμήματος των εκμεταλλευόμενων που αποδεικνύεται πιο απείθαρχο ή πολύ λίγο τείνει να εξημερωθεί από την λογική του κεφαλαίου. Είναι συζητήσιμη η εγκυρότητα ενός αυστηρού διαχωρισμού ανάμεσα στην ­κοινή ληστεία­ και στην ­κοινωνική ληστεία­. Οι κοινωνικές ρίζες και των δύο είναι όμοιες, μόνο ο βαθμός συνείδησης είναι
διαφορετικός, όμως σ' αυτό το επίπεδο η συζήτηση αποκτάει μια σε μεγάλο βαθμό δυναμικότητα: ο "κοινός εγκληματίας" του σήμερα μπορεί να εξελιχτεί στον επαναστάτη του αύριο.
 Ο Αλέξανδρος Μάριος Ζακόμπ στην πορεία της δίκης σε βάρος του, δικιολογώντας την ατομική ανάκτηση, δηλώνει στους δικαστές (ο Ζακόμπ καταδικάστηκε σε ισόβια καταναγκαστικά έργα και οι πράξεις του έδωσαν την βάση για μια επιτυχημένη σειρά περιπετειωδών μυθιστορημάτων): Κύριοι, τώρα ξέρετε ποιός είμαι: ένας επαναστάτης που ζει από τις κλοπές του. Ακόμη περισσότερο, έχω κάψει διάφορα ξενοδοχεία και έχω υπερασπιστεί την ελευθερία μου ενάντια στην επίθεση που δέχτηκε από τους εκπροσώπους της εξουσίας. 'Εχω αποκαλύψει την αγωνιστική μου ύπαρξη και σας την υποβάλλω σαν ένα πρόβλημα για την ευφυία σας. Μη αναγνωρίζοντας σε κανένα το δικαίωμα να με δικάσει δεν ικετεύω ούτε συγχώρεση ούτε επιείκεια. Δεν ζητάω αυτό που μισώ και περιφρονώ. Είσαστε οι πιο ισχυροί, κάνετέ με μένα ότι καλύτερο νομίζετε. Στείλτε με στο σωφρονιστήριο ή στην αγχόνη. Αλλά προτού χωρίσουμε, αφήστε με να πω μια τελευταία λέξη... Αποκαλέσατε έναν άνθρωπο: κλέφτη και ληστή, εφαρμόζετε εναντίον του την σκληρότητα του νόμου και αναρρωτιέστε εάν θα μπορούσε να γίνει διαφορετικά. 'Εχετε δει ποτέ έναν πλούσιο να γίνεται ληστής; Δεν γνώρισα ποτέ κανέναν απ' αυτούς. Εγώ που δεν είμαι ούτε πλούσιος, ούτε ιδιοκτήτης, δεν είχα παρά αυτά τα χέρια και ένα μυαλό για να εξασφαλίσω την συντήρησή μου, για την οποία έπρεπε να συμπεριφερθώ διαφορετικά. Η κοινωνία δεν μου παραχωρούσε παρά τρία μέσα ύπαρξης: την δουλειά, την ζητιανιά και την κλοπή. Η δουλειά, αντί να μου εμπνέει απέχθεια, μου αρέσει. Ο άνθρωπος δεν μπορεί να κάνει χωρίς να δουλεύει: οι μυς του, το μυαλό του, διαθέτουν ένα σύνολο ενέργειας που πρέπει να το καταναλώσει.  Αυτό που μου ενέπνεε απέχθεια ήταν να χύνω ιδρώτα κι αίμα για έναν μισθό, δηλαδή να δημιουργώ πλούτη με τα οποία θα με εκμεταλλευόντουσαν. Με μια λέξη, μου ενέπνεε απέχθεια το να παραδοθώ στην εκπόρνευση της εργασίας. H ζητιανιά είναι ταπείνωση, η άρνηση κάθε αξιοπρέπειας.
Κάθε άνθρωπος έχει δικαίωμα να απολαμβάνει την ζωή. ­Το δικαίωμα να ζεις δεν το ζητιανεύεις, το παίρνεις.­ Η κλοπή είναι η επιστροφή, η ανάκτηση της κατοχής... Αν αφιερώθηκα στις κλοπές δεν το 'κανα για το κέρδος ή για την αγάπη του χρήματος, αλλά για λόγους αρχής, δικαίου. Προτιμώ να διατηρώ την ελευθερία μου, την ανεξαρτησία μου, την ανθρώπινη αξιοπρέπειά μου, αντί να γίνω ο δημιουργός της περιουσίας του αφεντικού μου. Με πιο ωμά λόγια, χωρίς ευφημισμούς, προτιμώ να κλέβω παρά να με κλέβουνε. Βέβαια και εγώ καταδικάζω το γεγονός ότι ένας άνθρωπος γίνεται με την βία και με την πονηριά κύριος του καρπού της εργασίας των άλλου.
­'Ομως ακριβώς γι' αυτό έκανα πόλεμο ενάντια στους πλούσιους, κλέφτες των αγαθών των φτωχών.­ Κι εγώ θα ήμουν ευτυχής να ζω σε μια κοινωνία στην οποία κάθε κλοπή θα ήταν αδύνατη. Δεν επιδοκιμάζω την κλοπή, και την χρησιμοποίησα μόνο σαν μέσο
εξέγερσης για να πολεμήσω την πιο άδικη απ' όλες τις κλοπές: την ατομική ιδιοκτησία. Για να αποκλείσουμε ένα αποτέλεσμα, χρειάζεται να καταστρέψουμε από πριν την αιτία. Αν υπάρχει η κλοπή είναι γιατί ­όλα­ ανήκουν σε ­κάποιον. Ο αγώνας θα πάψει μόνο όταν οι άνθρωποι θα κάνουν κοινά τις χαρές και τις λύπες, την
εργασία και τον πλούτο, όταν όλα θα ανήκουν σε όλους.­ Σαν επαναστάτης αναρχικός, έκανα την επανάστασή μου, η Αναρχία θα έρθει!" (8)
 Αυτή η ανάλυση είναι πραγματικά καθοριστική. Το κεντρικό σημείο της είναι η έννοια της βίας που ασκείται πάνω στους εκμεταλλευόμενους. Για να αντιληφθούμε την μεγάλη επικαιρότητα μιας ανάλυσης, του είδους που αντιμετωπίζει το πρόβλημα της ατομικής ανάκτησης, ξεκινώντας από τις ανθρωποκτονίες μέσα στα εργοστάσια, από τους λευκούς θανάτους. Ακόμα μια φορά η κατηγορία του ατομικισμού, που κυκλοφόρησε περισσότερο (9) την εποχή της συμμορίας του Μπονό, δεν πετυχαίνει το επίκεντρο του προβλήματος. Δεν υπάρχει διαφορά ανάμεσα στον ατομικισμό και στην άμεση δράση μιας οργάνωσης όταν η ανάλυση σε βάθος είναι ακριβής, όταν
συνδέεται προς τις συνθήκες που επιβάλλει η αντιμετώπιση από την κοινωνία. Και η ανάλυση του Ζακόμπ μας φαίνεται ότι συνδέεται αρκετά προς αυτές τις συνθήκες. Αυτή, πράγματι, συλλαμβάνει με μεγάλη επιδεξιότητα την κοινότητα που ενώνει κατά βάθος όλες τις ­εκτός νόμου­ εκφράσεις, από τον "κοινό" ληστή ως τον θεωρητικό
επαναστάτη, κοινότητα που καθορίζεται από την ύπαρξη της κοινωνίας της εκμετάλλευσης. Η περαιτέρω διαφοροποίηση είναι ζήτημα επιπέδου συνείδησης, πάνω στο οποίο μπορεί να ξεκινήσει μια συζήτηση.


­  Η βία και η κοινωνική ληστεία

 Τα αφεντικά εφαρμόζουν απέναντι στον άνθρωπο την πιο αδυσώπητη βία: τον μεταμορφώνουν σε πράγμα, τον αντικειμενοποιούν κατά την στιγμή που τον κάνουν ένα απλό συστατικό της παραγωγής, όπως την γη, τις πρώτες ύλες και τις μηχανές. Μη όντας ευχαριστημένοι κι απ' αυτό, τον αγοράζουν, τον πουλάνε, τον εκμεταλλεύονται, του κλέβουν τους καρπούς της εργασίας του, και δεν είναι λίγες οι περιπτώσεις κατά τις οποίες τον σκοτώνουν στον τόπο εκμετάλλευσής
του. Χωρίς να θέλουμε να παραθέσουμε ακραίες περιπτώσεις (τουλάχιστον όχι πρόσφατες) της καταπίεσης μέσω της αστυνομίας και των φασιστών, των προσπαθειών αυτοδιεύθυνσης των απεργιών (ομάδες περιφρούρησης, καταλήψεις, άμυνα των απεργών κλπ.), παραμένει προφανές ότι το αφεντικό κλέβει με την χρήση βίας. Αν
γυρίσουμε το βλέμμα προς τα πίσω, κοιτάζοντας την εξέλιξη αυτού του φαινομένου, η βία των αφεντικών προβάλλει με φοβερό τρόπο. Εκατομμύρια άνθρωποι έχουν πεθάνει εξαιτίας των αρπαγών των αφεντικών, από το γεγονός ότι τους πήραν την γη με χίλιες δυο απάτες, εξαιτίας της στερήσεων και του πολέμου. Και σαν να μην
έφτανε αυτό, τώρα το αφεντικό εφεύρε την έσχατη βία (επινόηση πολύ έξυπνη, που επέτρεψε στον καπιταλισμό να επιβιώσει), αυτήν την ψυχολογική, μέσω της διαφήμισης και των μαζικών μέσων ενημέρωσης, εξαναγκάζοντας το προλεταριάτο να αρχίσει την πολυτελή κατανάλωση, υποκλέπτοντάς του εκείνο το μέρος του μισθού
που δεν κατάφερνε να του ροκανίσει με άλλο τρόπο.
 Θα διαπραγματευτούμε εν συντομία την οικονομική βία που ασκείται πάνω στην μάζα. Σε μη βιομηχανικές εποχές, όπως η αρχαία, σε εποχές που η οικονομία βασιζόταν στην δουλεία, η βία πάνω στους σκλάβους είχε θεσμοποιηθεί από το δίκιο του πολέμου, όμως, αντίθετα προς ότι μπορεί να σκεφτεί κανείς, δεν αρκούσε για να ικανοποιήσει την κυρίαρχη τάξη. Η μέθοδος για να χτυπηθούν, όχι οι υποδουλωμένοι, αλλά τα πιο φτωχά στρώματα ήταν η μέθοδος του καπαρώματος. Ο Αριστοτέλης μας λέει για ένα χοντρό καπάρωμα λαδιού που πραγματοποιήθηκε από τον Θαλή της Μιλήτου: "Λέγεται ότι ο Θαλής, σπρωγμένος από την κοροϊδία της φτώχειας του σαν απόδειξης της αχρηστίας της φιλοσοφίας του, έχοντας προβλέψει, με βάση τις μελέτες του πάνω στα άστρα, ότι θα υπήρχε μεγάλη αφθονία από ελιές, ενώ διαρκούσε ακόμα ο χειμώνας έβαλε ενέχυρο τα λίγα του πλούτη και κατάφερε ν' αποκτήσει όλα τα ελαιοτριβεία της Μιλήτου και της Χίου, πληρώνοντάς τα φτηνά, εφόσον δεν τον εμπόδιζε ο ανταγωνισμός∙ όταν όμως ήρθε ο καιρός που πρόβλεψε,
επειδή πολλοί άρχισαν να ζητάνε ελαιοτριβεία όλοι μαζί και όλοι ταυτόχρονα, αυτός μπόρεσε και επέβαλε το ναύλο που θέλησε συγκεντρώνοντας πολλά πλούτη... μπορεί κανείς να εφαρμόσει αυτήν τον κανόνα που χρησιμεύει σ' όποιον θέλει να δημιουργήσει ενα μονοπώλιο". (10) Ο ίδιος Αριστοτέλης μας μιλάει για ένα καπάρωμα του σίδερου στην Σικελία (11)∙ ο Πλίνιος για διάφορες επιχειρήσεις αυτού του είδους στην Ρώμη (12)∙ ο Ψευδοαριστοτέλης μας πληροφορεί για καπαρώματα μολύβδου (13)∙ ο Δημοσθένης σιτηρών∙ ο Προκόπιος διηγείται τα καπαρώματα του Ιουστινιανού ιδιαίτερα αυτά του μεταξιού (15).
 Στην Ρώμη δεν ήταν ασυνήθιστη η περίπτωση καπαρωτών που θανατώθηκαν από τον λαό. Ο Πλίνιος διηγείται: "Οι τιμές που έχω μέχρι τώρα δείξει ποικίλουν, δεν το αγνοώ, ανάλογα με τον τόπο∙ αλλάζουν σχεδόν όλα τα χρόνια∙ οι τέτοιες διακυμάνσεις οφείλονται είτε στις συνθήκες της ναυσιπλοϊας, είτε στο ποσότητα των προμηθειών, είτε στην ανατίμηση που προκλήθηκε από κάποιον ισχυρό
καπαρωτή (aut aliquis prevalens manceps annonam flagellet): έτσι έγινε και στην διάρκεια της βασιλείας του Νέρωνα, ο Δημήτριος κατηγορήθηκε μπροστά στους δικαστές απ' όλους τους εμπόρους μπαχαρικών". (16) Ο Λίβιος μας πληροφορεί για το πώς αφηνόντουσαν στο έλεος του πεινασμένου πλήθους οι έμποροι που κατηγορούντουσαν για καπάρωμα (17). Δεν θα χρησίμευε σε τίποτα να δείξουμε τους
πολυάριθμους νόμους που αποσκοπούσαν στο χτύπημα των καπαρωτών. Παραθέτουμε μόνο από μία ­νεαρά­ του Ιουστινιανού: "Μας έγινε γνωστό... ότι αυτοί που ασκούν κάποιο εμπόριο ή κάποια τέχνη∙ οι τεχνίτες, οι γεωργοί και ακόμη οι εφοπλιστές και οι ναυτικοί που θα έπρεπε βεβαίως να είναι καλύτεροι, ωθούμενοι από απληστία, αξιώνουν το διπλάσιο ή το τριπλάσιο των τιμών και των μισθών σε αντίθεση με το αρχαίο έθιμο... Mας αρέσει, με αυτό το θείο διάταγμα, να απαγορεύσουμε σε όλους μια ανάλογη απληστία και να απαγορεύσουμε, στο μέλλον, οποιοσδήποτε έμπορος, εργάτης ή άτομο που καταπιάνεται με οποιαδήποτε τέχνη, εμπόριο ή γεωργική δραστηριότητα, να αξιώνει τιμή ή μισθό πιο ψηλό από αυτόν που έχει καθοριστεί από το αρχαίο έθιμο". (18) Με αυτόν εξατομικευόταν η πάλη των τάξεων που λάμβανε χώρα μεταξύ των εκμεταλλευτών και των εκμεταλλευομένων.
 Παρ' όλους αυτούς τους νόμους ο επισιτισμός της Ρώμης ήταν πολύ δύσκολος και οι εξεγέρσεις ήταν στην ημερήσια διάταξη. Γι' αυτές μιλάνε: ο Δίων ο Κάσσιος (19), ο Τάκιτος (20), ο Αμμιανός Μαρκελίνος (21). Ο Σουητώνιος μιλάει γι' αυτές στην ζωή του Αυγούστου (22), στην ζωή του Κλαύδιου γράφει: "Κατά την διάρκεια μιας περιόδου ελλείψεων που οφειλόταν σε συνεχόμενες δύσκολες χρονιές, μια μέρα αφού κατακρατήθηκε στη μέση της Αγοράς από το πλήθος, φορτώθηκε τόσες προσβολές, ακόμη και ξεροκόμματα, που με κόπο και μόνο περνόντας από μια πόρτα υπηρεσίας κατάφερε να φτάσει στο Παλάτι". (23) Και επίσης και στην ζωή του Νέρωνα (24).
 O Καρολομάγνος έβγαλε ένα διάταγμα ενάντια στους καπαρωτές στα 794∙ ο Φίλιππος ο Ωραίος στα 1305∙ ο Ιωάννης στα 1335∙ ο Κάρολος ο 7ος στα 1439∙ ο Φραγκίσκος ο 1ος στα 1539∙ η γαλλική επανάσταση, με διάταγμα της 27 Ιουλίου 1793 όρισε την ποινή του θανάτου ενάντια στους καπαρωτές, ο Φουλλόν, πασίγνωστος καπαρωτής
σκοτώθηκε από το πλήθος που τον έπιασε ξαφνικά καθώς προσπαθούσε να περάσει τα σύνορα.
 Με την έναρξη της βιομηχανικής παραγωγής παρουσιάστηκε, για τους καπιταλιστές, το μεγάλο πρόβλημα της παρεμπόδισης των εργατών να γυρνάνε στα χωράφια, αφού έβαζαν στην άκρη ακόμη κι ένα πάρα πολύ μικρό κομπόδεμα. Για να το κάνουν αυτό, και για να μεγιστοποιήσουν τα κέρδη, εφαρμόσανε την πιο δραστική μείωση των
μισθών. Ανάμεσα στο 1550 και στο 1850 ξετυλίχτηκε μια φοβερή πάλη ανάμεσα στους παραγωγούς και στους καπιταλιστές που αποσκοπούσαν στο να διατηρούν διαθέσιμο για την παραγωγή ένα εξαθλιωμένο πλήθος από άτομα υποβιβασμένα στο να δέχονται οποιαδήποτε μείωση της αμοιβής αρκεί να εγγυόταν μια ελάχιστη επιβίωση. Το πρώτο
μέσο που χρησιμοποιήθηκε για να ασκηθεί βία πάνω στον εργαζόμενο υπήρξε, λοιπόν, η άμεση μείωση του μισθού. 'Ομως αυτό το μέσο κάνοντας ν' ανέβει το ποσοστό του κέρδους θα επιταχύνει την συσσώρευση του κεφαλαίου, και κατά συνέπεια ευνοεί περαιτέρω επενδύσεις που, με την σειρά τους, θα έχουν ανάγκη κι από άλλη
εργασία και θα είναι επίσης πρόθυμοι να την πληρώσουν και λίγο πιο ακριβά. 'Ομως δεδομένου ότι η αθλιότητα αποτελεί ώθηση για τεκνοποιία, η ζήτηση εργασίας μεγαλώνει αλλά εξισορροπείται από την ζήτηση από την μεριά των εργολάβων και μ' αυτό τον τρόπο ο μισθός επιστρέφει για να σταθεροποιηθεί στο ελάχιστο.
 Eνάντια σ' αυτήν την κατάσταση ξεφύτρωσαν οι πρώτες μυστικές ομαδοποιήσεις των εργατών, οι πρώτες συνδικαλιστικές ενώσεις, οι πρώτοι αιματηροί και καταπνιγμένοι με θηριωδία αγώνες. Τότε ο καπιταλιστής κατέφυγε σ' ένα μέσο πιο εκλεπτυσμένο, στην μείωση της αγοραστικής δύναμης του νομίσματος. Ο εργαζόμενος είχε έναν μισθό με μεγαλύτερη ονομαστική αξία αλλά ο πραγματικός του μισθός
παρέμενε ο ίδιος στο βαθμό που το κόστος των πραγμάτων είχε αυξηθεί. Στην περίοδο που δείξαμε παραπάνω, ανάμεσα στο 1550 και στο 1850, η υποτίμηση του νομίσματος υπήρξε εντυπωσιακή. Δεν εφαρμόστηκε το παλιό σύστημα του κουρέματος του νομίσματος, αλλά συστήματα καινούργια και έξυπνα: η αναγκαστική κυκλοφορία, η αχαλίνωτη έκδοση χαρτονομισμάτων∙ δημιουργήθηκαν οι τράπεζες έκδοσης και ξεκίνησε η κερδοσκοπία πάνω στις χρεώσεις. Η αύξηση της κυκλοφορίας των μέσων πληρωμής μειώνει τον πραγματικό μισθό ακριβώς ως το προηγούμενο σημείο: εκείνο της επιβίωσης.
 'Ομως ούτε αυτό έφτανε, γιατί η αθλιότητα αποτελούσε παρακίνηση για τεκνοποιία, μολονότι αυτό το τελευταίο φαινόμενο θα μπορούσε να γίνει χρήσιμο. Μην επαρκώντας πάντα το στήριγμα της θρησκείας που μπουμπούνιζε κεραυνούς ενάντια στον περιορισμό των γεννήσεων, έγκλημα απέναντι στον Θεό, σκεφτήκανε να ρίξουν στην αγορά εργασίας τα παιδιά και τις γυναίκες. 'Ενα καινούργιο, τρομακτικό,
κεφάλαιο των εργατικών αγώνων ανοίγει. Ακόμη δεν ξέρουμε σχεδόν τίποτα γι' αυτήν την περίοδο, πολλά πράγματα παραμένουν ξεχασμένα στα αρχεία, όπως οι πωλήσεις ολόκληρων παρτίδων που τα ορφανοτροφεία κάνανε στις βιομηχανίες και στα ορυχεία και που θα ήταν δίκαιο να ξεθάψουμε και να βάλουμε κάτω από τα μάτια τόσων
καλών ανθρώπων. Μ' αυτόν τον τρόπο η τάξη των εργαζομένων θα προσελκυσθεί σε μια νέα παγίδα: την έκαναν να καταλάβει ότι αυξάνοντας τον αριθμό των παιδιών αυξάνανε τα εισοδήματα της οικογένειας. 'Ομως εκείνο που πετύχανε ήταν να αντικαταστήσουν την εργασία των ενηλίκων με κείνην των παιδιών και των γυναικών,
που πληρωνόταν πολύ πιο λίγο, γενικεύοντας έτσι την ανεργία και κάνοντας ν' αυξηθεί έτσι το εισόδημα των εργολάβων. Η κατάσταση έγινε φοβερή και μερικές χώρες περικυκλώθηκαν από τις πρώτες εξεγέρσεις. Οι μάζες πήγαιναν ενάντια στα ντουφέκια των δούλων των αφεντικών με την κραυγή "Δουλειά ή θάνατος" γιατί γι' αυτές η εναλλακτικές λύσεις ήταν αυτές: η να πεθάνουν από ασιτία σε μια
ανθυγιεινή τρώγλη ή να πεθάνουν στον δρόμο, σε μια εξέγερση, σκοτωμένες από το μολύβι των αφεντικών. Αλλά κανένας στρατός, όσο και να 'ναι διαποτισμένος από δουλικές ιδεολογίες και έκδοτος στην πιο αυστηρή πειθαρχία δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί επί μακρόν ενάντια στους εργαζόμενους. Οι ίδιοι οι διοικούντες
αξιωματικοί αντιλαμβάνονται τον κίνδυνο αυτών των κατασταλτικών επιχειρήσεων: αργά ή γρήγορα, στους στρατιώτες, στις ίδιες τις επίλεκτες δυνάμεις της αστυνομίας, αφυπνίζεται το πνεύμα του εκμεταλλευόμενου και δεν είναι λίγες οι περιπτώσεις στις οποίες τα ντουφέκια στράφηκαν ενάντια στους ίδιους τους αξιωματικούς. Αυτός ήταν ο λόγος που οι πιο φωτισμένοι αντιδραστικοί συμβούλευσαν τις πρώτες μεταρρυθμίσεις, την εισφορά στους φτωχούς, τους περιορισμούς στην τιμή των αλεύρων και ούτω καθεξής. Το πρόβλημα που δεν μπορούσε να λυθεί μετατοπίζοταν επ' άπειρον, προκαλώντας την αρχή σ' εκείνην την ρεφορμιστική ψευδαίσθηση στην οποία περιέπεσαν, στις μέρες μας, όχι και λίγα
κόμματα που αρχικά εκδηλωνόντουσαν σαν επαναστατικά.
 Tότε εξελίχτηκε η ιδέα του έκτακτου για ν' αντιμετωπιστούν οι ανάγκες της παραγωγής. 'Ομως αρκετά γρήγορα έγινε αντιληπτό ότι ήταν απαραίτητο να τεθεί με νόμο ένα όριο στις ώρες εργασίας εάν ήθελαν να διατηρήσουν ακέραιη την παραγωγική ικανότητα της μηχανής άνθρωπος. Την ίδια εποχή η επέκταση της βιομηχανίας και η όλο και πιο μαζική απασχόληση χρήσιμων μηχανών πέταξε στο δρόμο έναν μεγάλο αριθμό εργατών, δημιουργώντας έναν ανταγωνισμό στην αγορά εργασίας που έκανε να ξαναπέσουν οι μισθοί.
 Με την αύξηση της παραγωγής και την επακόλουθη γρήγορη άνοδο των κερδών υπήρξαν νέες επενδύσεις και οι μισθοί άρχισαν να αυξάνουν άλλη μια φορά επειδή αυξήθηκε η ζήτηση εργασίας. Τότε οι καπιταλιστές ανατρέξανε στο σύστημα της διαίρεσης της εργατικής δύναμης σε κατηγορίες, βάζοντας σε μια ξεχωριστή κατηγορία τους πιο ικανούς εργάτες, κάνοντας από αυτήν αρχιεργάτες και ρίχνοντάς τους ενάντια στους συντρόφους τους στη δυστυχία. Αναπτύχθηκαν με απίστευτο τρόπο οι μη παραγωγικές και οι ενδιάμεσες εργασίες (καταγραφή του χρόνου, διαχειριστικοί έλεγχοι, προπαγάνδα κλπ.).
 Δεν σκοπεύουμε να φθάσουμε μέχρι τα τεχνάσματα του ώριμου καπιταλισμού στο βαθμό που θέλουμε να φτιάξουμε εδώ έναν πίνακα εκείνου του καπιταλισμού που ήξερε να κατακτάει την παγκόσμια κυριαρχία γύρω στα χρόνια 1850-1870. Tα χαρακτηριστικά του μέχρι εκείνη την εποχή υπήρξαν από τα πιο σκληρά και καταπιεστικά. Από το πεδίο της τοπικής δράσης η καταπίεση σε καθαρή και φανερή
μορφή μετατοπίστηκε στο πεδίο της αποικιακής και ιμπεριαλιστικής δράσης, αλλά στην πρακτική της τα χρησιμοποιούμενα μέσα, καίτοι πολύ πιο τελειοποιημένα, παρέμειναν πάντα τα ίδια.
 Η σκληρότητα και οι σφαγές της αποικιοποίησης δεν χρειάζεται να εκτεθούν επί μακρόν. Οι αριθμοί είναι τρομακτικοί. Εκατομμύρια ανδρών, γυναικών και παιδιών σφάχτηκαν για να εξασφαλιστεί η εκμετάλλευση. Στα 1895 οι Εγγλέζοι σκότωσαν 3.000 εξεγερμένους Ματαμπέλε αφού είχανε παραδοθεί. Στα 1901 οι Γερμανοί σκότωσαν στην Δυτική Αφρική 25.000 Χερέρο. Στα 1911 οι Ιταλοί σφάξανε σε
τρεις μόνο μέρες 4.000 ιθαγενείς στα περίχωρα της Μακίγια. Από το 1783 ως το 1793 η Εταιρεία του Λίβερπουλ κέρδισε από το εμπόριο σκλάβων 1.117.700 λίρες στερλίνες∙ κατά την ίδια περίοδο ο πληθυσμός των ζωνών όπου κάνανε επιδρομές οι πράκτορες της εταιρίας έχασε 304.000 κατοίκους. Στα 1908 ο πληθυσμός του
Βελγικού Κογκό ήταν 20 εκατομμύρια, στα 1911 μειώθηκε στα 8.500.000: ο βασιλιάς Λεοπόλδος ο 2ος κέρδισε από την εκμετάλλευση του Κογκό, σ' αυτήν την περίοδο, 3.179.120 λίρες στερλίνες. Στα 1894 οι Οττεντόττοι ήταν γύρω στους 20.000: εφτά
χρόνια αποικιοποίησης τους μείωσαν σε 9.700. Στα 1891 η Γαλλία πειραματίζεται στην Αφρική με τα καινούργια εκρηκτικά όπλα υψηλού δυναμικού, προκαλώντας ένα κύμα αηδίας σ' όλη την Ευρώπη. Γράφει ο Ντε Μποσκέρ: "Στην πραγματικότητα η δουλεία ξαναγεννιέται (αν δεχτούμε ότι είχε ποτέ πάψει να υπάρχει) ευνοημένη, ακριβώς, από τους κατακτητικούς πολέμους. Οι αποικιακοί στρατοί θα δημιουργήσουν χιλιάδες κρατούμενους που θα πουληθούν στις αγορές ή θα εκχωρηθούν στους αξιωματικούς και στους στρατιώτες. 'Αλλη μορφή δουλείας, η οποία θα γενικευτεί ακριβώς σαν έργο των στρατιωτικών και των μεταφορέων μαύρων. Απαντώντας στον Πωλ Βινιέ Ντ' Οκτόν, που στην διάρκεια μιας κοινοβουλευτικής συζήτησης στο Παλέ-Μπουρμπόν κατάγγελνε τα εγκλήματα που διαπράχτηκαν κατά την κατάκτηση, ο βουλευτής Λε Μυρ Ντε Βιλέρ, αποικιακός υπάλληλος και παλιός 'κάτοικος' της Μαδαγασκάρης, θα κάνει αυτήν την δήλωση: 'ο αξιότιμος συνάδελφός μας τα βάζει με τους φυσικούς αυτουργούς∙ εγώ κατηγορώ τις κυβερνήσεις.
 Αυτοί δεν μπορούν να αγνοούν ότι στέλνοντας στρατιώτες σε απόσταση χιλιάδων μιλίων από τις βάσεις επιχειρήσεών τους, χωρίς μεταφορικά μέσα, τροφές, εμπορεύματα για ανταλλαγή, αυτοί είναι υποχρεωμένοι να ζουν σε βάρος των κατοίκων και να επιτάσσουν αναρίθμητους μεταφορείς, οι οποίοι διασπείρουν στα μονοπάτια τα πτώματά τους.
 'Ενας από τους καλύτερους εξερευνητές, διοικητής μιας ίλης πυροβολικού, μου έλεγε: 'Κάθε μεταφορέας που έχει επιταχτεί και έχει υποβληθεί σε αναγκαστική εργασία δεν ξαναβλέπει ποτέ το χωριό του (φασαρία στην άκρα αριστερά) ή πεθαίνει στο δρόμο, ή, αφού έχει φθάσει στον προορισμό του, εγκαταλείπεται χωρίς τα μέσα προς το ζειν, χωρίς χρήμα, χωρίς επιβιωτικά μέσα'". (25)
 Στα 1442 οι ιππότες του καθολικότατου βασιλιά της Ισπανίας ξεμπαρκάρουν στην Αφρική και μετά τις επιδρομές τους "ευχαριστούσανε τον Κύριο για το ότι τους είχε ανταμείψει με την νίκη ενάντια στις βαρβαρικές ορδές": είχανε συλλάβει 165 άνδρες, γυναίκες και παιδιά, χωρίς να λογαριάζεται ο μεγάλος αριθμός των
νεκρών και των τραυματιών. Στα 1768 κατασχέθηκαν διάφορα αντικείμενα ιδιοκτησίας τους και ανάμεσα σ' αυτά βρήκαν, μαζί με τα συνηθισμένα "ιερά" αντικείμενα, ακόμη και σίδερα για να σημαδεύουν τους σκλάβους. Στα 1600 δύο σκλάβοι χαρίστηκαν από την κοινότητα στην εκκλησία της Παναγίας της Αλυσίδας (κοντά στο
λιμάνι) του Παλέρμο. Στις 12 Φεβρουαρίου 1836 η Ανεξάρτητη Εκκλησία της Ενορίας του Χριστού (Νότια Καρολίνα) ανακοίνωσε με αγγελία σε μια τοπική εφημερίδα, την πώληση δέκα σκλάβων μαθημένων να καλλιεργούν βαμβάκι. Την 27η Αυγούστου 1701 οι
βασιλιάδες της Ισπανίας και της Γαλλίας υπέγραψαν την άδεια στην Βασιλική Εταιρεία της Γουινέας να διατηρεί το μονοπώλιο του εμπορίου των μαύρων στις αποικίες της Αμερικής για δέκα χρόνια. Στα 1700 η Πορτογαλική Εταιρεία της Γουινέας υπόγραψε ένα συμβόλαιο με το οποίο αναλάμβανε να προμηθεύσει 11.000 τόννους μαύρων.
 Η Ολλανδική κυριαρχία κατάφερε να διατηρηθεί μόνο με την προϋπόθεση της αιματηρής κατάπνιξης κάθε απόπειρας εξέγερσης. Κάποια στιγμή μειωμένου ανταγωνισμού που οι ντόπιοι προσπαθούσαν να ξεπουλήσουν, μέσω λαθρεμπόρων, το περίσσευμα γαρύφαλλου και μοσχοκάρυδου, που η Ολλανδική Εταιρεία αρνιόταν να αγοράσει, δολοφονήθηκαν με άγριο τρόπο. Οι Ολλανδοί μέτοχοι ικανοποιήθηκαν
πολύ από αυτήν την πολιτική, και παρόλο που τα χρόνια ήταν δύσκολα, οι μετοχές τους διακυμάνθηκαν ανάμεσα στο 25 τοις εκατό του 1629 και το 50 τοις εκατό του 1642.
 Από το τέλος του 14ου ως τα μισά του 18ου αιώνα, 100 εκατομμύρια μαύροι (13 εκατομμύρια μόνο από το λεκανοπέδιο του Κονγκό) εξορίστηκαν στην Αμερική και στην Ευρώπη. Η ευδαιμονία των Ηνωμένων Πολιτειών θα βασιστεί σ' αυτήν την εργασία, άμισθη στο μεγαλύτερο μέρος της, ενώ η Αφρική, εξαντλημένη οικονομικά, θα καταρρεύσει εύκολα μπροστά στις πρώτες προσπάθειες αποικιοποίησης
του 19ου αιώνα. "Οι συνέπειες του δουλεμπορίου θα είναι αμέτρητες∙ μερικές φορές με μια αφάνταστη βαρύτητα, και τέτοιες που να προκαλούν αντίκτυπο που δεν μπορεί να μη δηλητηριάζει ακόμη και σήμερα το πολιτικοκοινωνικό κλίμα αρκετών χωρών του
κόσμου. H Αφρική, ακόμα και σήμερα, δεν έχει ξαναβρεί την ισορροπία της: γι' αυτό και οι χώρες που μόλις πρόσφατα απέκτησαν την ανεξαρτησία τους είναι ασταθείς και περνάνε την μια κρίση μετά την άλλη. Οι Αντίλλες, αλλοτριωμένες και τραυματισμένες, αρχικά από την δουλεία, κατόπιν από την αφομοίωση, φέρνουν κάθε
μέρα στην ζωή σε όντα στερημένα από εθνική ταυτότητα. Η Αμερική έχει το δικό της ­πρόβλημα των μαύρων­ και δεν ξέρει πως να το λύσει. Το δουλεμπόριο στο τέλος θα έχει γεννήσει τον ρατσισμό. Εξ άλλου σε ρατσιστικές βάσεις θα στηριχτεί η συνέχιση της Ευρωπαϊκής αποικιοποίησης στον 19ο αιώνα". (26)
 H μεταμόρφωση των περιφερειακών πραγματικοτήτων σύμφωνα με τα οικονομικά συμφέροντα της μητρόπολης υπήρξε δυνατή μόνο εξαιτίας της πιο τρομακτικής βίας, εξαιτίας του πιο άγριας κρατικής τρομοκρατίας. Αυτή η τρομοκρατική βία, με την σειρά της, υποστηρίχτηκε από μια επαρκή ιδεολογική προετοιμασία την οποία
βοηθούσε η Εκκλησία. 'Ετσι η βία διείσδυε σ' έναν κόσμο ο οποίος δεν την είχε ζήσει ποτέ με τέτοιο τρόπο. Οι σκλάβοι σκοτώνανε ο ένας τον άλλο στα υπερσυνωστισμένα αμπάρια των πλοίων που τους μεταφέρανε προς την Αμερική, με σκοπό να κερδίσουν λίγο χώρο. H επιρροή των δομών του αποικιακού καπιταλισμού επιδρούσε πάνω τους απανθρωποποιώντας τους, μεταμορφώνοντάς τους σε κτήνη αποκομμένα από το τόπο καταγωγής τους, κτήνη τρομαγμένα και έτοιμα για όλα.
Kαι ήταν ακριβώς αυτό το φορτίο μίσους που μαζευόταν μέσα στους εκμεταλλευόμενους, που εξυπηρέτησε, ακολούθως, τον αποικιοκράτη, όταν η πρωτόγονη ιδεολογική υποστήριξη και η βοήθεια της Εκκλησίας εξασθένισαν εξαιτίας της διάδοσης των σύγχρονων προοδευτικών ιδεών. Ο μαύρος ξανακλείστηκε στο γκέτο γιατί τον φοβόταν, όπως φοβόταν και τις βίαιες αντιδράσεις του.
 Aυτός ο κατά βάθος φόβος φαίνεται καθαρά στα κράτη που σήμερα ζουν το πρόβλημα του ρατσισμού. Ας δούμε μερικούς "νόμους" που ισχύουν στην Νότια Αφρική, ρυθμίζοντας εκείνο το καθεστώς που έχει ονομαστεί ­άπαρτχαϊντ­.
 α) κάθε Αφρικανός πάνω από 16 χρονών πρέπει να έχει βιβλιάριο πληροφοριών. Εάν ένας Αφρικανός δεν μπορεί να παρουσιάσει το βιβλιάριό του γιατί το έχει αφήσει στο σπίτι, διαπράττει ποινική παράβαση που μπορεί να τιμωρηθεί με πρόστιμο μέχρι 28 δολλάρια ή ποινή κράτησης μέχρι ενός μηνός∙
 β) κάθε Αφρικανός που διαμένει νόμιμα σε μια πόλη χάρις σε άδεια που του έχει δοθεί επίσημα δεν έχει το δικαίωμα να αφήσει να ζήσουν η σύζυγός του και τα παιδιά του μαζί του∙
 γ) ένας επιθεωρητής εργασίας μπορεί, οποιαδήποτε στιγμή, να δώσει τέλος στην απασχόληση ενός Αφρικανού εργαζόμενου στην πόλη, οποιαδήποτε κι αν είναι η περίοδος για την οποία έχει αναλάβει την υποχρέωση να εργαστεί, ακόμη κι αν ο εργοδότης του αντιτίθεται σ' αυτό το μέτρο∙
 δ) ένας λευκός που μαθαίνει στους υπηρέτες του να διαβάζουν κάποια ώρα της ημέρας, είναι ένοχος ποινικής παράβασης∙
 ε) είναι παράνομο για έναν λευκό και έναν μη-λευκό να παίρνουν μαζί το τσάι τους σε μπαρ ή σ' οποιοδήποτε άλλο χώρο στη Νότια Αφρική, εκτός αν έχουν ειδική εξουσιοδότηση επί του προκειμένου∙
 στ) κανένας Αφρικανός δεν μπορεί ν' αποκτήσει, σαν ιδιοκτησία ελεύθερη και μόνιμη, γαίες σ' οποιοδήποτε μέρος της Νότιας Αφρικής∙ η παρούσα κυβέρνηση δεν έχει καμιά διάθεση να παραχωρήσει αυτό το δικαίωμα στους Αφρικανούς, ακόμη και στις ζώνες Μπαντού που αυτοί καταλαμβάνουν∙
 ζ) ένας γάμος που έχει συναφθεί νόμιμα μεταξύ ενός Νοτιοαφρικανού και μιας έγχρωμης γυναίκας είναι άκυρος και μη συμβάς στην Νότια Αφρική∙
 η) τα πτώματα των άσπρων δεν μπορούν να ανατέμνονται από μη-λευκούς φοιτητές ιατρικής.
 Nα σημειωθεί ότι στην Νότια Αφρική επί ενός συνολικού πραγματικού πληθυσμού γύρω στα 21.448.000 κατοίκους οι λευκοί είναι μόνο 3.751.328. Μια άλλη ενδιαφέρουσα διαπίστωση είναι ότι ο αφρικανικός πληθυσμός, που αποτελεί περισσότερο από το 70 τοις εκατό του γενικού συνόλου, καταλαμβάνει μόνο το 13,8 τοις εκατό του εδάφους∙ ενώ ο λευκός πληθυσμός, που αποτελεί γύρω στο 19
τοις εκατό του γενικού συνόλου, καταλαμβάνει το 86,2 τοις εκατό του εδάφους: η διαφορά στο ποσοστό του πληθυσμού συνίσταται σε 2.600.000 περίπου μέτοικους το είδος των οποίων ποτέ δεν αποσαφηνίστηκε επαρκώς (27).
 Στα 1960 στο Κόουλ Μπρουκ (Νότιος Αφρική) πέθαναν στο ορυχείο 437 εργαζόμενοι (431 αφρικανοί). Στα 1972 στο Γουάνκι (Νότιος Αφρική) άλλη καταστροφή σε ορυχείο: 420 νεκροί από τους οποίους γύρω στους 30 λευκούς. Ο μέσος μισθός για έναν Αφρικανό που εργάζεται στην Ροδεσία είναι 114 λίρες στερλίνες το χρόνο, για
έναν λευκό είναι 1.217 λίρες στερλίνες. Στους διάφορους τομείς η πληρωμή γίνεται ακόμα πιο ενδιαφέρουσα: α) γεωργία: λευκοί 1.241 λίρες στερλίνες, μαύροι 67 λίρες στερλίνες∙ β) εξορυκτικές βιομηχανίες: λευκοί 1.536, μαύροι 115∙ γ) εμπόριο: λευκοί 1.064, μαύροι 165∙ δ) μεταφορές: λευκοί 1.350, μαύροι 243. Στα 1963 το κράτος της Ροδεσίας ξόδεψε 100 λίρες στερλίνες για την εκπαίδευση
κάθε λευκού παιδιού, απέναντι στις 9 λίρες στερλίνες για κάθε παιδί μαύρο (28).
 ­Οφείλοντας να πάρει κανείς πίσω όσα έχει αποσπάσει με την βία η κυρίαρχη τάξη δεν μπορεί παρά να καταφύγει στην βία.­ Δεν πρόκειται, όπως θα 'θελε κάποιος να νομίζει, για μια ασαφή επιθυμία κυριαρχίας και πλούτου η οποία εξωθεί τους
καταπιεσμένους λαούς, δεν πρόκειται για υποκατάσταση του καταπιεστή για να γίνουν πλούσιοι όπως αυτός. Πρόκειται για την επιβίωσή τους, πρόκειται για την υπεράσπιση του πιο στοιχειώδους ανθρώπινου δικαιώματος: της ζωής. "Τα γεγονότα από μόνα τους αποδεικνύουν ότι το βασικό όργανο της ιμπεριαλιστικής κυριαρχίας
είναι η βία. Εάν δεχτούμε το αξίωμα ότι ο αγώνας για απελευθέρωση είναι μια επανάσταση και ότι αυτή δεν τελειώνει την στιγμή κατά την οποία υψώνεται η σημαία ή παίζεται ο εθνικός ύμνος, βλέπουμε ότι δεν μπορεί να υπάρχει εθνική απελευθέρωση χωρίς την χρήση απελευθερωτικής βίας... για να αντιμετωπίσει την εγκληματική βία των πρακτόρων του ιμπεριαλισμού. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι, για
να παραβλέψουμε τα τοπικά χαρακτηριστικά, η ιμπεριαλιστική επέμβαση συνεπάγεται ένα μόνιμο καθεστώς βίας... Δεν υπάρχει πληθυσμός πάνω στη γη που, όντας υποταγμένος στο ιμπεριαλιστικό παιχνίδι (αποικιακό ή νεο-αποικιακό), να έχει κατακτήσει την ανεξαρτησία του (κατ' όνομα η πραγματική) χωρίς θύματα. Αυτό που
μετράει είναι να ορίσουμε ποιές είναι οι μορφές βίας που μπορούν να χρησιμοποιηθούν από τις δυνάμεις εθνικής απελευθέρωσης, για ν' αντιμετωπίσουν, όχι μόνο την βία του ιμπεριαλισμού, αλλά και να διασφαλίσουν με τον αγώνα την τελική επικράτηση του δίκιου τους..." (29).
 Κατά συνέπεια, η προσφυγή στη βία έγινε αναγκαία από: α) το ότι το αφεντικό θα υπερασπίσει το όφελος που αποσπάει∙ β) το ότι υπάρχει γενικά μια δομή, από αιώνες παλιά, η οποία έχει φροντίσει να αποκρυσταλλώνει για καιρό κάποιες αυτόματες διαδικασίες που ενώνουν με βίαιο τρόπο αυτούς που προσπαθούν να γίνουν κύριοι της ιδιοκτησίας του άλλου. Το Κράτος, σαν σύνολο, γίνεται ο μεγαλύτερος προστάτης, και μάλιστα με την μεγαλύτερη δυνατή βία, των δικαιωμάτων του κλέφτη καπιταλιστή. Το να φαντάζεται κανείς μια απαλλοτρίωση χωρίς βία είναι εντελώς παράλογο.
 "Καταλάβετε επιτέλους αυτό: αν η βία άρχιζε απόψε, αν η εκμετάλλευση και η καταπίεση δεν είχαν ποτέ υπάρξει πάνω στη γη, ίσως η επιδεικνυόμενη μη-βία να μπορούσε να καλμάρει την διαφωνία. 'Ομως εάν το καθεστώς εξ ολοκλήρου και μέχρι και οι μή βίαιες σκέψεις σας έχουν καθοριστεί από μία καταπίεση χιλιετιών,
η παθητικότητά σας δεν εξυπηρετεί παρά στο να σας βάλει με το μέρος των καταπιεστών". (30) Αυτή την εισαγωγή κάνει ο Σαρτρ στην πραγματεία του Φανόν πάνω στην δίκαιη αξίωση των εκμεταλλευόμενων για ελευθερία. "Μέσω της πράξης βίας ο αποικιοκρατούμενος μπορεί ν' απελευθερωθεί από την ταπεινωτική κατάσταση που τον υποβιβάζει σε πράγμα, και να γίνει ανθρώπινο ον: η αποικιοποίηση είναι πάντα ένα φαινόμενο βίας... δημιούργημα καινούργιων ανθρώπων... το αποικιοποιημένο 'πράγμα' γίνεται άνθρωπος κατά την ίδια την διαδικασία δια μέσου της οποίας αυτό απελευθερώνεται". (31)
 Γράφει ο Τσαχάρ: "Ο Φανόν αντιλαμβάνεται την βία σαν μια διαδικασία στην οποία μπορούν σχηματικά να διακριθούν δύο φάσεις: μία πρώτη φάση κατά την οποία η αυθόρμητη βία, χωρίς να έχει ακόμη οργανωθεί και να 'χει αποκτήσει πολιτικούς στόχους, εξακοντίζεται απλά ενάντια στον παρείσακτο, το αποικιακό αφεντικό. Κατά την δεύτερη φάση, η οποία επεκτείνεται μέχρι την στιγμή της τυπικής ανεξαρτησίας, αυτή οργανώνεται σε σοσιαλιστική επανάσταση. Ενώ στην πρώτη φάση η βία μειώνει την ροπή του αποικιοκρατούμενου προς την αλλοτρίωση και την ψυχολογική σκλήρυνση, κατά την δεύτερη φάση τροποποιεί τις αποικιακές
καπιταλιστικές δομές οι οποίες προκαλούν την αλλοτριωμένη συμπεριφορά. Εξαιτίας της κυρίαρχης κοινωνιοψυχολογικής θεμελίωσης όλων των εργασιών του, ο Φανόν αφιερώνει ιδιαίτερη προσοχή στην πρώτη φάση". (32)
 Αυτή η σκέψη μας βοηθάει στο πρόβλημά μας. Η κατάσταση της εκμετάλλευσης δεν μπορεί να εξαλειφθεί μέσω της εργασίας, παρά τις προοδευτικές και διαλεκτικές φαντασιώσεις του Χέγλελ και του Μαρξ, η μεταμόρφωση του σκλάβου δεν γίνεται στην ουσία, αλλά γίνεται μόνο εξωτερικά, ενώ εσωτερικά παραμένει η αληθινή αιτία
που είναι κανένας σκλάβος: το να γίνεται αντικείμενο εκμετάλλευσης. Η πρώτη φάση είναι πολύ σημαντική, κι αν ακόμη, προφανώς, απηχεί μια σχηματικότητα μαρξιστικού τύπου, όσον αφορά την αντιμετώπιση που κάνει στην συνειδητοποίηση της εκμετάλλευσης και στην αντίδραση που μολονότι απερίσκεπτη, χωρίς αυτήν δεν
μπορεί να ανοίξει ο δρόμος της κοινωνικής επανάστασης, αποφασιστικής διεξόδου του αγώνα για απελευθέρωση. Ο κοινωνικός ληστής αγωνίζεται με τον ίδιο τρόπο και υπόκειται στις ίδιους περιορισμούς όπως κι ο αποικιοκρατούμενος.
 Ο ληστής συνειδητοποιεί ότι η προσφυγή στην βία είναι μια αναγκαιότητα για την απελευθέρωση, αλλά δεν κατορθώνει να κάνει αυτό το δεδομένο να ανυψωθεί σε πολιτικο-στρατηγικό επίπεδο. Στην περίπτωση των αγροτικών συνθηκών υπάρχουν συγκεκριμένα στοιχεία που το εμποδίζουν, όπως η απομόνωση, η δυσκολία του αγώνα για επιβίωση, η αδιαιρετότητα του μετώπου της αντίδρασης∙ στην περίπτωση των αστικών συνθηκών κι άλλα στοιχεία σχετίζονται μ' αυτήν την συνειδητοποίηση: τα κατάλοιπα της μικροαστικής ηθικής, η αλλοτρίωση της πόλης, ο κατατεμαχισμός του επαναστατικού κινήματος, η μεγάλη ποικιλία των μορφών που παίρνει η αντίδραση.
 Συχνά η εξέγερση του ληστή δεν ξεπερνάει την ασυνείδητη αποδοχή της κοινωνικής διοργάνωσης που έχει επιβληθεί από το αφεντικό. Ο κόσμος των πλουσίων πολεμιέται και περιφρονείται, αλλά ταυτόχρονα εποφθαλμιέται σαν ο κόσμος, όπου γεμίζει κανένας την κοιλιά του κάθε μέρα, ο κόσμος των ανέσεων, των εκλεπτυσμένων τρόπων. Το αφεντικό δέχεται επίθεση και καταστρέφεται στο όνομα της ανάγκης
επιβίωσης, αλλά συχνά παραμένει ο ­υπεράνθρωπος­, αυτός που έχει τα ­πράγματα­, από τα οποία μπορεί να κλέψει κανείς όμως ανήκουνε στην αντίπαλη ράτσα. Κατόπιν, με την εξέλιξη της δράσης, με την ανάπτυξη της βίαιης πάλης ενάντια στους θεσμούς κι ενάντια στα αφεντικά, μπαίνει σε κίνηση ένας συνειδητός μηχανισμός που
καταλήγει να χαρακτηρίζει τον ληστή. Εξαιρώντας τις περιπτώσεις υποκειμένων που αφήνονται να παρασυρθούν από τα πάθη τους, από μια ελλιπή εκτίμηση των άλλων∙ υποκειμένων που επιζητούν αποκλειστικά την καλοπέρασή τους, έχουμε πολύ συνηθισμένες περιπτώσεις ληστών που κοινωνικοποιούν την δράση τους μόνο μετά
από μια περίοδο που μπορεί να είναι περισσότερο ή λιγότερο μακριά, κατά την οποία αυτή η συνειδητοποίηση παραμένει λανθάνουσα.
 Βέβαια, η αυθόρμητη και ανεξέλεγκτη έκρηξη αυτής της βίας μπορεί να γίνει όργανο. "Μόνο η οργανωμένη βία... επιτρέπει στις μάζες να αποκρυπτογραφήσουν την κοινωνική πραγματικότητα, τους δίνει το κλειδί. Χωρίς αυτόν τον αγώνα, χωρίς αυτήν την γνωριμία στην πράξη, δεν μένει πλέον παρά επανάληψη και αστειότητα. Μια ελάχιστη αναπροσαρμογή, μερικές μεταρρυθμίσεις στην κορυφή, μια σημαία και, κάτω κάτω, η αδιαίρετη μάζα πάντα σε 'μεσαιωνική' κατάσταση, η οποία συνεχίζει την αέναη κίνησή της". (33)
 Πολύ κοντά σ' αυτήν την παρατήρηση του Φανόν και σε κείνην παραπάνω που παραθέσαμε από τον Σαρτρ είναι η ακόλουθη του Μαλατέστα: "Μπορούν να υπάρξουν περιπτώσεις όπου η παθητική αντίσταση είναι ένα αποτελεσματικό όπλο, και τότε σίγουρα θα ήταν το καλύτερο όπλο, εφόσον θα ήταν το πιο οικονομικό από την άποψη
των ανθρώπινων μαρτυρίων. 'Ομως, τις περισσότερες φορές, το να επαγγέλεται κανείς την παθητική αντίσταση σημαίνει να καθησυχάζει τους καταπιεστές από τον φόβο της επανάστασης, και γι' αυτό να προδίδει το δίκιο των καταπιεζόμενων". (34)
 Αυτές οι σκέψεις μας βοηθάνε να καταλάβουμε και να προσδιορίσουμε τα όρια και τις δυνατότητες της κοινωνικής ληστείας.


­  Η ηθική θεμελίωση της κοινωνικής ληστείας

 'Εχουμε δει ήδη πόσο δύσκολο είναι να καθορίσουμε, με ακριβείς όρους, την διαφορά μεταξύ της κοινωνικής ληστείας και της "κοινής εγκληματικότητας". Η ηθική αιτιολόγηση, πάντα παρούσα στην κοινωνική ληστεία, μπορεί να μας βοηθήσει στην έρευνα της διαφορετικότητας.
 Οι κανόνες που συναντάμε στην λογοτεχνία για τους κοινωνικούς ληστές είναι αρκετά μόνιμοι. Ας τους καταχωρήσουμε σ' έναν πίνακα εν συντομία:µ
 α) μια αδικία σηματοδοτεί την αρχή της σταδιοδρομίας
 β) διoρθώνει τις αδικίες
 γ) παίρνει από τον πλούσιο για να δώσει στον φτωχό
 δ) δεν σκοτώνει παρά για αυτοάμυνα ή για δίκαιη εκδίκηση
 ε) ποτέ δεν αποκόβεται τελείως από την κοινότητα καταγωγής του
 στ) θαυμάζεται και βοηθιέται από τους δικούς του
 ζ) πεθαίνει σχεδόν πάντα από κάποια προδοσία
 Η λαϊκή φαντασία και οι εξ επαγγέλματος λόγιοι έχουν μπερδέψει τα πράγματα έτσι που δεν είναι εύκολο να δει κανείς καθαρά μέσα στην σωρεία των παραδόσεων, των αναμνήσεων, των μυθιστοριών, των θρύλων, των εθίμων και των μύθων που έχουν συσσωρευτεί. Ο προηγούμενος πίνακας εμπλουτίζεται συχνά από στοιχεία σίγουρα
αντιδραστικά, όπως, για παράδειγμα, ότι ο ληστής δεν ρίχνεται ποτέ στον βασιλιά ή στον αυτοκράτορα αλλά μόνο ενάντια στους μικρούς τοπικούς άρχοντες, ενάντια στους παπάδες και ενάντια σε άλλους μικροκαταπιεστές. Την προέλευση αυτής της διαστρέβλωσης είναι δυνατό να την προσδιορίσουμε στο γεγονός ότι παλιά, κατά
την μεσαιωνική εποχή, ο βασιλιάς δεν ξεχώριζε πολύ από τον τοπικό άρχοντα παρά μόνο εξαιτίας ενός χαρισματικού αξιώματος με θρησκευτικό χαρακτήρα, που κατείχε επειδή λέγανε ότι είχε χριστεί από τον Θεό. Στην πράξη, ακόμη κι όταν οι ληστές παίρναν το μέρος του βασιλιά (όπως στην περίπτωση του Βουρβώνου), η συζήτηση γι'
αυτούς δεν άλλαζε: ο δικός τους ήταν ένας "νόμος" πολύ διαφορετικός από αυτόν του βασιλιά και, τελικά, αυτοί αγωνιζόντουσαν για τους εαυτούς τους και για τους ανθρώπους του περιβάλλοντός τους.
 Ο Ρινάλντο, αντιπροσωπευτικός τύπος του κοινωνικού ληστή, όταν θα ταχτεί ανοιχτά ενάντια στον Κάρολο δεν προδίδει κανέναν όρκο, στο βαθμό που ο τύραννος ποτέ δεν έχει τιμή και οποιοσδήποτε όρκος που γίνεται σ' αυτόν δεν έχει αξία. Ο ίδιος επανέρχεται στο πλαίσιο των βασικών κανόνων που παραθέσαμε παραπάνω όταν
επιτίθεται στους καρδινάλιους και τους λεηλατεί, όταν βοηθάει τον λαό, διορθώνει τις αδικίες, σκοτώνει για να υπερασπίσει τους αδυνάτους, αγαπιέται από τους δικούς του, και πεθαίνει από προδοσία.
 Ακόμη και το πρόβλημα της αρχής της σταδιοδρομίας είναι ένα πρόβλημα μυθικό. Το να αρχίσει με μια πράξη αδικίας που δέχτηκε χωρίς να την προκαλέσει δεν έχει ουσιαστική σημασία για τον κοινωνικό ληστή. Απεναντίας έχει για τον θρύλο που δεν θα μπορούσε να αντιμετωπιστεί εύκολα. Ο Αντζιολίλλο γίνεται ληστής
μετά από μια φιλονεικία μ' έναν φύλακα για μια ζωοκλοπή για την οποία ήταν αθώος. Ο Πάντσο Βίλλα, γιατί υπερασπίστηκε την τιμή της μάνας του (36). Πολλοί άλλοι δεν άρχισαν έτσι. Η περίπτωση του Ραβασόλ είναι χαρακτηριστική: όταν τον συνέλαβαν του καταλόγισαν, ανάμεσα στ' άλλα, την δολοφονία ενός πλοιοκτήτη 86
χρονών και της υπηρέτριάς του 68 χρονών∙ την παραβίαση του τάφου της κόμησσας του Ροσετέλ∙ την δολοφονία ενός ερημίτη στη Σαμπλς.
Και όμως είμαστε μπροστά σ' έναν κοινωνικό ληστή, και μάλιστα σ' έναν από τους πιο αντιπροσωπευτικούς του είδους. Το ξεκίνημά του, όπως και στην περίπτωση του Ζακόμπ, οφείλεται σε μια επακριβώς καθορισμένη απόφαση να μην υποταχτεί στην εκμετάλλευση.
 Στην ογκώδη βιογραφία του Ντουρρούτι, ο 'Αμπελ Παζ γράφει: "Σε αναγκαστική εξορία στο Παρίσι για την μυστική δράση του στην Ισπανία, μεταναστεύει, με την βοήθεια του Χεμ Ντέυ στην Νότια Αμερική... Ο Ντουρρούτι και ο Ασκάσο αποφασίζουν να βοηθήσουν με όλα τα μέσα που έχουν στην διάθεσή τους το ελευθεριακό κίνημα της Νότιας Αμερικής. Τυχαία βρίσκονται στο κέντρο μιας έντονης συζήτησης, ανάμεσα σε υπεύθυνους της Γ.Σ.Ε., σε σχέση με τις οικονομικές δυσκολίες του αναρχικού κινήματος και της έκδοσης της συνομοσπονδίας. Προσφέρουν τα χρήματά τους ανταποκρινόμενοι σε μια υπαίθρια συλλογή υπογραφών. Ο Ντουρρούτι ενημερώνεται για την έκδοση. Αυτή πουλιόταν στο δρόμο αλλά διατηρούταν με δυσκολία επειδή οι αναγνώστες συνήθιζαν να μην πληρώνουν την τιμή που τους
ζητούσαν. Ο Ντουρρούτι εκπλήσσεται, βάζει πάνω στο τραπέζι ένα ογκώδες πακέτο από χαρτονομίσματα λέγοντας: 'Ορίστε, για να μπορέσετε να αναπνεύσετε λίγο, όμως να επιμένετε ώστε οι εργατικές εκδόσεις να πληρώνονται από τους εργάτες'. Τα μέλη της Επιτροπής κοιτάζουν το χρήμα με υποψία. Αυτός τους καθησυχάζει
δείχνοντάς τους ένα γράμμα του Σεμπαστιάν Φωρ: ο Γάλλος αναρχικός τον ευχαριστούσε για μια σημαντική αποστολή χρημάτων χάριν της 'Εντιτοριάλ Ιντερνασιονάλ'. Τους εξηγεί ότι η ομάδα του κι ο ίδιος ­(Οι Περιπλανώμενοι)­ εργάζονται σιωπηλά, διατεθειμένοι να παίζουν την ζωή τους προκειμένου να υπηρετούν τις ιδέες τους. 'Εσείς δουλεύετε παλεύοντας ενάντια στο κράτος στα πλαίσια της νομιμότητας, εμείς πολεμάμε στα πλαίσια της παρανομίας. 'Ομως οι
δικοί μας και οι δικοί σας σκοποί είναι ταυτόσημοι'. Στην πραγματικότητα ήταν προφανές ότι αυτοί ήταν οι δράστες διάφορων ληστειών τραπεζών, που είχαν πραγματοποιηθεί πρόσφατα". (37)
 H απόπειρα του "ποιητή" Καλιάγιεφ ενάντια στον μεγάλο δούκα Σέργιο την πρώτη φορά αποτυχαίνει γιατί στην άμαξα βρίσκονται παιδιά και ο δράστης της απόπειρας δεν πετάει την βόμβα. Ο Σαβίνκωφ αρνείται να ναρκοθετήσει την ταχεία Πετρούπολης-Μόσχας, όπου ταξίδευε ο ναύαρχος Ντουμπάσωφ γιατί θα υπήρχανε νεκροί
αθώοι. Ο Βοϊναρόφσκι μισούσε το κυνήγι, το οποίο το εύρισκε βάρβαρη απασχόληση. "Μια τέτοια λήθη του εαυτού, συνδεδεμένη με τόσο βαθιά φροντίδα της ζωής του άλλου, μας επιτρέπει να υποθέσουμε ότι αυτοί οι ευαίσθητοι φονιάδες έζησαν την μοίρα της εξέγερσης στην ακραία της αντίφαση. Μπορεί κανείς να πιστέψει ότι
κι αυτοί ακόμη, αναγνωρίζοντας ωστόσο τον αναπόφευκτο χαρακτήρα της βίας, θα ομολογούσαν, παρ'όλα αυτά, ότι αυτή είναι αδικιολόγητη. Αναγκαία και μη συγχωρητέα, τέτοια τους φαινόταν η ανθρωποκτονία". (38)
 'Οταν ο Σαμπατέ εμφανίζεται στην καμπίνα των μηχανοδηγών του τρένου ανάμεσα στους σταθμούς του Φορνέλ Ντε Λα Σέλβα και της Τζερόνα, καταδιωκόμενος από την αστυνομία, και δίνει εντολή να μην σταματήσουν πριν την Βαρκελώνη, παραιτείται από το σχέδιό του αμέσως μόλις οι μηχανοδηγοί του εξηγούν ότι κάτι τέτοιο θα ήταν αδύνατο και επικίνδυνο για την ακεραιότητα των επιβατών και ότι
θα έπρεπε να σεβαστούν τα σήματα της διαδρομής (39).
 Η αποδοχή της ομάδας δεν είναι επίσης σταθερός κανόνας. Ο Σαμπατέ αμφισβητήθηκε από τις επίσημες αναρχικές οργανώσεις, ο Ντι Τζιοβάννι (40) θα φθάσει να σκοτώσει μερικούς συντρόφους που τον δυσφημούσανε συστηματικά. Η περίπτωση του Ραβασόλ είναι παροιμιώδης. Προτού γίνει σύμβολο, ο Ραβασόλ θεωρούνταν ένας
­μουσάρ­, δηλαδή ένας καταδότης της αστυνομίας. Σε μια συζήτηση που έγινε στο Σεντ-Ετιέν, ο Φωρ εκδηλώνει αμφιβολίες για τον Ραβασόλ. Οι αμφιβολίες γεννήθηκαν γιατί την στιγμή της πρώτης σύλληψής του από την αστυνομία του Σεντ-Ετιέν, αυτός κατάφερε να διαφύγει χάρις στην απίστευτη σύμπτωση της παρουσίας ενός μεθυσμένου, ο οποίος πηγαίνοντας να πέσει ανάμεσα στα πόδια των αστυνομικών του
επέτρεψε την πραγματοποίηση μιας τολμηρότατης διαφυγής. Σήμερα, όπως μπορούμε να δούμε στα εθνικά αρχεία του Παρισιού, υπάρχουν οι αποδείξεις ότι το γεγονός υπήρξε πραγματικά τυχαίο και ότι ο διοικητής του αστυνομικού τμήματος, κάποιος Τεϊκνέ, τιμωρήθηκε και μετατέθηκε στην Αγέν (41). Και όμως μια αναρχική εφημερίδα (42) δεν είχε αμφιβολίες όταν έγραφε: "... Η κοινή γνώμη είναι
τόσο πεπεισμένη ότι η αστυνομία ­τον έκανε­ να δραπετεύσει που γελάει κατά την πορεία της ανάκρισης για την δίκη ενάντια στους συνεργούς... Ο Ραβασόλ δεν είναι τίποτ' άλλο από μια καινούργια έκδοση του πράκτορα Σερρώ, ο οποίος έβγαζε την "Κοινωνική Επανάσταση" στενάχωρη ανάμνηση για τον κύριο Αντριέ". (43) Η ίδια
εφημερίδα, σε ένα άρθρο του Κροπότκιν (44) έγραφε: "Αυτός ο κόσμος (εκείνος του Ραβασόλ) δεν έχει κανένα ενδιαφέρον για την επανάσταση... η σοβαρή δουλειά που απαιτεί η επανάσταση, η δουλειά όλων των ημερών, ελάχιστα ορατή, αλλά τεράστια... απαιτεί άλλους ανθρώπους, διαφορετικούς από αυτούς που παρέλασαν στο
Σεντ-Ετιέν. Ας τους αφήσουμε στους αστούς του τέλους του αιώνα, των οποίων είναι αληθινά δημιουργήματα".
 Ανακεφαλαιώνοντας, ισχύει πάντα η αρχή ότι δεν μπορεί να μιλάει κανείς για επαναστατικό αγώνα καθισμένος στην πολυθρόνα του, αργά το βράδυ, μετά από ένα καλό γεύμα: σ' αυτές τις συνθήκες κάθε ατομική σκέψη διαστρεβλώνεται από την καλοπέραση που είναι θέμα τύχης, και καταλήγει, συχνά ακούσια, σε τελείως λανθασμένα συμπεράσματα. Την στιγμή της δράσης το πρόβλημα της επιλογής των
μέσων φωτίζεται ιδιαίτερα από τις αναλύσεις που γίνονται από πριν, αλλά δεν μπορεί να προγραμματιστούν όλα από αυτές. Βέβαια δεν είναι οι περιστάσεις που θα επιβάλουν απόλυτα την επιλογή των μέσων, εφόσον υπάρχουν και φυσιολογικοί ηθικοί περιορισμοί εκτός από περιορισμούς στρατηγικής∙ όμως η θέληση του ατόμου, που
συγχωνεύεται μαζί με τις θελήσεις των συντρόφων του σ' ένα οργανικό σύνολο, πρέπει να ξέρει να βρίσκει την ισορροπία που είναι απαραίτητη για να μετατραπεί σε ενεργητικό στοιχείο της επανάστασης.
 M' αυτήν την έννοια η μελέτη της εξέλιξης των μεθόδων πάλης είναι γεγονός σημαντικότατο, επειδή, με το ενδεχόμενο σταμάτημα ή την καθυστέρηση της πάλης, επιφέρουν την αναποτελεσματικότητα και την άμεση αφομοίωση κάθε αξίωσης για εξέγερση.
 Χρειάζεται εδώ να ξεκαθαρίσουμε μια κοινοτυπία τελείως λανθασμένη, αυτήν που αποκαλείται ­επαναστατικός ρομαντισμός­. 'Έχοντας ταυτιστεί συχνά με την επαναστατική κατήχηση που λανθασμένα αποδίδεται στον Μπακούνιν, αυτός ο τρόπος να αντιλαμβάνεται κανείς τον αγώνα, εάν είχε κάποιο νόημα (και δεν ξέρουμε πόσο) μέσα στην κοινωνία του τσάρου κατά τον προηγούμενο αιώνα, δεν έχει σήμερα κανένα. Σ' αυτό το μακρινό γραπτό μπορεί κανείς να διαβάσει ότι ο "... επαναστάτης πρέπει να είναι ένας άνθρωπος αφιερωμένος μόνο στην αποστολή του, δεν πρέπει να έχει προσωπικά ενδιαφέροντα, ούτε υποθέσεις, ούτε συναισθήματα, ούτε συμπάθειες, ούτε ιδιοκτησία ούτε και όνομα ακόμη. Στο βάθος της
ύπαρξής του, και όχι μόνο στις λέξεις, αλλά στην πράξη, έχει κόψει κάθε δεσμό με την πολιτική τάξη και μ' όλον τον πολιτισμένο κόσμο, με τους νόμους, με τα πρέποντα, με την ηθικότητα και με τις συμβάσεις γενικά που είναι αποδεκτές σ' αυτόν τον κόσμο. Αυστηρός απέναντι στον εαυτό του, πρέπει να είναι τέτοιος
απέναντι και στους άλλους. 'Ολα τα αισθήματα αφοσίωσης, τα συναισθήματα που μαλακώνουν τον άνθρωπο, όπως η συγγένεια, η φιλία, ο έρωτας, η ευγνωμοσύνη, πρέπει να πνίγονται μέσα του από το μοναδικό και ψυχρό πάθος για επαναστατικό έργο". (45)
 Ξέχωρα από τις συζητήσεις πάνω στην αυθεντικότητα του γραπτού και πάνω στο πόσο από αυτό μπορεί να αποδοθεί στον Μπακούνιν ή στον Νετσάγιεφ, παραμένει το γεγονός ότι οι όροι της συζήτησης είναι έντονα διαφορετικοί. Η επαναστατική πάλη πρέπει να χαρακτηρίζεται όχι μόνο από ­ορισμένα μέσα­ (άνθρωποι και πράγματα), αλλά επίσης και κυρίως από την συνάρτηση της με ­ορισμένους σκοπούς­ και να ευθυγραμμίζεται ηθικά με ­ορισμένα ιδανικά.­ O επαναστάτης πρέπει να έχει χαρακτηριστικά αρκετά καθορισμένα, που είναι όμως φυσιολογικά για ένα άτομο προικισμένο με μέση νοημοσύνη και με μέση αντοχή στην φυσική και ψυχολογική
προσπάθεια, χαρακτηριστικά που, όπως και να 'χει, όλα μπορούν να καλλιεργηθούν με μια προετοιμασία λιγότερο ή περισσότερο έντονη ή λιγότερο ή περισσότερο μακρόχρονη. Αλλά, ταυτόχρονα, πράγμα πολύ πιο σημαντικό από το τεχνικό μέρος, ο επαναστάτης πρέπει να είναι αρκετά προετοιμασμένος και να 'χει αρκετή πεποίθηση: πράγματα, αυτά τα τελευταία, που τον χαρακτηρίζουν εκτός από επαναστάτη,
και σαν άνθρωπο με την πιο ολοκληρωμένη έννοια του όρου.
 Γι' αυτό μας φαίνεται ξεπερασμένη η παλιά ρομαντική συζήτηση συνωμοτικού τύπου. Αυτός που αγωνίζεται, σήμερα, στο εσωτερικό ενός επαναστατικού κινήματος∙ αυτός που επαναστατεί έξω από οποιοδήποτε κίνημα γιατί θεωρεί άδικη την εκμετάλλευση και την παρούσα κοινωνική οργάνωση∙ αυτός που προσπαθεί να ξαναπάρει,
ακόμη και σε προσωπικό επίπεδο, αυτό που του έχει κλέψει το κράτος∙ επωμιζόμενος τους κινδύνους και τις ευθύνες αυτής της εργασίας, δεν είναι καθόλου ένας κυνικός ή ένας ενθουσιώδης υπέρμαχος της απόλυτης βίας, αλλά, αντίθετα, ένας άνθρωπος όπως όλοι οι άλλοι, με αισθήματα και πάθη, φιλίες και έρωτες, χαρές
και στενοχώριες, δύναμη και περιορισμούς, που τον ταλαιπωρούν μολονότι δεν τον εξαρτούν ολοκληρωτικά.
 H παλιά ρομαντική φιγούρα του συνωμότη, του ληστή, του επαναστάτη, περιτυλιγμένου από μανδύα, παγερού, φωτεινού, ερωτευμένου μόνο με το μαχαίρι και την βόμβα, αποτελεί μια ελαιογραφία που δεν έχει πλέον λόγο ύπαρξης.
 H ηθική του καπιταλιστικού κόσμου είναι που πρέπει να εξαλειφθεί από τον επαναστάτη, η γέρικη ηθική που ξεκινάει από έναν κόσμο ήδη φτιαγμένο πάνω στις πλάτες των εργαζομένων και ο οποίος θεωρείται αξεπέραστος και αιώνιος, η χριστιανική ηθική της εκμετάλλευσης εν ονόματι του Θεού. 'Ομως, στην θέση της, πρέπει ν' αναπτυχθεί μια νέα ηθική, εκείνη της καταστροφής αυτής της παράλογης και απάνθρωπης διάρθρωσης, η ηθική ενός κόσμου ολότελα διαφορετικού. Αυτή η τελευταία θα αποτελέσει την βάση της επανεπεξεργασίας όλων των συναισθημάτων που με την παλιά διάσταση κατέληγαν να γίνονται τερατώδεις διαστρεβλώσεις ή παράλογοι εφιάλτες, ενώ με την καινούργια τους ηθική διάσταση, της καταστροφής του παλιού κόσμου και της οικοδόμησης του καινούργιου, θα κάνουν πιο ολοκληρωμένη την ανθρώπινη ύπαρξη. 
Ορίστε το απόκομμα ενός γράμματος που ο Ντι Τζιοβάννι στέλνει στις 19 Αυγούστου 1928 στην γυναίκα του: "Φίλη μου. 'Εχω πυρετό σ' όλο μου το σώμα. Η επαφή μαζί σου με γέμισε μ' όλες τις χάρες. Ποτέ δεν είχα πιεί την ζωή γουλιά-γουλιά, όπως αυτές τις ατελείωτες μέρες. Προηγούμενα ζούσα τις ανήσυχες ώρες του Τάνταλου και τώρα, σήμερα, το αιώνιο σήμερα που μας έχει ενώσει, ζω, χωρίς να χορταίνω, όλες τις αρμονικές γεύσεις της αγάπης που ήταν τόσο ακριβή για τον Σέλλεϋ και για την Γιωργία Σάνδη. Σου είπα - σ' εκείνο το διαχυτικό αγκάλιασμα - πόσο καιρό σ'
αγαπούσα, αλλά θα ήθελα να σου πω επίσης πόσο θα σ' αγαπώ. Eφόσον η πνευματική τροφή που ξέρει να υλοποιεί όλα τα εκλεκτά ιδανικά της ανθρώπινης ύπαρξης, θα μας είναι ο πιο έμπειρος οδηγός, πλήρης ικανοτήτων και αυτός που θα βρίσκει την λύση όλων των προβλημάτων μας, η γεμάτη αρμονία γαλήνη μας - και στο λέω μ' όλη
την ειλικρίνεια ενός φίλου, ενός εραστή και ένος συντρόφου – θα είναι όμορφη και μακρόχρονη, απολαυστική και γεμάτη αισθήματα, μεγάλη και αιώνια χωρίς κανένα όριο. 'Οταν σου μιλάω για αιωνιότητα - οτιδήποτε αγάπησε και επιθύμησε η καρδιά είναι αιώνιο - θέλω να υπαινιχθώ την αιωνιότητα του έρωτα. Ο έρωτας δεν
πεθαίνει ποτέ. Ο έρωτας που έχει γεννηθεί μακριά από την διαφθορά κι απ' την προκατάληψη, είναι αγνός και μέσα στην αγνότητά του δεν μπορεί να μολυνθεί και το αμόλυντο είναι αιώνιο". (46) Σε σχέση μ' αυτό το γράμμα ο Μπάγιερ λέει τα εξής: "Δεν υπάρχει, στην προσωπικότητα του Ντι Τζιοβάννι, ενέργεια πιο αποκαλυπτική από τα ερωτικά του γράμματα∙ αυτά αποκαλύπτουν μια άγνωστη
ποιητική άποψη της πολυσυζητημένης προσωπικότητάς του. Τα λόγια που αυτός ο άνθρωπος με τρομερή δύναμη και ενεργητικότητα γράφει στην αγαπημένη του, που είναι σχεδόν μια παιδούλα, θα είναι πάντα απλά και ρομαντικά". (47)
 Την παραμονή της εκτέλεσής του ο Καζέριο γράφει στην αδελφή του:
"Αγαπητή μου αδελφή, τί όμορφη μέρα ήταν η τελευταία φορά που
είχα έρθει σπίτι!  Σ' είχα δει να τρέχεις σ' εμένα, με το
χαρούμενο χαμόγελό σου, για να μου δώσεις ένα φιλί μέσα από την
καρδιά σου∙ εγώ σ' είχα αγκαλιάσει, μα μ' ένα χαμόγελο ελαφρό
γιατί ήδη ήξερα ότι ήταν η τελευταία φορά που ερχόμουνα στο
σπίτι, το αγαπημένο μου σπίτι! 'Εφευγα για την στρατιωτική θητεία
για να μην ξαναγυρίσω ποτέ πια. 'Εμεινα μόνο καναδυό μέρες με
σένα κι όλα μας τ' αδέλφια, κι ένα βράδυ, αφού φάγαμε, είπα ότι
έπρεπε να φύγω∙ χωρίς να πω ότι ήταν η τελευταία φορά που
βλεπόμαστε γιατί ο πόνος θα ήταν πολύ μεγάλος για σένα, για όλα
μας τ' αδέλφια, για την αγαπημένη μας μάνα! Πόσο θλιβερή νύχτα
πέρασα σκεπτόμενος ότι έπρεπε να σας εγκαταλείψω όλους, δεν είχα
μπορέσει να κοιμηθώ ούτε μια στιγμή! Αλλά να το πρωϊνό: ακούω την
πόρτα ν' ανοίγει, ανοίγω ξαφνικά τα μάτια και σε βλέπω να
μπαίνεις και να μου λες καλημέρα! Μα ναι, δεν είχα την δύναμη να
σου απαντήσω γιατί δυστυχώς ήξερα ότι δεν θα σε ξανάβλεπα πια!
Εσύ πλησίασες στο κρεβάτι μου, έβαλες κάτι στο χέρι μου και
έφυγες για την δουλειά σου. 'Εμεινα πολύ χωρίς να μιλάω, μετά
έβαλα τα κλάματα σαν μωρό παιδί: άνοιξα το χέρι κι εκεί βρήκα μια
λίρα. Μέσα μδυ σκέφτηκα: η αδελφή σου που είναι τόσο νέα,
δουλεύει όλη την μέρα για την άθλια πληρωμή των είκοσι λεπτών
όμως είναι πολύ ευχαριστημένη επειδή βοηθάει και ξελαφρώνει λίγο
την αγαπημένη μάνα, στα έξοδα του σπιτιού, κι η ευγενική της
καρδιά στερήθηκε μια λίρα γιατί ήξερε ότι δεν είχα λεφτά! Αυτό
είναι το τελευταίο μου γραπτό, αγαπητή αδελφή: όταν θα διαβάζεις
αυτές τις λέξεις το κεφάλι μου θα έχει πέσει κάτω από την
λαιμητόμο! Μην πιστέψεις σ' αυτό που θα σου πουν, ότι είμαι ένας
δολοφόνος, αλλά σκέψου ότι πηγαίνω στο θάνατο για ένα μεγάλο
ιδανικό. Σήμερα είσαι πάρα πολύ μικρή, όμως θα έρθει η μέρα που
θα υποχρεωθείς να παλέψεις ενάντια στην αθλιότητα και τότε θα
μάθεις γιατί πέθανε ο αδελφός σου. Σε χαιρετώ και σε φιλώ μ' όλη
μου την καρδιά, σφίγγοντάς σου το χέρι. Ο αγαπημένος σου αδελφός.
Σάντο Καζέριο". (48)
 Ο Ραβασόλ, σ' ένα γράμμα στον αδελφό του γράφει σε σχέση με την γυναίκα του: "'Ολη μου την ευγνωμοσύνη σ' αυτήν την γυναίκα, που μέσα στην φυλακή πληρώνει το λάθος ότι με γνώρισε, για το θάρρος που έδειξε στο κακουργιοδικείο... Φτωχή γυναίκα! Δεν είχε τίποτα να φοβάται αλλά ούτε να ελπίζει από μένα, όμως δεν φοβήθηκε να επιδεινώσει την θέση της θέλοντας να μου αποδείξει την
ειλικρίνεια του έρωτά της, για την οποία δεν είχα ποτέ αμφιβάλει... Ελπίζω ότι οι δικαστές μου θα καταλάβουν την λεπτότητα αυτών των συναισθημάτων και δεν θα την καταδικάσουν βαριά. Αχ! Ο έρωτας, τι δυνατό συναίσθημα, ακατανίκητο. Μ' αυτόν δοκιμάζουμε την πιο ευχάριστη ικανοποίηση, όταν γευόμαστε τις χάρες του. 'Οπως είναι πάντα αυτός που μας προκαλεί τις μεγαλύτερες στενοχώριες, όταν διακόπτεται βίαια από μια αντίθετη θέληση. Στην πραγματικότητα αυτό είναι που με στεναχωρεί περισσότερο". (49) Σ' ένα τελευταίο γράμμα που γράφτηκε λίγες
ώρες πριν εκτελεστεί, πάντα στον αδελφό γράφει: "Εκμεταλλεύομαι την ευκαιρία για να πω σ' αυτούς, που ενδεχομένως θα είχαν τέτοια πρόθεση, να μην εκδικηθούν την καταδίκη μου και να σκεφτούν καλά μήπως η υπόθεση μπορεί να χρησιμεύσει για προπαγάνδα. Σε αντίθετη περίπτωση, θα ήταν άσκοπο, δηλαδή ανόητο να μεγαλώσουν τον αριθμό των θυμάτων, γιατί όσο αφορά εμένα δεν τρέφω μνησικακία,
δεδομένου ότι, όπως έχω πει, αυτοί που με καταδικάσανε, χωρίς αμφιβολία, έκριναν ότι κάνανε μια καλή πράξη". (50)
 Ας δούμε τώρα την διαφορά μεταξύ αστικής ηθικής και επαναστατικής ηθικής, εξετάζοντας τις αντιδράσεις διαφόρων ατόμων σε καταστάσεις λίγο πολύ παρόμοιες. 'Ενας παπάς φυλακίστηκε μαζί με μερικούς αντεπαναστάτες προερχόμενους από τις Ηνωμένες Πολιτείες που αποβιβάστηκαν στην Κούβα, στον κόλπο των Χοίρων,
για να επαναφέρουν την αντιδραστική δικτατορία. Κατά την διάρκεια της ανάκρισης ο παπάς απαντάει με τον ακόλουθο τρόπο:
 - ­Δημοσιογράφος­: Νομίζετε λοιπόν ότι δεν είναι καθήκον των
παπάδων να αναμιγνύονται σε επαναστάσεις ή σε αντεπαναστάσεις;
Συμφωνείτε μ' αυτό;
 - ­Παπάς­: τουλάχιστον αυτή είναι η προσωπική μου άποψη.
 - ­Δημοσιογράφος­: Αυτή είναι η γνώμη σας;
 - ­Παπάς:­ (...) μα εγώ επανέρχομαι για να επαναλάβω το ίδιο
πράγμα: η αποστολή μου δεν ήταν ούτε ιδεολογική ούτε πολιτική,
ήταν καθαρά πνευματική και γι αυτό εγώ πρέπει να βρίσκομαι εκεί
όπου αυτά τα παιδιά θα μπορούσαν να με έχουν ανάγκη, έτσι όπως,
στην περίπτωση που άλλοι θα είχανε ανάγκη...
 - ­Παπάς­: οι ανώτεροί μου στην Ρώμη δεν μ' εχουν εξουσιοδοτήσει
να επιστρατευτώ σ' έναν στρατό εισβολής, αλλά να παράσχω την
πνευματική μου βοήθεια σε μερικά παιδιά που ήτανε καθολικοί.
 - ­Δημοσιογράφος­: Εσείς είσαστε στην ταξιαρχία εφόδου...
 - ­Παπάς­: μα εγώ συνεργάζομαι πνευματικά.
 - ­Δημοσιογράφος­: Τα "καθολικά παιδιά" δολοφονούσαν...
 - ­Παπάς­: μα εγώ δεν έχω σκοτώσει κανέναν.
 - ­Δημοσιογράφος­: Η ταξιαρχία αποτελείται ακόμη και από
βασανιστές, εγκληματίες, γαιοκτήμονες, πρώην στρατιώτες του
Μπατίστα...
 - ­Παπάς­: μα εγώ παρείχα "πνευματική βοήθεια στα παιδιά της
αποστολής που ήτανε καθολικά".
 - ­Δημοσιογράφος­: Κουβαλάγανε ένα τεράστιο οπλοστάσιο
(τεθωρακισμένα οχήματα, ναπάλμ, μπαζούκας, πολυβόλα διαμετρήματος
50 κλπ.).
 - ­Παπάς­: μα "εγώ δεν χρησιμοποίησα όπλα ούτε πριν ούτε μετά".
 - ­Δημοσιογράφος­: Πραγματοποιούσαν σαμποτάζ...
 - ­Παπάς­: μα εγώ δεν ξέρω τίποτα γι' αυτόµ
 - ­Δημοσιογράφος­: Συμμετείχαν σε μια συνωμοσία...
 - ­Παπάς­: μα αυτό δεν σημαίνει ότι εγώ ήμουν συνωμότης.
 - ­Δημοσιογράφος­: Είσαστε στην Κούβα παραβαίνοντας του νόμους
της.
 - ­Παπάς­: μα ύστερα από πέντε χρόνια δεν τους ήξερα.
 - ­Δημοσιογράφος­: Στην επίθεση σκοτώθηκαν 127 εθνοφύλακες.
 - ­Παπάς­: ποιοί σκοτώθηκαν;
 - ­Δημοσιογράφος­: Συνεργαστήκατε με την αποστολή.
 - ­Παπάς­: όμως έχω την συνείδησή πολύ ήσυχη.
 'Οπως σωστά γράφει ο Ρόζιτσνερ σε σχέση μ' αυτό το ρεπορτάζ: "Η αξίωση του παπά συνίσταται στην επιθυμία του να κάνει να πιστέψουν ότι αντικειμενικά η δραστηριότητά του, η προσωπική του δραστηριότητα, δεν μπορεί να "αναγνωστεί" σε ανολογία προς τις υλικές πράξεις των άλλων γιατί αυτός, αν και ήταν από φυσική
άποψη μαζί τους, παρέμενε ξένος προς την υλική τους πλευρά: παρέμενε μαζί τους ­σαν­ να ήταν μόνο πνεύμα". (51)
 Tα "καλά καθολικά παιδιά" ήταν ο Καλβίνιο, διάσημος δολοφόνος και βασανιστής, ένας σωρός από μέλη της δικτατορίας του Μπατίστα που είχανε σκοτώσει έναν ολόκληρο λαό, κάποιος εκατομμυριούχος που ανάγκαζε τους χωρικούς της Παλούντε Ντι Ζαπάτα να πεινάνε, πολιτικάντηδες που για πολλά χρόνια θάβανε την Κούβα. Αυτή είναι η ηθική της αστικής τάξης.
 Ο Χέρμπερτ Απδέκερ γράφει τα εξής: "Αν ο Νίξον και ο 'Αγκνιου αποτελούν την ιδανική εκτελεστική εξουσία∙ αν ο 'Ηστλαντ και ο Θέρμοντ είναι οι ιδανικοί γερουσιαστές, αν ο Τζ. 'Εντγκαρ Χούβερ είναι ο διάσημος για την "ειλικρίνεια" και τον "πατριωτισμό" του δικαστής, τότε, πραγματικά, η ωραιότατη συντρόφισσά μας 'Αντζελα Ντέηβις είναι ένας "εγκληματίας" εξαιρετικά επικίνδυνος. Μπορεί
κανείς να διανοηθεί για έναν Αμερικάνο πιο μεγάλη τιμή από το να μπει στην κορυφή των "εγκληματιών" κατά την κρίση τέτοιων τεράτων;" (52).
 O Γκουϊλέρμο Λομπατόν σ' ένα γράμμα του 1951 γράφει τα εξής: Αισθάνομαι την ζωή σαν μια αξία που δεν μου ανήκει, σαν μια αξία που πρέπει να την επιστρέψω στους άλλους, όμως με τόκο. 'Ενας μεγάλος τοκογλύφος μου δάνεισε την ζωή. Δεν ξέρω σε ποιόν αλλά ετοιμάζομαι να την δώσω. Σ' όποιον την θέλει. Εκτός από τον ίδιο
μου τον εαυτό". (53)
 Ο αναρχικός Ντεσάμπ δηλώνει μπροστά στους δικαστές του: "Το κεφάλι μου; Μπορείτε να το κόψετε. Σας το παραδίνω, περήφανος και άφοβος θα το φέρω μπροστά στην λαιμητόμο. 'Ενα παραπάνω ή ένα λιγότερο κεφάλι αναρχικού σίγουρα δεν θα εμποδίσει την προπαγάνδα". (54)
 O Βαγιάν σκεπτόμενος τον επικείμενο θάνατό του τον βλέπει σαν "την κραυγή μιας ολόκληρης τάξης που διεκδικεί τα δικαιώματά της και που πολύ γρήγορα θα περάσει από τα λόγια στις πράξεις... 'Εχω αναλύσει σωστά τα συναισθήματά μου και δεν έχω κανένα μίσος προς αυτούς που αύριο θα με σκοτώσουν... Κοιτάζω τον θάνατο με ηρεμία∙ δεν είναι ίσως το καταφύγιο αυτών που δεν τρέφουν αυταπάτες;
Τουλάχιστον θα πεθάνω με την ικανοποίηση ότι έχω κάνει ό, τι μπορούσα για να επισπεύσω τον ερχομό της νέας εποχής..." (55).
 Ο διαχωρισμός ανάμεσα στην ηθική και στην κοινωνική επιστήμη είναι ένα πρόβλημα πολύ περίπλοκο που προσέλκυε πάντα την προσοχή, από τον Μακιαβέλλι κι έπειτα ας πούμε. Η σύγχιση δεν είναι λίγη. Εν πρώτοις δεν γίνεται καλά κατανοητό το τί πράγμα πρέπει να έχει κανείς υπόψη του όταν μιλάει για κοινωνική επιστήμη, επειδή σε μερικούς αρέσει να κάνουν μια ανεπίτρεπτη διάκριση μεταξύ ­πολιτικής­ και ­οικονομίας­. 'Ομως, και να ήθελε ακόμα να ξεπεράσει κανείς αυτό το εμπόδιο και να περιοριστεί σε μια υλιστική ανάλυση η οποία αντιλαμβάνεται το ανώφελο αυτής της διάκρισης, παρά για θεωρητικούς λόγους, και θεωρεί απαραίτητη την
οικονομική διάσταση για να κατανοήσει κανείς τον άνθρωπο που έχει εισχωρήσει σε μια ιστορική προοπτική∙ παραμένει ένα πρόβλημα περαιτέρω. Η διάκριση μεταξύ αυτών που βεβαιώνουν ότι είναι αναγκαίο να κάνουμε διαχωρισμό μεταξύ ηθικής και οικονομίας και εκείνων που μάχονται υπέρ της αναγκαιότητας να τα λαμβάνουμε μαζί
υπόψη, περιέργως, δεν αντιστοιχεί σε μια διάσταση μεταξύ αντιδραστικών και επαναστατών. Η αλήθεια είναι ότι αυτή η διάκριση συντηρείται από τους "καθαρολόγους", οι οποίοι στην οικονομία βλέπουν μια αφηρημένη επιστήμη, λίγο πολύ σαν την θεωρητική μηχανική∙ και από τους ιστορικούς που θεωρούν αναγκαίο
το ν' ανιχνεύσουν το ηθικό κίνητρο μέσα στους οικονομικούς νόμους.
 Ας κοιτάξουμε να εξηγήσουμε πώς δικιολογείται αυτή η αναντιστοιχία ανάμεσα στους υπερασπιστές της ηθικής στην οικονομία και στους επαναστάτες. Πρέπει να ξαναγυρίσουμε στην διάκριση μεταξύ αστικής ηθικής και επαναστατικής ηθικής. Στην
πράξη αυτοί οι οικονομολόγοι, στο μεγαλύτερο μέρος τους χριστιανοσοσιαλιστικής καταγωγής, υποστηρίζουν μια ηθική που δεν έχει τίποτα που να μοιάζει μ' αυτό που εννοούμε εμείς. 'Ομως θα προχωρήσουμε προσεκτικά.
 Στις εκτιμήσεις του για τον Μακιαβέλλι, ο Κρότσε έγραφε: "... υψηλότατη υπήρξε η βαθμίδα στην οποία έφτασε στον Μακιαβέλλι η έννοια της πολιτικής, την οποία με μεγάλη επιμονή διέκρινε από την ηθική και την θρησκεία∙ και σ' αυτό συνίσταται το αθάνατο φιλοσοφικό του έργο". (56)
 Εδώ η διάκριση μεταξύ πολιτικής και ηθικής δεν συλλαμβάνει την υλιστική σπουδαιότητα του ανέφικτου μιας καθαρής διάκρισης μεταξύ οικονομίας και πολιτικής, κι αυτό σε σχέση με την ιδιαίτερη θεώρηση του Κρότσε. 'Ομως, βάζοντας κατά μέρος την σκοπιά με την οποία ο Κρότσε βλέπει τα πράγματα, για μας παραμένει το πρόβλημα της συνύπαρξης του ηθικού και του οικονομικού κινήτρου στα
πλαίσια της διάστασης ­άνθρωπος­, συνύπαρξη που δεν μπορεί να ιδωθεί αποσπασματικά αλλά πρέπει να αναλυθεί με την έννοια της αποδοχής της ισχύος του ηθικού κινήτρου στα πλαίσια της διάστασης ­άνθρωπος­.
 'Οταν ο Μαρξ κι ο 'Ενγκελς γράφουν: "Ο ακόλαστος αστός καταπατάει τον γάμο και διαπράττει κρυφά μοιχεία∙ ο έμπορος εξαπατάει την ατομική ιδιοκτησία στερώντας με την κερδοσκοπία, την χρεωκοπία κλπ., τους άλλους από την ιδιοκτησία τους∙ ο νεαρός αστός γίνεται, αν μπορεί, ανεξάρτητος από την οικογένειά του, και
από μεριάς του πρακτικά διαλύει την οικογένεια∙ όμως στην θεωρία ο γάμος, η ιδιοκτησία, οι οικογένεια παραμένουν απαραβίαστα, επειδή πρακτικά είναι οι βάσεις πάνω στις οποίες η αστική τάξη έχει οικοδομήσει την κυριαρχία της, ακριβώς όπως ο πάντα καταστρατηγούμενος νόμος κάνει από τον θρησκευόμενο Εβραίο έναν θρησκευόμενο Εβραίο. Αυτή η σχέση του αστού με τις συνθήκες ύπαρξής του αποκτάει μια από τις γενικές μορφές της στα πλαίσια της αστικής ηθικότητας..." (57).
 'Εχουμε εδώ μια σαφή ένδειξη ότι στο εσωτερικό της λογικής του κεφαλαίου λειτουργεί μια ηθική που είναι εκείνη της αστικής τάξης, και η οποία δημιουργεί τους μύθους της και τους χρησιμοποιεί ή δεν τους χρησιμοποιεί ανάλογα με τα ταξικά της συμφέροντα. 'Ομως, εκτός από αυτό, υπάρχει μια ζωντανή αναγκαιότητα να προσδιορίσουμε μια ­αφηρημένη ηθική­ και να την διαχωρίσουμε από την οικονομική αντανάκλαση πάνω στην πρακτική δραστηριότητα, για να μπορέσουμε να ανοικοδομήσουμε το άλοθι της αιωνιότητας των νόμων της εκμετάλλευσης. Για παράδειγμα ο Στιούαρτ Μίλλ: "H πολιτική οικονομία οικοδομεί τους συλλογισμούς
της ξεκινώντας από ­αξιωματικές­ προτάσεις, από προτάσεις που θα μπορούσαν πολύ καλά να υπάρχουν χωρίς καμιά θεμελίωση στο γεγονός, που δεν υποστηρίζουν πως γενικά εναρμονίζονται προς τα γεγονότα. Τα συμπεράσματα της πολιτικής οικονομίας, κατά συνέπεια, όπως εκείνα της γεωμετρίας, είναι μόνο στην ­αφαίρεση­". (58)
 'Ενας άλλος συγγραφέας ο οποίος εμφανίζει την οικονομική επιστήμη σ' ενα τέτοιο επίπεδο αφαίρεσης ώστε τίθεται σε αναλογία προς την θεωρητική μηχανική, είναι ο Παρέτο (59). Και όμως ακόμη κι αυτός καταλήγει να αντιλαμβάνεται την αναγκαιότητα να ληφθεί υπ' όψη ένας ευρύτερος ορίζοντας, παραμένοντας ωστόσο μέσα στην περίμετρο της οικονομικής επιστήμης, όπως φαίνεται καθαρά σε μια
συζήτηση που έλαβε χώρα στην Λωζάνη στα 1917. (60) Αυτή η ιδιαίτερη σημασία της τοποθέτησης του Παρέτο στις αντιπαραθέσεις για το ­καθήκον­ της οικονομίας επιβεβαιώνεται και από την γνώμη του Ρολ: "... η ίδια η εξέλιξη της παρετιανής σκέψης δείχνει ότι η ανθρώπινη φύση του οικονομολόγου αποστρέφεται το κενό που αυτές οι σχολές τείνουν να δημιουργούν (οι σχολές της αφαίρεσης)". (61)
 'Ενας άλλος κλασικός που κρατιέται στο επιστημονικό επίπεδο ενός καθαρού διαχωρισμού μεταξύ οικονομικής επιστήμης και ηθικής, είναι ο Σένιορ: "Το καθήκον του οικονομολόγου δεν είναι νασυμβουλεύει ή να αποτρέπει, αλλά να προσδιορίσει τις γενικές αρχές". (62) 'Ομως ο Σίνιορ δεν είναι πλέον τόσο απομακρυσμένος
όταν πρόκειται για τις στενοχώριες και για την πείνα των υφαντών εξαιτίας μιας μείωσης του μισθού, ή όταν εργάζεται πάνω στα σχέδιά του για δημόσια αρωγή, ή όταν καταγγέλει την εργασία των παιδιών (63)∙ τότε βγαίνει έξω από τις σελίδες του ο σκανδαλισμένος αστός που επιζητεί να υπερασπίσει την δική του ηθική άποψη για τον κόσμο, κουβαλώντας το φάρμακο γι' αυτά που αυτός θεωρεί σταβά και παραμορφώσεις ενός τέλειου σχέδιου που έχει κάνει ο ίδιος.
 Οι αστοί οικονομολόγοι που κοπιάζουν να επιβεβαιώσουν την αναγκαιότητα του ηθικού στοιχείου μέσα στην οικονομικο-κοινωνική σκέψη είναι, ομοίως, αρκετοί και με κύρος. Στην αρχή του προηγούμενου αιώνα ο Σισμόντι επεσήμανε πώς η αφηρημένη
οικονομική θεωρία απειλούσε να "μας κάνει να χάσουμε από μπροστά μας τη γη" (64). Μετά έρχονται οι Γερμανοί οικονομολόγοι, ιδιαίτερα εκείνοι της ιστορικής σχολής. Ο Σμόλερ λέει τα εξής: "... η οικονομική δραστηριότητα, θεωρούμενη ως προς τις σχέσεις της με όλες τις δυνάμεις της ψυχής και της κοινωνίας, είναι μια δραστηριότητα υποκείμενη σε ηθική κρίση και γι' αυτό
επηρεαζόμενη". (65) O Σόμπαρτ προτείνει μια συγχώνευση ανάμεσα στην φιλοσοφία(ιδεαλισμός), την ηθική και την οικονομία (66). Ο Σπαν θεωρεί την οικονομία ένα αρμονικό σύνολο από πνευματικά και υλικά μέσα που κατευθύνονται προς την πραγματοποίηση προκαθορισμένων σκοπών (67).
 Στην Ιταλία η σχολή των οικονομολόγων που υποστηρίζει την συγχώνευση της ηθικής με την οικονομία είναι ανάμεσα στις πιο αντιδραστικές, η δική της θεώρηση της οικονομίας και της ηθικής είναι εκείνη που μπορεί να εξαχθεί από μια ορισμένη ανάγνωση του ευαγγελίου (68). O Εϊνάουντι λέει τα εξής: "Αφού κι εγώ πίστεψα
για πολύ ότι το καθήκον του οικονομολόγου δεν ήταν να θέτει σκοπούς στον νομοθέτη, χωρίς βέβαια να ξεχνάμε, ότι όπως ο σκλάβος κάθεται πάνω στο κάρο του θριαμβευτή και ο Ταρπύϊος Βράχος είναι κοντά στο Καπιτώλιο, έτσι, οποιοσδήποτε κι αν είναι ο σκοπός που επιδιώκει ο πολιτικός, τα μέσα που χρησιμοποιεί
πρέπει να είναι τα αναγκαία και τα κατάλληλα∙ σήμερα αμφιβάλλω και ίσως καταλήξω να συμπεράνω ότι ο οικονομολόγος δεν μπορεί να αποσυνδέσει το καθήκον του να κριτικάρει τα μέσα από το καθήκον να διακηρύσσει σκοπούς∙ ότι η μελέτη των σκοπών αποτελεί μέρος της επιστήμης στο ίδιο κεφάλαιο όπου ανήκει και η μελέτη των μέσων, στην οποία περιορίζονται οι οικονομολόγοι". (69)
 Θα μπορούσε να συνεχίσει κανείς τις παραθέσεις με αναφορές στα έργα του Τονιόλο (70), του Βίτο (71) και του Παρίλο (72), όσον αφορά την Ιταλία, και στα έργα άλλων αντιδραστικών αστών μελετητών όσον αφορά την Αγγλία και τις Ηνωμένες Πολιτείες (73).
'Ολος αυτός ο καλός κόσμος προσπαθεί να δείξει ότι κατά την μελέτη των σκοπών πρέπει να λαμβάνονται υπ' όψη τα μέσα, και να αποφεύγεται η υποβάθμιση του οικονομικού προβλήματος σε γεγονός καθαρά μηχανικό. 'Ομως αυτός ο ισχυρισμός βασίζεται σε δύο λανθασμένες προϋποθέσεις: α) θεωρεί υπονοούμενη την διάκριση
μεταξύ οικονομίας και κοινωνίας∙ β) διατηρεί παρούσα μια αφηρημένη ηθική που ανταποκρίνεται μόνο στους κανόνες της υποκρισίας και του αστικού καθωσπρεπισμού.
 Στις εργασίες των μαρξιστών αυτό το πρόβλημα δεν αντιμετωπίζεται ποτέ σοβαρά. "Στην μαρξική θεωρία σε κανένα σημείο δεν γίνεται αναφορά στην παραδοσιακή ηθική. Απεναντίας. Τις περισσότερες φορές η ηθική μνημονεύεται σκόπιμα μόνο για ν' αποδειχθεί η ανεπάρκειά της." (74) Aυτή η διαβεβαίωση του Μπερνστάιν δεν είναι αρκετά ενδεικτική μιας κατάλληλης πραγματικά υλιστικής ηθικής που
αναδύεται από τις μαρξιστικής μελέτες. Ο ίδιος ο Μπερνστάιν συνεχίζει ως εξής: "Στον πρόλογο της γερμανικής έκδοσης της ­Αθλιότητας της φιλοσοφίας­, ο 'Ενγκελς δηλώνει ότι είναι τυπικά λανθασμένο από οικονομική άποψη το εξαγόμενο των κομμουνιστικών διεκδικήσεων από το γεγονός ότι με τον μισθό ο εργάτης δεν
αποκτάει μια αξία αντίστοιχη προς αυτή που έχει παράσχει με την εργασία του, επειδή πρόκειται 'απλά για μια εφαρμογή της ηθικής στην οικονομία...'. O μαρξισμός στην πράξη βρίσκεται σε προφανώς αθεράπευτη αντίφαση με αυτήν την στάση άρνησης που χαρακτηρίζει την θεωρία. Νομίζω ότι κανένας δεν μπορεί να αρνηθεί ότι στο ­Κεφάλαιο­ εμφανίζονται συχνά διατυπώσεις, οι οποίες έχουν σαν βάση μια ηθική κρίση. 'Ηδη το να ορίζει κανείς την μισθωτική σχέση σαν
σχέση εκμετάλλευσης, προϋποθέτει μια τέτοια κρίση, αφού η έννοια της εκμετάλλευσης, όταν πρόκειται να χαρακτηρίσει σχέσεις ανθρώπου προς άνθρωπο, εμπεριέχει πάντα το τέχνασμα της άδικης ιδιοποίησης, της απάτης". (75)
 M' αυτό τον τρόπο ανοίγει ο δρόμος για δύο περαιτέρω εκτιμήσεις:
α) δεν είναι τελείως σωστός ο τρόπος ανάγνωσης μερικών σύγχρονων μαρξιστών που μιλάνε για θυσία του ανθρώπου για την κοινωνία, στο όνομα μιας δικτατορίας, η οποία καταλήγει να γίνεται οτιδήποτε άλλο παρά περιφρούρηση των συμφερόντων της μάζας∙
β) η ηθική προοπτική, όταν εισάγεται στο πεδίο της κοινωνικής δράσης,
γίνεται πρόβλημα επιλογής, και γι' αυτό πρόβλημα θέλησης. 
Ο Στάουντιγκερ έγραφε: "... η χημεία της θέλησης πρέπει να αποτελεί επιστήμη, πρέπει να αποδεικνύει ότι είναι τέτοια, προτού να έχει το δικαίωμα να ασκεί κάποια επιρροή... Είναι λοιπόν τέλεια κατανοητό ότι ο ιστορικός υλιστής παίρνει μια στάση δυσπιστίας απέναντι στις διαμάχες ανάμεσα στην τεράστια πλειοψηφία των δανεισμένων από την ηθική φιλοσοφία απόψεων..." (76) Kαι πιο πέρα: "Από μια τέτοια νομιμότητα της θέλησης παρ' όλα αυτά προκύπτει... ότι μόνο η αυτόνομη δραστηριότητα του ανθρώπου μπορεί να δημιουργήσει μια τέτοια τάξη, που δεν
γεννιέται από μόνη της..." (77).
 Είναι πολύ απλοϊκό το να σκέπτεται κανείς ότι υποβαθμίζοντας το ηθικό κίνητρο της κοινωνικής δράσης σε γεγονός υπαρξιακής επιλογής, η παρέμβαση της απόφασης του ατόμου, δηλαδή της θέλησης, θα μετασχηματίσει με ανορθολογικό τρόπο την διάταξη του επαναστατικού σχεδίου. Δεν είναι τελείως αληθινό ότι η θέληση
είναι ένα γεγονός αποκλειστικά ανορθολογικό και, ως εκ τούτου, πρέπει να μπαίνει στην άκρη και να καταδικάζεται με καχυποψία. Βέβαια, με την δικιολογία της θέλησης μπορούν να περάσουν θέσεις πολύ επικίνδυνες (π.χ. θέληση δύναμης κλπ.), όμως το πρόβλημα θα εξετασθεί πιο σοβαρά.
 Eάν θεωρήσουμε ανορθολογική την θέληση πρέπει να γνωρίζουμε σαφώς τί είναι λογική. Ο Χέγκελ υποστήριζε ότι οτιδήποτε υπάρχει, εφόσον υπάρχει, είναι πραγματικό και κατά συνέπεια λογικό: έτσι και η θέληση θα ήταν λογική, όμως θα μας έλειπε ένα ενιαίο μέτρο ικανό να διακρίνει ανάμεσα στην τυραννία και στην ελευθερία.
 Υπάρχει, κατά την κρίση μας, ένας τρόπος να διακρίνουμε ανάμεσα στην λογική με την έννοια της ­ιδίοτητας της ύπαρξης­ και την λογική με την έννοια ­εκείνου που πρέπει να κάνει κάθε άτομο, σε μια συγκεκριμένη ταξική κατάσταση, με βάση την δική του ηθική συνείδηση.­ Στην πρώτη περίπτωση βρισκόμαστε μπροστά σε μια
στατική ερμηνεία της έννοιας της λογικής, στην δεύτερη μπροστά σε μια δυναμική ερμηνεία, και γι' αυτό μπροστά στην δυνατότητα να θεωρήσουμε την ­θέληση­ από την άποψη της λογικής, δηλαδή λογικά. 'Ισως αυτή είναι μια διαδρομή που θα έπρεπε να διατρέξουμε για να ξεπεράσουμε τα εμπόδια μεταξύ λογικής και θέλησης, λογικού και θεληματικού, αιτιοκρατίας και θελησιαρχίας.
 'Ετσι η θέληση γραπώνεται από μια συγκεκριμένη ταξική κατάσταση, και από αυτό αντλεί την εξουσιοδότησή της να αποτελεί καθοριστικό στοιχείο της ηθικής επιλογής, στοιχείο που χαρακτηρίζει την επαναστατική δράση.
 Αυτή η προτίμηση προς την κατηγορία ­πράττειν­ είναι σαφής παραδείγματος χάριν στον Μαλατέστα: "... ομολογούμε την προτίμησή μας προς αυτούς που θέλουν να κάνουν πάρα πολύ γρήγορα, παρά στους άλλους που θέλουν πάντα να περιμένουν, οι οποίοι αφήνουν σκόπιμα να περνάν οι καλύτερες ευκαιρίες και με τον φόβο ότι θα
μαζέψουν ένα φρούτο άγουρο τ' αφήνουν όλα να σαπίσουν". (78) Και αλλού: "Εμείς θέλουμε να πραγματοποιήσουμε την επανάσταση το συντομότερο δυνατό" (79), ή, πιο λεπτομερειακά: "Tο καθήκον μας λοιπόν είναι να βοηθήσουμε να γίνει η επανάσταση επωφελούμενοι από όλες τις ευκαιρίες και όλες τις διαθέσιμες δυνάμεις: να
προωθήσουμε την επανάσταση όσο το δυνατόν περισσότερο όχι μόνο στην καταστροφή μα επίσης και πάνω απ' όλα στην ανοικοδόμηση, και να παραμείνουμε εχθροί προς οποιαδήποτε κυβέρνηση καταφέρνει να σχηματιστεί αγνοώντας την και πολεμώντας την όσο περισσότερο μπορούμε". (80)
 Ιδέα η οποία σ' ένα άλλο επίπεδο ενισχύεται από τον Μπερντιάεφ: "Η επιστημονική ηθική μπορεί να αντιληφθεί την ηθική μόνο σαν προσαρμογή του ατόμου σ' ό,τι είναι τυπικό∙ αυτή βλέπει σαν πηγή της ηθικής όχι την κερδοσκοπία πάνω σ' ένα όφελος λίγο-πολύ σημαντικό, πάνω σε μια απόλαυση λίγο-πολύ μεγάλη, αλλά μάλλον σ' έναν ρυθμό ζωής εξωτερικό προς τον άνθρωπο, ο οποίος τον ωθεί δυνατά προς την τάδε ή την δείνα κατεύθυνση". (81)
 Oι αστοί θεωρητικοί και οι θεωρητικοί λακέδες τους έβλεπαν πάντα με περιφρόνηση (και με φόβο) αυτήν την ηθική ενότητα, που θεμελιώνεται πάνω στην συνειδητή απόφαση για δράση ενάντια στην καθεστηκυία τάξη, για απόκτηση συνείδησης η οποία, σε τελευταία ανάλυση, εξομοιώνει τον επαναστάτη και τον ληστή, που
κατευθύνονται, από δύο διαφορετικά σημεία, στο να συναντηθούν μέσα στην επαναστατική δράση.
 Ο 'Εντουαρντ Μπάνφιλντ, καθηγητής της αστικής κοινωνιολογίας στο Χάρβαρντ και πρόεδρος της επιτροπής αστικών μελετών, η οποία δημιουργήθηκε από τον Νίξον, τοποθετεί το πρόβλημα των μαύρων στις Ηνωμένες Πολιτείες έτσι: "... αυτοί που ανήκουν στις κατώτερες τάξεις, ιδιαίτερα οι μαύροι, είναι ηθικά διεφθαρμένοι
και διανοητικά καθυστερημένοι... εξασθενημένοι... καχύποπτοι και εχθρικοί, αλαζώνες και ωστόσο σε τίποτα αυτάρκεις... στερημένη από οποιαδήποτε σύνδεση με την κοινότητα, με τους δίπλα τους ή με τους φίλους τους... ζουνε στα γκέτο και παρ' όλα αυτά δεν βλέπουν να υπάρχει λόγος να λυπούνται γι' αυτό... δεν τους απασχολεί η ανεπάρκεια σχολείων, δημόσιων κήπων και βιβλιοθηκών... τα
χαρακτηριστικά που κάνουν τα γκέτο απωθητικά για τους άλλους σ' αυτούς αρέσουν... προτιμούν την μιζέρια χωρίς δουλειά από την αφθονία που μπορεί να τους εξασφαλίσει η δουλειά... η ηθική των κατώτερων τάξεων είναι έξω από κάθε σύμβαση, δηλαδή ελέγχεται όχι από την συνείδηση παρά μόνο από την ιδιοτέλεια... " (82).
 Tο πρόβλημα των μαύρων δεν τοποθετείται στην σωστή του διάσταση όσο δεν γίνονται ορατές, εκτός από τις οικονομικές, οι ηθικές ρίζες της εξέγερσης που απλώθηκε στις ΗΠΑ. Πρόκειται για ένα σαφές παράδειγμα του πόσο ανίκανη είναι η κυρίαρχη αστική τάξη, όπως και μερικές ανερχόμενες ­ελίτ­, έτοιμες να την
αντικαταστήσουν, να καταλάβει τα κίνητρα των εξεγέρσεων.
 Ο Τζέιμς Φάρμερ, πρώην διευθυντής του Κογκρέσσου για την φυλετική ισότητα: "Η πολιτική βία διαδίδεται σαν επιδημία. Ορίστε ένα καινούργιο παράδειγμα. Οι Αμερικάνοι θα 'πρεπε να μάθουν να διευθετούν τις διαφορές τους με τα λόγια κι όχι με τις σφαίρες". (83)
 Ο Μίκε Μάνσφιλντ, δημοκρατικός ­ηγέτης­ της Γερουσίας: "Αναρωτιέμαι τί συμβαίνει σ' αυτήν την χώρα. Είμαι τρομοκρατημένος από το γεγονός ότι η βία έχει γίνει τόσο κυρίαρχη. Φοβάμαι για το μέλλον της χώρας μου εάν δεν καταφέρουμε
να ξαναβρούμε την σταθερότητά μας". (84)
 Η Επιτροπή 'Ερευνας της 29 Φεβρουαρίου 1968, επιφορτισμένη να ερευνήσει τις πολιτικές ταραχές δήλωσε στο Κονγκρέσσο των Ηνωμένων Πολιτειών: "Η εξέλιξη μιας ολοκληρωμένης φυλετικά κοινωνίας θα γίνει από μόνη της αδύνατη όταν ο μαύρος πληθυσμός των γκέτο μόνο, που αποτελείται τώρα από 12 εκατομμύρια άτομα, θα
φτάσει στα 1985 τα 31 εκατομμύρια κατοίκους". (85)
 Στις 2 Ιουλίου 1964 ο Τζόνσον υπόγραφε τον νόμο για τα πολιτικά δικαιώματα, δηλώνοντας: "Αυτός δεν περιορίζει την ελευθερία κανενός Αμερικάνου, όσο αυτός σέβεται τα δικαιώματα των άλλων... Επιβεβαιώνει ότι αυτοί που είναι ίσοι απέναντι στον Θεό πρέπει να είναι επίσης ίσοι στις κάλπες, στις σχολικές αίθουσες, στα εργοστάσια, στα ξενοδοχεία, στα εστιατόρια, στους κινηματογράφους
και σε κάθε άλλο δημόσιο χώρο". (86)
 Η πραγματικότητα είναι πολύ διαφορετική, και αυτή είναι που γεννάει - ανάμεσα σε τόσα άλλα πράγματα - την εξέγερση και μέσα στην εξέγερση την κοινωνική ληστεία.
 Αναφέρουμε την "φιλολογική" περίπτωση μιας σκηνούλας που μας δίνει τον δείκτη του "αυθόρμητου" και κατά συνέπεια της εξαιρετικής σοβαρότητας του γεγονότος των διακρίσεων που αφορούν τους μαύρους και τις μειοψηφίες γενικά. Οι σκέψεις είναι σε πρώτο πρόσωπο και δίνονται από τον ίδιο τον μαύρο:
 "- Ωχ, ένας μαύρος!" ήταν ένα εξωτερικό ερέθισμα, ξερό και
ελαφρύ, που με χτυπούσε κατά μέτωπο καθώς περνούσα. Χαμογέλασα
ελαφρά.
 "- Κοίτα ένας μαύρος" ήταν αλήθεια. Διασκέδαζα.
 "- Κοίτα ένας μαύρος!" Σιγά σιγά ο θηλειά σφιγγόταν. Διασκέδαζα
φανερά.
 "- Μαμά, κοίτα τον μαύρο, φοβάμαι!" Φοβάται; Φοβάται; 'Αρχιζαν
να με φοβούνται! Θέλησα να διασκεδάσω μέχρι σκασμού, όμως έγινε
αδύνατο.
 "- Κοίτα εκείνο τον μαύρο... Μαμά ένας μαύρος!... Σώπα, να μη
θυμώσει... Μην δίνετε σημασία κύριε. Δεν ξέρει ότι είσαστε
πολιτισμένος όπως εμείς...".
 "Εκείνη την λευκή μέρα του χειμώνα το σώμα μου μου γύριζε τεντωμένο, κομματιασμένο, ξανασυναρμολογημένο, όλο πονεμένο. Ο μαύρος είναι ένα κτήνος, ο μαύρος είναι κακός, ο μαύρος είναι μοχθηρός, ο μαύρος είναι άσχημος. 'Ωχ, ένας μαύρος... κάνει κρύο'∙ ο μαύρος τρέμει, ο μαύρος τρέμει γιατί κάνει κρύο, το
παιδάκι τρέμει γιατί φοβάται τον μαύρο, ο μαύρος τρέμει από το κρύο, αυτό το κρύο που σπάει κόκαλα... το όμορφο άσπρο παιδάκι ρίχνεται στα χέρια της μητέρας: 'Μαμά, ο μαύρος θα με φάει!'".
 "'Ολη αυτή η ασπράδα που με ασβεστώνει... κάθομαι στην άκρη της φωτιάς... τα ασπρόρρουχα του μαύρου μυρίζουνε μαύρο, τα δόντια του μαύρου είναι άσπρα, τα πόδια του μαύρου είναι μεγάλα, η μεγάλη καρδιά του μαύρου, γλιστρώ στις γωνιές, σωπαίνω, θέλω να είμαι ανώνυμος, θέλω τη λησμονιά. Τα δέχομαι όλα, αρκεί να μην
διακρίνομαι πια". (87)
 Είναι η ίδια αστική ηθική που έχουμε δει εν δράσει ξεκινώντας από την περίπτωση του παπά που συμμετείχε στην αντεπαναστατική επίθεση στην Κούβα. Το αποτέλεσμα είναι η απομόνωση, απώτερες συνέπειες είναι η δημιουργία μιας επαναστατικής μειοψηφίας η οποία αποτελεί έκφραση της μάζας, και το ξέσπασμα μιας ατομικής
εξέγερσης, συχνά απερίσκεπτης, που καταλήγει να μην έχει με την μάζα παρά μόνο μία επαφή κατά βάθος: την εκμετάλλευση. Σ' αυτή τη βάση, οι κοινωνικοί ληστές και οι επαναστάτες θα ξαναβρεθούν με την ανάπτυξη της επαναστατικής συνείδησης των πρώτων και την εγκατάλειψη των ενδεχόμενων κατάλοιπων της αστικής ηθικής των
δεύτερων.
 Η απομόνωση χρησιμεύει στην παγίωση της αποδοχής του να είναι κάποιος διαφορετικός, της άρνησης της αφομοίωσης. Εδώ βρίσκεται, σε τελευταία ανάλυση, το ιδιαίτερο διακριτικό σημείο του κοινωνικού ληστή, όχι μόνο στην αποδοχή ενός διαφορετικού αξιολογικού προτύπου, αλλά και στον αγώνα να παρεμποδιστεί η
διείσδυση εχθρικών αξιών μέσα στο δικό του πρότυπο.
 "Είναι η αίρεση ενάντια στις καταβολές του, η τρομοκρατημένη απόδραση από τις δικές του αντιδράσεις και από τις πιο ριζωμένες διαισθήσεις... Η άρνηση του συναισθήματος... το οποίο εγώ θεωρώ το πιο αξιοπεριφρόνητο κακό". (88) Το να πολεμάει κανείς ενάντια στο να 'ναι μαύρος για να φαίνεται λιγότερο μαύρος αποτελεί άρνηση κάθε εξέγερσης, αποτελεί αποδοχή της αλλοτρίωσης σαν
μοναδικού μέτρου του δυνατού, ενεργοποίηση της ενσωμάτωσης, νίκη του συστήματος.
 Αναδύεται λοιπόν το σύμβολο και ο αυτουργός της απελευθερωτικής δράσης. Αναφορικά προς τον Τζώρτζ Τζάκσον ο Μπόλντουιν γράφει: "Τώρα και για τον Τζωρτζ, που αντιστάθηκε αξιοπρεπώς μέχρι το τέλος. Κάτω από μια βροχή από εχθρικά πυρά, έπεσε στις 21 Αυγούστου 1971, στο σωφρονιστικό κατάστημα του Σαν Κουέντιν. Η
αγάπη του για τον καταπιεσμένο λαό του ήταν απέραντη, η συμμετοχή του στην υπόθεση της επανάστασης ήταν χωρίς όρους, η συμβολή του στον αγώνα ανυπολόγιστη. Αν και οι δεσμοφύλακές του νόμιζαν ότι θα τον καταστρέψουν, ο Τζωρτζ επιβιώνει, παράδειγμα και προτροπή για όλους μας". (89)
 Αναδύεται το σύμβολο, αλλά πόσο διαφορετικό είναι από το δημαγωγικό σύμβολο της ­ελίτ­ που επιδιώκει την κατάκτηση της εξουσίας για να υποδουλώσει τον λαό. Σύμβολο αφιέρωσης στην υπόθεση της ελευθερίας, σύμβολο άμεσης δράσης, της κατάργησης του φράγματος μεταξύ της αντιπροσώπευσης και της χωρίς όρους
εμπιστοσύνης στον αρχηγό, σύμβολο της αυτοδιεύθυνσης του αγώνα. Το πιο βαθύ ηθικό μήνυμα βρίσκεται ακριβώς σ' αυτό.
 H κοινωνική ληστεία αποζημιώνεται από την πλήρη συνείδηση των ορίων της και από την χωρίς όρους εμπιστοσύνη στην θέληση του ατόμου και της βάσης, στην θέληση όλων των εκμεταλλευόμενων, να μπορέσουν να δημιουργήσουν τις απαραίτητες συνθήκες για την απελευθέρωση. 


                           ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

(1) Οι πιο σημαντικές μελέτες και έρευνες που σχετίζονται με την
περίοδο που ακολούθησε την ένωση της Ιταλίας, στις οποίες
αντιμετωπίζεται φευγαλέα το πρόβλημα της ληστείας, είναι: F.
MAGGIORE-PERNI, Για τις οικονομικές, πολιτικές και ηθικές
συνθήκες της Σικελίας μετά το 1860, Παλέρμο 1896. Α. GUARNERI, Η
κοινοβουλευτική έρευνα πάνω στα γεγονότα του Παλέρμο, Παλέρμο
1867. G. ANTINORI, Η Σικελία. Ζητήματα οικονομικά, διοικητικά και
πολιτικά, Παλέρμο 1867. C. BAER, H γαιοκτησία στην Σικελία, στην
"Νέα Ανθολογία", 15 Απριλίου 1883, σ. 640 κι επ. Πράξεις της
Επιτροπής για την γεωργική έρευνα και πάνω στις συνθήκες της
αγροτικής τάξης, τόμος XIII, τεύχος πρώτο, Αναφορά του Αστυνόμου
Αbele Damiani, Ρώμη 1884. S. JACINI, To αγροτικό πρόβλημα και η
έρευνα, στην "Νέα Ανθολογία", 15 Μαρτίου 1881, σ. 303 κι επ. L.
BODIO, Πάνω στα στατιστικά έγγραφα του Βασιλείου της Ιταλίας,
Φλωρεντία 1867. N. COLAJANNI, H ευγλωττία των αριθμών και των
δεικτών της αθλιότητας του Νότου, στην "Λαϊκή Επιθεώρηση", σ. ΙΧ,
15 Μαρτίου 1903. Α. BATTAGLIA, H κοινωνική εξέλιξη σε σχέση με
την έγγεια ιδιοκτησία στην Σικελία, Παλέρμο 1895. A. DE JOHANNIS,
Πάνω στις αιτίες της κρίσης, στην "Νέα Ανθολογία", 16 Δεκεμβρίου
1891, σ. 693 κι επ. G. SALVIOLI, Εισπράκτορες δασμών και χωρικοί
στην Σικελία στην ζώνη της γαιοκτησίας, στην "Κοινωνική
Μεταρρύθμιση", Ι (1894) σ. 75 κι επ. Πράξεις της Επιτροπής για
την γεωργική έρευνα και πάνω στις συνθήκες της αγροτικής τάξης,
τόμος XV, Αναφορά του Προέδρου κόμη Stefano Jacini, Ρώμη 1885. E.
CORBINO, Χρονικό της Ιταλικής οικονομίας, τόμος Ι, Τσιτά Ντι
Καστέλο 1931-38. G. LUZZATO, H Ιταλική οικονομία από το 1861 στο
1914, τόμος Ι: 1861-1894, Μιλάνο 1963 (έκδοση της Εμπορικής
Τράπεζας της Ιταλίας). S. B. GLOUGH, Ιστορία της Ιταλικής
οικονομίας από το 1861 μέχρι σήμερα, Μπολόνια 1965. E. PASSERIN
D' ENTREVES, H εθνική πολιτική του Ιουνίου-Σεπτεμβρίου 1861:
Ricasoli και Μinghetti, στο "Ιταλικό Ιστορικό Αρχείο", 1955. A.
SCIROCCO, Η κυβέρνηση και το χωριό στο Νότο κατά την κρίση της
ενοποίησης, 1860-1861, Μιλάνο 1963. C. PAVONE, Κεντρική διοίκηση
και περιφερειακή διοίκηση από τον Rattazzi στον Ricasoli,
1859-1866, Μιλάνο 1964. P. ALATRI, Πολιτικοί αγώνες στην Σικελία
κάτω από την κυβέρνηση της Δεξιάς, 1866-74, Τορίνο 1954. F.
BRANCATO, Η Σικελία την πρώτη εικοσαετία του βασιλείου της
Ιταλίας, Μπολόνια 1956. S. F. ROMANO, Iστορία της Μαφίας, Μιλάνο
1963. Ανθολογία της Μαφίας. Ανέκδοτα έγγραφα, κοινοβουλευτικές
συζητήσεις, έρευνες, μονογραφίες από τα πρώτα χρόνια της μέχρι
σήμερα, με την φροντίδα του N. Russo, εισαγωγή των M. Gangi και
Ν. Sorgi, Παλέρμο 1964
(2) E. J. HOBSBAWM, Οι επαναστάτες, Ιταλ. μετ., Τορίνο 1966
(Πρωτόγονοι Επαναστάτες, Μάντσεστερ 1959)
(3) Ε. J. HOBSBAWM, Οι ληστές. Η κοινωνική ληστεία στην σύγχρονη
εποχή, Ιταλ. μετ., Τορίνο 1971. (Ληστές, Λονδίνο 1969).
(4) F. MOLFESE, Ιστορία της ληστείας μετά την ενότητα, Μιλάνο
1966.
(5) Ε. ARMAND, Αναρχική ατομικιστική κατήχηση, Ιταλ. μετ.,
Φλωρεντία 1956, σ. 33.
(6) Στο ίδιο σ. 38.
(7) E. ZOCCOLI, Οι αναρχικές ομάδες στις Ηνωμένες Πολιτείες και
το έργο του Μαξ Στίρνερ, Μόντενα 1901, σ. 165-167.
(8) Ε. MALATESTA, H οργάνωση, στην "Αφύπνιση" 15 Οκτωβρίου 1927.
(9) J. MAITRON, Ο Π. Κροπότκιν και η προκήρυξη της Σεζ "Πρακτικά
του εξηκοστού έκτου συνεδρίου των επιστημονικών συλλόγων", Ρεν
1951, Παρίσι 1951.
(10) O. BAYER, Σεβερίνο Ντι Τζιοβάννι, Ο ιδεολόγος της βίας,
Ιταλ. μετ., Πιστόια 1973, σ. 81.
(11) Αποτελεί εξαίρεση, κατά κάποια έννοια, η εργασία του A.
CAMUS, O επαναστατημένος άνθρωπος, Ιταλ. μετ., Μιλάνο (15η εκδ.)
1962, για μια μεγαλοφυή εισαγωγή στην έρευνα. Τελείως άχρηστες οι
εργασίες: M. SCHELER, H κρίση των αξιών, Ιταλ.  μετ., Μιλάνο
1963.  G. W. ALLPORT, Mια Ψυχολογική Ερμηνεία, Λονδίνο 1949.
(12) C. LOMBROSO, Οι αναρχικοί, Ρώμη 1972. G. FERREO, Ανέκδοτα
γράμματα του Καζέριο, στην "Φιγκαρό" της 9 Ιουλίου 1894. A.
LACASSAGNE, Η Δολοφονία του Προέδρου Καρνό, Λυών και Παρίσι 1894.
E. REGIS, Οι Βασιλοκτονίες στην Ιστορία και στο Παρόν, Λυών και
Παρίσι 1890. Δόκτωρ CROCQ, Η διανοητική ηλικία των Αναρχικών,
Διεθνές συνέδριο υγιεινής, Βουδαπέστη (Αύγουστος) 1894. C.
LOMBROSO, Ο εγκληματίας άνθρωπος όσον αφορά την ανθρωπολογία, την
νομοθεσία και την σωφρονιστική πειθαρχία, 2 τόμοι, Τορίνο 1889.
W. HEALY, Το εγκληματικό 'Ατομο, Βοστώνη 1917. J. L. GILLIN,
Εγκληματολογία και Ποινολογία, Λονδίνο 1927. C. R. SHAW, Aδέλφια
στο 'Εγκλημα, Σικάγο 1938. EXNER, Εγκληματολογία, Αμβούργο 1939.
H. VON HENTIG, Ποινικό Δίκαιο και Επιλογή, Βερολίνο 1914. A. Η.
ESTABROOK, Οι Τζουκς στα 1915, Ουάσινγκτον 1916. H. H. GODDARD, Η
οικογένεια Κάλλικακ, Νέα Υόρκη 1912. F. STUMPFL, Κληρονομικός
παράγοντας και έγκλημα, Βερολίνο 1935. K. H. FREMMING, Συχνότητα
Εγκλημάτων σε μια Δανέζικη Αγροτική Περιοχή, Κοπενχάγη 1946. C.
BURT, O Nέος Εγκληματίας, Λονδίνο 1945. C. R. SHAW, Περιοχές
Εγκληματικότητας, Σικάγο 1929. R. TAFT, Εγκληματολογία, Νέα Υόρκη
1945, σ. 161-166.
(13) J. P. COURT, Εισαγωγή στο ΖΟ ΝΤ' ΑΞΑ, Εντεόρ, Παρίσι 1974,
σ. 8-9.
(14) Απόσπασμα από B. LAVAGNINI, Iστορία της Νεοελληνικής
λογοτεχνίας, δεύτερη έκδ., Μιλάνο 1959, σ. 122.
(15) Ε. J. HOBSBAWM, Oι ληστές, αναφ. έργο, σ. 50.
(16) Απόσπασμα από C. G. HARPER, Mισάωρα με τους Ληστές, Λονδίνο
1908, ΙΙ, σ. 235.
(17) F. W. J. SCHELLING, Eισαγωγή στην Φιλοσοφία της Μυθολογίας,
στα 'Απαντα, μέρος ΙΙ, τόμ. Ι, Στουτγάρδη και 'Αουγκσμπουργκ
1856, Ι, σ. 56.
(18) Στο ίδιο σ. 59.
(19) D. F. STRAUSS, Η Ζωή του Ιησού, μια κριτική εργασία,
Τύμπιγκεν 1835, Ι, σ. 195.
(20) M. STIRNER, O Μοναδικός και η ιδιοκτησία του, στο Οι
Αναρχικοί με την επιμέλεια του G. M. Bravo, Ιταλ. μετ. Τορίνο
1971, σ. 363, 364 και 492.
(21) E. AUERBACH, Η λογοτεχνική και η κοινή γλώσσα στα τελευταία
χρόνια της Λατινικής αρχαιότητας και στον Μεσαίωνα, Ιταλ. μετ.
Μιλάνο 1960, σ. 262.
(22) C. GRUENANGER, Iστορία της μεσαιωνικής Γερμανικής
λογοτεχνίας, Μιλάνο 1960, δεύτερη έκδ., σ. 109 κι επ.
(23) R. PICCHIO, Ιστορία της αρχαίας Ρωσικής λογοτεχνίας, Μιλάνο
1959, σ. 97.
(24) Στο ίδιο σ. 116.
(25) Στο ίδιο σ. 299.
(26) Στο ίδιο σ. 365.
(27) P. KROPOTKINE, H Ρωσική λογοτεχνία, τα ιδανικά και η
πραγματικότητα, Ισπανική μετ. Μπουένος 'Αιρες 1943, σ. 22 κι επ.
Αυτής της εργασίας υπάρχει μια Ιταλική μετάφραση του E. LO GATTO,
Νάπολι 1921. Νέα Ιταλική μετ.: Κατάνη 1980 (εκδόσεις Αναρχισμός).
(28) Αυτό το ποίημα έγινε γνωστό για πρώτη φορά στα 1875 με την
έκδοση του χειρογράφου που βρέθηκε στην βιβλιοθήκη της
Τραπεζούντας. C. SATHAS και E. LEGRAND, Τα κατορθώματα του Διγενή
Ακρίτα, βυζαντινή εποποιία του δεκάτου αιώνα που εκδίδεται για
πρώτη φορά σύμφωνα με το μοναδικό χειρόγραφο της Τραπεζούντας,
Παρίσι 1875.
(29) B. LAVAGNINI, αναφ. έργο, σ. 20 κι επ.
(30) A. PAGLIARO, A. BAUSANI, Ιστορία της Περσικής λογοτεχνίας,
Μιλάνο 1960, σ. 172.
(31) E. BLESE, Λεττονική λογοτεχνία στο Ιστορία των λογοτεχνιών
της Βαλτικής, με επιμέλεια του G. Devoto, Mιλάνο 1963, σ. 85.
(32) Στο ίδιο σ. 96.
(33) Απόσπασμα από Α. BOMBACI, Ιστορία της Τουρκικής λογοτεχνίας,
Μιλάνο 1962, δευτ. έκδ., σ. 102.
(34) Στο ίδιο 194.
(35) LAVINIA BORRIERO PICCHIO, Ιστορία της Βουλγαρικής
λογοτεχνίας, Μιλάνο 1921, δευτ. έκδ., σ. 90.
(36) Στο ίδιο σ. 133. Κράλης Μάρκος σημαίνει "βασιλιάς Μάρκος".
(37) Οι σαμοντίβες, στον φανταστικό κόσμο των Βουλγάρικων μύθων
είναι πνεύματα που αποκαλύπτονται στους ανθρώπους με την μορφή
όμορφων κοριτσιών με ξανθά χυτά μαλλιά, που ζούνε στα βουνά σε
έρημα μέρη, κοντά σε πηγές και λίμνες, κοντά σε δέντρα. Το βράδυ
λούζονται στα ποταμάκια και πλένουν την σκιά τους, που μετά την
απλώνουνε να στεγνώσει στο φεγγάρι. Αυτός που γίνεται κύριος της
σκιάς μιας σαμοντίβας, γίνεται αφέντης της και την μεταμορφώνει
σε γυναίκα. "Στους μαχητές για δίκαιο σκοπό, οι οποίοι αναζητούν
καταφύγιο στα δάση και σε βραχώδη βουνά, οι σαμοντίβες εμφυσούν
καινούργια δύναμη, θεραπεύοντας τους πληγωμένους τους με ειδικά
θεραπευτικά βότανα". (Στο ίδιο σ. 132).
(38) G. SCHIRO ο νεοτ., Ιστορία της Αλβανικής λογοτεχνίας, Μιλάνο
1959, σ. 26 επ.
(39) G. BERTUCCIOLI, Ιστορία της Κινεζικής λογοτεχνίας, Μιλάνο
1959, σ. 228-229.
(40) Απόσπασμα από τον F. GABRIELI, Ιστορία της Αραβικής
λογοτεχνίας, Μιλάνο 1956, δευτ. έκδ., σ. 57-58.
(41) Στο ίδιο σ. 58-59.
(42) Στο ίδιο σ. 60-61.
(43) U. GALLO, Ιστορία της Ισπανικής λογοτεχνίας, τόμος Ι, Από
τις απαρχές στο μπαρόκ, Μιλάνο 1958, σ. 264.
(44) U. GALLO, G. BELLINI, Ιστορία της Ισπανο-Αμερικανικής
λογοτεχνίας, δεύτ. έκδ., Μιλάνο 1958, σ. 99 κι επ.
(45) Στο ίδιο σ. 119 κι επ.
(46) P. A. JANNINI, Ιστορία της Βραζιλιάνικης λογοτεχνίας, Μιλάνο
1959, σ. 59 κι επ.
(47) LAVINIA BORRIERO PICCHIO, αναφ. έργο, σ. 173 κι επ.
(48) Ε. J. HOBSBAWM, Oι ληστές, αναφ. έργο, σ. 68.
(49) Στο ίδιο σ. 11-12.
(50) Στο ίδιο  σ. 14.
(51) R. VANEIGEM, Eισαγωγή στο E. COEURDEROY, Για την Επανάσταση,
Παρίσι 1972, σ. 15.
(52) H. MARCUSE, Ο μονοδιάστατος άνθρωπος, Ιταλ. μετ. Τορίνο
1967, σ. 172.
(53) J. P. SARTRE, Εισαγωγή στο A. MEMMI, Προσωπογραφία του
αποικιοκρατούμενου, της οποίας προηγείται η προσωπογραφία του
αποικιοκράτη, Παρίσι 1966, σ. 34.
(54) Στο ίδιο σ. 36.
(55) Στο ίδιο σ. 18.
(56) F. FANON, Της γης οι κολασμένοι, Ιταλ. μετ., Τορίνο 1966, σ.
9.
(57) W. REICH, H Εισβολή της Σεξουαλικής Ηθικής, Βερολίνο 1932,
σ. 134.
(58) E. MANDEL, Μαρξιστική πραγματεία της οικονομίας, Ιταλ. μετ.,
Ρώμη 1972, τόμ. ΙΙ, μέρος 1ο, σ. 103-104.
(59) "Τάιμς της Νέας Υόρκης", 31 Αυγούστου 1966.
(60) G. DE BOSSCHERE, Οι δυό πλευρές της Ιστορίας, τομ. Ι,
Ιστορία του αποικισμού, Ιταλ. μετ., Μιλάνο 1972, σ. 16-17.
(61) E. J. HOBSBAWM, Ποιά διδασκαλία μπορεί ακόμα να προσφέρει ο
αναρχισμός στο Κριτική του αναρχισμού, Ιταλ. μετ., Μιλάνο 1970, σ. 11.

                           ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

(1) Ι.C.O., ­Ο καπιταλισμός και η πάλη των τάξεων στην Πολωνία
1970-1971,­ Παρίσι 1975, σ. 88-89. Μια αποσπασματική Ιταλική
μετάφραση αυτού του βιβλίου εμφανίστηκε στο "Αναρχισμός" αριθ. 7,
1976, σ. 18-33.
(2) Παραθέτουμε από ένα πολυγραφημένο κείμενο με τον τίτλο ­Με
το αίμα στα μάτια­ το οποίο περιήλθε στην κατοχή μας.
 Η γενική ανάλυση του φυλακισμένου προλεταριάτου, η οποία
περιέχεται στο πολυγραφημένο κείμενο που αναφέραμε προηγούμενα,
συλλαμβάνει σωστά την διαδικασία της ωρίμανσης που
πραγματοποιείται στο εσωτερικό των φυλακών στην διάρκεια των
τελευταίων ετών, όμως δεν δίνει μια επαρκή απεικόνιση της
πραγματικής σχέσης ανάμεσα στις δικαστικές φυλακές και το κύκλωμα
των ειδικών φυλακών.
 'Οσον αφορά τις αντιθέσεις ανάμεσα στο φυλακισμένο προλεταριάτο
μας φαίνεται πολύ ενδιαφέρον ένα σχόλιο της Σύνταξης του
περιοδικού "Αναρχισμός" που εκδόθηκε στο τεύχος αριθ.  21, σ.
150-151: "Εάν δεν μπορεί να υπάρχει αμφιβολία ότι στις φυλακές
δημιουργήθηκε, αυτά τα τελευταία χρόνια, ένα σημαντικό
επαναστατικό φορτίο, εάν δεν μπορεί να υπάρχει αμφιβολία ότι αυτό
το φορτίο αποτελεί περιουσία όλων των φυλακισμένων στο σύνολό
τους, κατά τρόπο που, ένα πρωί, αυτοί, μπροστά σε μια επιτάχυνση
των επαναστατικών εξελίξεων, θα μπορέσουν να θεωρηθούν ένα μη
αμελητέο σημείο αναφοράς για την εκκίνηση μιας διαδικασίας
καταστροφής του κράτους∙ όμοια δεν μπορεί να υπάρχει αμφιβολία
ότι αυτές οι διαπιστώσεις θα φωτιστούν σωστά και χωρίς
μυθοποιήσεις που σήμερα φαίνονται να έχουν γίνει της μόδας.
 Μεγάλη προσοχή δίνεται στις αναλύσεις που γίνονται από την μεριά
του επαναστατικού κινήματος, αναλύσεις που στοχεύουν στον
προσδιορισμό των σχέσεων μεταξύ του κομματιού του προλεταριάτου
που έχει μετατραπεί σε εγκληματίες και του κομματιού που
παραμένει χωμένο στα γκέτο της ανεργίας, της υποαπασχόλησης και
ούτω καθεξής. Χωρίς μια κριτική θεώρηση διατρέχουμε τον κίνδυνο
να προτείνουμε μια μυθική εικόνα, που να μπορεί να χρησιμοποιηθεί
σαν οδηγός, με όλες τις αρνητικές συνέπειες της υπόθεσης.
 'Οπως συμβαίνει με την κοινωνία στο σύνολό της, και με τους
ολοκληρωτικούς θεσμούς επίσης (όπως η φυλακή, το φρενοκομείο
κλπ.) η εξουσία έχει ανάγκη από έναν ορισμένο βαθμό συναίνεσης,
προκειμένου να διατηρήσει το κύρος του καταπιεστικού κλοιού, ο
οποίος, από μόνος του, δεν θα ήταν αρκετός για να διασφαλίσει την
έμμονη παρουσία του ίδιου του θεσμού. Και για τις φυλακές το
ζήτημα δεν αλλάζει. Τα τείχη της φυλακής, τα κιγκλιδώματα, και
όλες οι άλλες κατασταλτικές επινοήσεις, μέχρι το πολυβόλο των
φρουρών στον πυργίσκο ελέγχου και μέχρι τα πειθαρχεία, είναι μία
από τις πλευρές του μηχανισμού ελέγχου, αλλά - από μόνα τους -
δεν θα μπορούσαν να διασφαλίσουν την συνέχιση του ίδιου του
ολοκληρωτικού θεσμού. Η άλλη πλευρά συνίσταται στην συναίνεση
ενός μέρους των κρατουμένων στους επιβεβλημένους από την στέρηση
της ελευθερίας κανόνες.
 Αυτή η συναίνεση, η οποία αντιστοιχεί στην πιο πλατιά συναίνεση
που το κεφάλαιο αποσπάει, με τις χίλιες μεταμφιέσεις του, στα
πλαίσια της λεγόμενης "ελεύθερης" κοινωνίας, παρέχεται από ένα
μέρος των κρατούμενων για να αποφύγουν ένα χειρότερο κακό, για να
εξασφαλίσουν λίγο πιο υποφερτές συνθήκες επιβίωσης στα πλαίσια
του ίδιου του θεσμού, για να επανακτήσουν πρώτα την ελευθερία και
πάει λέγοντας. Δεν μπορεί να εξακριβώσει κανένας μια καθαρή
διαφοροποίηση ανάμεσα στην απόκτηση επαναστατικής συνείδησης και
στην παροχή συναίνεσης. Δεν έχει νόημα να διαβεβαιώνουμε ότι
εκείνοι, οι οποίοι δέχονται τις συνθήκες διαβίωσης της φυλακής
και δεν εξεγείρονται συνεχώς είναι χορηγοί συναίνεσης και κατά
συνέπεια αντεπαναστάτες. 'Οπως δεν έχει νόημα να λέει κανείς ότι
δεν υπάρχει συναίνεση και γι' αυτό όλα πάνε καλά. Χρειάζεται να
εμβαθύνουμε πιο πολύ στην ανάλυση, για να αποφύγουμε τις
δυσάρεστες εκπλήξεις κατόπιν, κατά την στιγμή της επαναστατικής
αφύπνισης.
 Είναι φανερό ότι σήμερα η καταπίεση πλήττει με μεγαλύτερη
προσοχή τους κομμουνιστές κρατούμενους, θεωρώντας τους πιο
επικίνδυνους από τους λεγόμενους "κοινούς" εγκληματίες. Είναι
λοιπόν φανερό το ότι το να αναγνωριστεί σαν πολιτικοποιημένος
κρατούμενος, επιτρέπει, για τον έγκλειστο, ένα όχι αμελητέο βήμα
προς την απόκτηση επαναστατικής συνείδησης, βήμα που αυτός θα
επιδιώξει να κάνει όσο το δυνατόν πιο αργά. Αυτή η απόφασή του
δεν μπορεί να συμπέσει αφηρημένα με την ίδια την απόκτηση
συνείδησης, στο βαθμό που δεν υπάρχει αμφιβολία ότι υπάρχουν
πολλοί κρατούμενοι σύντροφοι που είναι σύντροφοι, διαθέσιμοι για
επίθεση ενάντια στους κατασταλτικούς θεσμούς, αλλά δεν
ενδιαφέρονται, προς στιγμήν, να εκδηλωθούν σαν τέτοιοι, στο βαθμό
που θεωρούν σωστό το να απολαμβάνουν μικρά προνόμια, τα οποία η
καταστολή συνεχίζει να παρέχει σ' αυτούς που επίσημα δεν
εμφανίζονται σαν πολιτικοποιημένοι κρατούμενοι.
 Αυτό είναι ένα πρόβλημα που πολλοί αλεστές ιδεολογιών δεν
σκοπεύουν να θέσουν στον εαυτό τους. 'Οπως χθες, την εποχή του
εργατισμού τους, πλασάρανε την εργατική τάξη σαν επαναστατική
τάξη και σαν οδηγό της επανάστασης, σήμερα ξαναπαρουσιάζουν το
μοντέλο τους πάνω στο πιο περιορισμένο σύμπαν των κρατουμένων,
αξιώνοντας να τους πλασάρουν σαν πρωτοπορία και μελλοντικό οδηγό
της επανάστασης.
 ... H αλήθεια μας φαίνεται ότι είναι πιο απλή από αυτήν που
υπογραμμίζει ο κλασικός θριαμβευτισμός της "ταξικής αριστεράς".
Οι μεγάλες επαναστατικές ικανότητες του κρατούμενου στις φυλακές
προλεταριάτου αυξάνονται συνεχώς, όμως δεν πρέπει να υποτιμάται η
επίδραση την οποία η εξουσία ασκεί πάνω στο ίδιο αυτό
προλεταριάτο, επίδραση που δεν είναι μόνο εκείνη του στρατηγού
Ντέλλα Κιέζα και των ειδικών φυλακών, μα είναι επίσης εκείνη της
αυταπάτης της αμνηστίας, της χάρης, της μελλοντικής επανένταξης
στην κοινωνία(!), με μια λέξη των μικρών προνομίων και των μικρών
διευκολύνσεων που αποτελούν ανταλλακτικό εμπόρευμα που η εξουσία
πάντα προτείνει στους εκμεταλλευόμενους. Και θα ήταν πραγματικά
κουτό να διαβεβαιώνουμε ότι αυτός ο τρόπος λειτουργίας είναι
λανθασμένος, στο βαθμό που το ίδιο πράγμα θα χρειαζόταν να κάνει
και για τους εργάτες, για τους παραγωγούς γενικά και για όλους
τους εκμεταλλευόμενους. Αντί να εκφέρει κρίσεις και να
κατασκευάζει μύθους, το επαναστατικό κίνημα θα έκανε καλύτερα να
αναπτύξει τις κριτικές αναλύσεις που επιτρέπουν να προσδιορίσει -
τουλάχιστον σε αδρές γραμμές - τις πραγματικές ικανότητες του
ίδιου του κινήματος, ικανότητες που αντιλαμβάνονται πόσο μεγάλο
δυναμικό αποτελεί το κρατούμενο προλεταριάτο. Κάθε υπερβολική
αυταπάτη, κάθε μύθος λίγο-πολύ καλόπιστος, κάθε εξύμνηση της
ηγεσίας και της αρχηγίας, είναι σήμερα στοιχεία για την
δημιουργία της μελλοντικής αντεπανάστασης".
(3) A. PANNEKOEK, ­Oι διαφορές τακτικής στο εργατικό κίνημα­,
Αμβούργο 1909, σ. 107-108.
(4) Μ. ΒΑΚUNIN, Επιστολή στην "Ελευθερία" των Βρυξελλών, της 29
Αυγούστου 1871, στα ­'Απαντα,­ Παρίσι 1973, Τομ. Ι, σ. 81. Ιταλ.
μετ. επίσης στα BAKUNIN, ­'Απαντα,­ Τομ. Ι, Κατάνια 1976, σ.
99-104.
(5) M. BAKUNIN, ­Η ελευθερία, συλλογή έργων,­ Παρίσι 1965, σ. 155.
(6) Απόσπασμα από O. Bayer, ­Σεβερίνο Ντι Τζιοβάννι. Ο ιδεολόγος
της βίας­, Ιταλ. μετ. Πιστόια 1973, σ. 135.
(7) Iνστιτούτο ΜΑRX-ENGELS-LENIN της Μόσχας, ­Ο Ανταρτοπόλεμος
όπως τον είδαν οι κλασικοί του μαρξισμού-λενινισμού­, Μόσχα, σ.
75.
(8) Απόσπασμα από τον B. THOMAS, ­Ζακόμπ Αλέξανδρος Μάριος,
λεγόμενος Εσκάντ, λεγόμενος Ατίλας, λεγόμενος Ζωρζ, λεγόμενος
Μπονέ, λεγόμενος Φεράν, λεγόμενος Σάλπιγγα του Θανάτου, λεγόμενος
ο Κλέφτης,­ Παρίσι 1970, σ. 229-232.
(9) Ενάντια στους "τραγικούς ληστές" της συμμορίας Μπονό ρίχτηκαν
οι συντάκτες της αναρχικής εφημερίδας "Νέοι καιροί", ιδιαίτερα σ'
ένα άρθρο που εμφανίστηκε στον αριθ. 16 της 6 Ιανουαρίου 1912.
Μία άλλη σύγχρονη αναρχική εφημερίδα, "Ο Ελευθεριακός", που
επίσης στο παρελθόν είχε εκδηλώσει συμπάθεια προς τον
­ιλλεγκαλισμό­, φτάνοντας να δεχτεί γραπτά του Libertad και του
Armand, εκφράστηκε με μάλλον συνετό και κριτικό ύφος σε σχέση με
την υπόθεση Μπονό, στον αριθ. 24 της 6 Απριλίου 1912. Ακόμα πιο
άγρια η κριτική της "Εργατικής ζωής", αναρχοσυνδικαλιστικής
κατεύθυνσης, στον αριθ. 65 της 5 Ιουνίου 1912. "Ο κοινωνικός
πόλεμος" στο νούμερο που βγήκε τις 9 Απριλίου 1912 κάνοντας
υπαινιγμούς για την επαναστατική αξία των έργων ανθρώπων όπως ο
Ραβασόλ, ο Ανρύ, ο Βαιγιάν και ο Καζέριο, αρνείται να δεχτεί τους
"ληστές" της ομάδας Μπονό.
(10) ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ, ­Πολιτικά,­ Ι, 11.
(11) Στο ίδιο, σ. 11-12.
(12) ΠΛΙΝΙΟΣ, ­Φυσική Ιστορία,­ ΧΧΧΙΙΙ, 57.
(13) ΨΕΥΔΟ ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ, ­Οικονομικά­, ΙΙ, 36.
(14) ΔΗΜΟΣΘΕΝΗΣ, ­Κατά Διονυσοδώρου,­ Ι.
(15) ΠΡΟΚΟΠΙΟΣ, ­Μυστική ιστορία,­ 26.
(16) ΠΛΙΝΙΟΣ, αναφερ. έργο.
(17) ΛΙΒΙΟΣ, ΙV, 12.
(18) IOΥΣΤΙΝΙΑΝΟΣ, ­Νεαρά­ CXXII.
(19) ΔΙΩN ΚΑΣΣΙΟΣ, LV, 26.
(20) ΤΑΚΙΤΟΣ, ­Χρονικά,­ ΙΙ, 87.
(21) ΑΜΙΑΝΟΣ ΜΑΡΚΕΛΛΙΝΟΣ, XIX, 10.
(22) ΣΟΥΗΤΩΝΙΟΣ, ­Αύγουστος,­ 25, 42.
(23) ΣΟΥΗΤΩΝΙΟΣ, ­Κλαύδιος,­ 18.
(24) ΣΟΥΗΤΩΝΙΟΣ, ­Νέρωνας,­ 45.
(25) G. DE BOSSCHERE, ­Oι δύο πλευρές της Ιστορίας,­ τομ. Ι,
­Ιστορία του αποικισμού,­ Ιταλ. μετ. Μιλάνο 1972, σ. 227-228.
(26) Στο ίδιο, σ. 182-183.
(27) Πρβλ. "Λιμπερασιόν Αφρικής", Σεπτέμβριος 1973, αριθ. 7, σ.
5.
(28) Πρβλ. "Λιμπερασιόν Αφρικής", Ιούλιος-Αύγουστος 1972, σ. 9.
(29) Στο ίδιο, σ. 25.
(30) J. P. SARTRE, ­Εισαγωγή­ στο F. FANON, ­Της γης οι κολασμένοι,­
Ιταλ. μετ., Τορίνο 1962, σ. 20.
(31) Στο ίδιο σ. 4.
(32) R. ZAHAR, ­Η σκέψη του Φρανς Φανόν και η θεωρία των σχέσεων
ανάμεσα στην αποικιοκρατία και την αλλοτρίωση­, Ιταλ. μετ. Μιλάνο
1970, σ. 99-100.
(33) F. FANON, ­Της γης οι κολασμένοι,­ αναφ. έργο, σ. 92.
(34) E. MALATESTA, Αναρχία (μοναδικό τεύχος), Λονδίνο, Αύγουστος
1896.
(35) 'Αντζελο Ντούκα, λεγόμενος Αντζιολίλλο (1760-1784)
Ναπολιτάνος ληστής.
(36) Για τον Βίλλα: πρβλ. P. CALVERT, ­Η Μεξικανική Επανάσταση,
1910-1914 (Η διπλωματία της Αγγλο-Αμερικανικής διαμάχης),­
Καίμπριτζ 1968∙ D. COSIO VILLEGAS, ­Σύγχρονη Ιστορία του Μεξικού,­
Μέξικο-Μπουένος 'Αιρες, 1956, 6 τομ.∙ P. FERRUA, ­Ο Ρικάρντο
Φλόρες Μαγκόν και η Μεξικανική Επανάσταση,­ στο "Αναρχισμός" αριθ.
1, 1975, σ. 25-37.
(37) A. PAZ, ­Ντουρρούτι. Ο λαός στα όπλα,­ Παρίσι 1972, σ. 98 και
100-101.
(38) A. CAMUS, ­Ο επαναστατημένος άνθρωπος­, Ιταλ. μετ. Μιλάνο (4η
εκδ.) 1962, σ. 191.
(39) A. TELLEZ, ­Το αντάρτικο πόλης στην Ισπανία. Σαμπατέ,­ Ιταλ.
μετ. Ραγκούσα 1971, σ. 160.
(40) Στην "Διαμαρτυρία" της 11 Ιανουαρίου 1929 ο D. ABAD de
SANTILLAN επιτέθεται βίαια στους αναρχικούς απαλλοτριωτές σ' ένα
άρθρο με τίτλο: ­Παρεκκλίσεις του αναρχισμού,­ που είχε υπότιτλο:
­Σε σχέση με νέες περιπτώσεις κοινής εγκληματικότητας.­ Ο Ντε
Σαντιγιάν εμβαθύνοντας στο θέμα γράφει: "Εδώ και τόσα χρόνια δεν
υπάρχει σ' αυτήν την χώρα επεισοδιακό γεγονός κοινής
εγκληματικότητας εξαιτίας του οποίου να μην βγαίνουν προς τα έξω
ονόματα αναρχικών παλιών και νέων. Ληστείες σε τράπεζες και άτομα
που κουβαλούσαν χρήμα για πληρωμές από τους πιο τολμηρούς,
κατασκευή και κυκλοφορία πλαστών χρημάτων και χίλιοι τρόποι ζωής
στο περιθώριο της εργασίας, ήταν στην ημερήσια διάταξη αυτά τα
χρόνια από έναν αριθμό ατόμων που κρύβονται κάτω από το ένδυμα
του αναρχισμού. Επιθυμούμε να επικαλεστούμε την ευθυκρισία των
αναρχικών για να προσπαθήσουμε να δώσουμε τέλος, να απομονώσουμε
αυτή την εστία διαστρέβλωσης και παρέκκλισης από τις ιδέες και
τις μεθόδους αγώνα... Δεν μπορούμε να είμαστε ανεκτικοί με
εκείνους που ιδιοποιούνται τις αναρχικές ιδέες, τις οποίες κάποτε
λέγανε ότι υποστηρίζουν, για να δημιουργήσουν μια σχολή ληστείας
και να καταστρέψουν ορισμένον αριθμό νέων που διαφορετικά θα
μπορούσαν να είναι πολύ χρήσιμοι στην υπόθεση της προόδου". Ο Ντι
Τζιοβάννι θα χτυπήσει προσωπικά τους συκοφάντες.
(41) A.N. F7 12504. Σε μια αναφορά της αστυνομίας της 21
Ιανουαρίου 1892 αναφέρονται ρητά στην ηλιθιότητα του
Tεϊκέν, διοικητή του ειδικού τμήματος της αστυνομίας.
(42) "Εξέγερση", αριθ. 17 της 16-22 Ιανουαρίου 1892.
(43) Η ιστορία είναι πασίγνωστη. Ο Σερρώ ήταν ένας Βέλγος
προβοκάτορας, του οποίου το πραγματικό όνομα ήταν Εζίντ Σπιλλέ,
εργαζόταν σαν άμεσα εξαρτημένος από τον αστυνομικό διευθυντή του
Παρισιού, τον Λουί Αντριέ, ο οποίος κατόπιν θα διηγηθεί όλη την
ιστορία σ' έναν σημαντικό τόμο αναμνήσεων (L. ANDRIEUX,
­Αναμνήσεις ενός αστυνομικού διευθυντή,­ 2 τόμοι, Παρίσι
1906-1910). O Σερρώ σταθεροποίησε την επαφή με τις ομάδες του
Παρισιού και έριξε την ιδέα μιας εφημερίδας για την οποία
προμήθευσε τα χρήματα για ν' αρχίσει η έκδοσή της, λέγοντας ότι
προέρχονται από μια γηραιά κυρία του Λονδίνου, η οποία ήθελε να
διατηρήσει την ανωνυμία. Ο Γκραβ, ο Ρεκλύ, ο ίδιος ο Κροπότκιν,
θεώρησαν την ιστορία ελάχιστα πιστευτή, όμως η επιθυμία για
εφημερίδα υπήρξε πιο ισχυρή: στις 12 Σεπτεμβρίου 1880 βγήκε το
πρώτο νούμερο της εβδομαδιαίας εφημερίδας "Κοινωνική επανάσταση".
Ο Αντριέ θα γράψει στα απομνημονεύματά του: "Το να δώσει κανείς
μια εφημερίδα στους αναρχικούς ήταν σαν να εγκαθιστά μια
τηλεφωνική γραμμή μεταξύ του κέντρου των συνωμοτών και του
γραφείου του διευθυντή της αστυνομίας".
(44) Στο νούμερο της εφημερίδας "Εξέγερση" που παραθέσαμε. Για
αυτό το άρθρο δες J. GRAVE, ­To Ελευθεριακό Κίνημα στην 3η
Δημοκρατία,­ Παρίσι 1930, σ. 101-102, όπου γράφει: "Ο Ραβασόλ είχε
την αστυνομία στο πλευρό του κατά τα διάφορα εγκλήματα που
διαπράχτηκαν στην περιοχή του Σαιντ-Ετιέν... Πολλοί αναρχικοί
ήταν πεπεισμένοι ότι ο Ραβασόλ είχε διαπράξει αυτά τα εγκλήματα
μόνο για να προμηθεύσει λεφτά για προπαγάνδα. Πολλοί αναρχικοί
πιαστήκανε επίσης σαν συνεργοί. 'Ομως, όταν υποβληθήκανε στην
διαδικασία της δίκης, η εμφάνισή τους ήταν τόσο αξιολύπητη, με το
να ρίχνουν ο ένας στον άλλο την ευθύνη, που μας αηδίασε και μας
έκανε άδικους απέναντι στον Ραβασόλ. 'Ηταν με την εντύπωση που
του έκανε το ρεπορτάζ της δίκης ο Κροπότκιν, όταν μου έστειλε ένα
άρθρο με τίτλο ­Υπόθεση Σάμπλς,­ όπου διατύπωνε όλη του την αηδία.
Αυτό το άρθρο θα μας φέρει επιστολές από διάφορους συντρόφους
μεταξύ των οποίων ήταν κι ο Ρισάρ, οι οποίοι επιβεβαιώνανε την
ειλικρίνεια του Ραβασόλ. Στην συνέχεια, λόγω της περήφανης στάσης
του μπροστά στους δικαστές μάθαμε να τον κρίνουμε καλύτερα...
'Ηταν ένας άνθρωπος ειλικρινής με μια ενεργητικότητα ασυνήθιστη".
Οι εκδόσεις Φλαμμαριόν βγάλει μια καινούργια έκδοση, αναθεωρημένη
και επηυξημένη με βάση το χειρόγραφο αυτού του θεμελιακού έργου
για την ιστορία του ελευθεριακού κινήματος της Γαλλίας (J. GRAVE,
­Σαράντα χρόνια αναρχικής προπαγάνδας,­ Παρίσι 1973).
(45) Παρατίθεται στο K. MARX, ­Η συμμαχία της Σοσιαλιστικής
Δημοκρατίας και της Διεθνούς 'Ενωσης Εργατών. Αναφορά και
έγγραφα, τα οποία εκδόθηκαν με εντολή του διεθνούς Συνεδρίου της
Αιξ,­ Ιταλ. μετ. Ρώμη 1901, σ. 79-80. Επίσης στο M. CONFISO, ­H
κατήχηση του επαναστάτη,­ Ιταλ. μετ. Μιλάνο 1976.
(46) Αποσπάσματα από O. BAYER, αναφ. έργο, σ. 126. Σ' ένα άλλο
γράμμα συσχετίζει άμεσα τον έρωτα με την δική του κατάσταση του
επαναστατημένου: "Γλυκιά μου ελπίδα: σ' αναζητούσα, σε
σκεπτόμουνα, ήσουν μόνο εσύ η μοναδική μου σκέψη. Δεν σε βρήκα.
Εσύ - το Σάββατο - ήσουν μακριά από την συμφορά μου. 'Ισως
γελούσες - αγνοώντας τον πόνο μου - γελούσες ευτυχισμένη για τον
έρωτά μας που έπρεπε να τρέχει πάνω στα ανέμελα φτερά κάθε
ωραιότερης χαράς. 'Ομως εγώ δεν γελούσα - μα σε σκεφτόμουν, αυτό
ναι - υποφέροντας την θυελλώδη σύγχιση των καθημερινών
δυστυχημάτων, τα οποία κυκλώνουν την ύπαρξη όλων των
καταδιωκόμενων" (σ. 132-133).
(47) Στο ίδιο, σ. 126.
(48) Παρατίθεται στο M. RAUX, ­Οι πράξεις, η στάση και η
αλληλογραφία του Καζέριο στην φυλακή,­ στο "Αρχεία Εγκληματικής
Ανθρωπολογίας της εγκληματολογίας και της φυσιολογικής και
παθολογικής ψυχολογίας", 1901, σ. 502-503. Δώσαμε την Ιταλική
μετάφραση της Γαλλικής μετάφρασης της αυθεντικής επιστολής του
Καζέριο. Στην πραγματικότητα το αυθεντικό χειρόγραφο, το οποίο
παρατίθεται σε φωτοαντίγραφο στην μελέτη που προαναφέραμε,
παρουσιάζει ένα γλωσσικό ιδίωμα γεμάτο λάθη που κάνει πολύ
δύσκολη την ανάγνωση.
(49) Παρατίθεται στο M. RAUX, ­Ψυχολογική μελέτη του Ραβασόλ­ στο
"Αρχεία Εγκληματικής Ανθρωπολογίας της εγκληματολογίας και της
φυσιολογικής και παθολογικής ψυχολογίας", 1903, σ. 559.
(50) Στο ίδιο, σ. 560.
(51) L. ROZITCHNER, ­Αστική ηθική και Επανάσταση,­ Ιταλ. μετ.
Μιλάνο 1971, σ. 61-67.
(52) H. APTHEKER, ­O πιο καταζητούμενος εγκληματίας της Αμερικής,­
στο A. DAVIS, ­Η μαύρη εξέγερση,­ Ιταλ. μετ. Ρώμη 1972, σ. 319.
(53) Απόσπασμα από JACQUELINE LOBATON, ­Εισαγωγή­ στο G. LOBATON,
­Δεύτερο Μέτωπο. Θεωρία του ανταρτοπολέμου και προσκλητήριο στην
ένοπλη πάλη στα γραπτά του αρχηγού των Τούπακ Αμάρου,­ Ιταλ. μετ.
Μιλάνο 1970, σ. 119. Σ' ένα άλλο γράμμα της 1ης Μαή 1965, στην
μάνα του, έγραφε: "Είσαι στην μνήμη μου, όπως θα παραμείνεις για
πάντα: θαρραλέα και όλο φροντίδα για να ζήσουμε... είμαι παιδί
του θάρρους σου και των φροντίδων σου. Συνεχίζω τον δρόμο σου:
όμως με ένα φως, έναν όρκο, έναν νόμο. Ελπίζω να επιστρέψω με ένα
στεφάνι δόξας για να το βάλω στο λευκό και σεμνό, όμως άξιο, όπως
όλων των φτωχών και αδάμαστων μανάδων, κεφάλι σου... Δώσε μου,
μάνα, την ευχή σου και άσε με να φύγω. Ο γιός, που ποτέ δεν σε
ξεχνάει". (Στο ίδιο, σ. 119). O Λομπατόν εξαφανίζεται στις αρχές
του 1966, χωρίς ν' αφήσει ίχνη, τελευταίος ηγέτης του Περουβιανού
αντάρτικου μετά τον φόνο του Λουίς Nτε Λα Πουέντε Ουτσέντα.
(54) Απόσπασμα από την "Εξέγερση" αριθ. 51 της 5-11 Σεπτεμβρίου
1891. Ο Ντεσάμπ, o οποίος πιάστηκε για μια ένοπλη σύγκρουση με
την αστυνομία που ακολούθησε μια αναρχική διαδήλωση στη Λεβαλουά,
καταδικάστηκε σε 5 χρόνια φυλακή. Στα 1896 μετανάστευσε στις
Ηνωμένες Πολιτείες, όπου πήρε μέρος στην αποικία "Η Ελεύθερη
Πρωτοβουλία" (Free initiative colonie), πρβλ. "Νέοι Καιροί" αριθ.
48 της 27 Μαρτίου-2 Απριλίου 1897.
(55) Ο Βαγιάν κράτησε ένα ημερολόγιο από τις 20 Νοεμβρίου 1893,
ημερομηνία της απόφασής του να πετάξει μια βόμβα στο γεμάτο
Κοινοβούλιο, μέχρι τις 9 Δεκεμβρίου, μέρα της απόπειρας. Αυτά τα
φύλλα, που στάλθηκαν από τον Βαγιάν στον Πωλ Ρεκλύ πριν μπεί στο
ανάκτορο της Βουλής, εκδόθηκαν από την "Φιγκαρό" της 21 Ιουλίου
1894.
(56) B. CROCE, ­Φιλοσοφία και Ιστοριογραφία. Δοκίμια,­ Μπάρι 1949,
σ. 151.
(57) K. MARX και F. ENGELS, ­Η Γερμανική Ιδεολογία,­ Ιταλ. μετ.
Ρώμη 1958, σ. 174.
(58) J. S. MILL, ­Για τον ορισμό της πολιτικής οικονομίας και για
την κατάλληλη σ' αυτήν μέθοδο έρευνας,­ Ιταλ. μετ.  στην
"Βιβλιοθήκη του Οικονομολόγου", σειρά ΙΙΙ, τόμ. ΙV, Τορίνο 1878,
σ. 774-775.
(59) V. PARETO, ­Μαθήματα Πολιτικής Οικονομίας,­ Ιταλ. μετ. Τορίνο
1961, σ. 9-10.
(60) Πράγματι σ' αυτήν την συζήτηση συναντάει κανείς έναν άλλο
πίνακα των φυσικών επιστημών οι οποίες, αυτή τη φορά, έπρεπε να
προσφέρουν στην κοινωνιολογική μελέτη το χρίσμα της ακριβολογίας.
Ευτυχώς ο Παρέτο διεκπεραιώνοντας πρακτικά το βαρύτατο καθήκον με
το οποίο καταπιάστηκε στην ­Πραγματεία Κοινωνιολογίας­, κατέληξε να
ξεπεράσει αυτά τα αρχικά μεθοδολογικά εμπόδια.
(61) E. ROLL, ­Ιστορία της οικονομικής σκέψης­, Ιταλ. μετ. Τορίνο
1962, σ. 619-620.
(62) N. W. SENIOR, ­Αρχές της πολιτικής οικονομίας­, Ιταλ. μετ.
στην "Βιβλιοθήκη του Οικονομολόγου", σειρά Ι, τομ. V, Τορίνο
1854, σ. 501.
(63) ­Η Αναφορά για τους Υφαντές­ (1841), με την υπογραφή των
SENIOR και OVERSTONE βρίσκεται στα ­Κοινοβουλευτικά 'Εγγραφα,­
1841, τομ. X∙ κατά συνέπεια η ίδια οφείλεται στον Σένιορ. Πρβλ.
L. ROBBINS, ­Η Θεωρία της Πολιτικής Οικονομίας,­ Ιταλ. μετ. Τορίνο
1956, σ. 67. Το ζήτημα της δημόσιας αρωγής και τα διάφορα σχέδια
που προτάθηκαν από τον Σένιορ εκτίθενται στις ­Επιστολές και
Συζητήσεις του Αλέξη Ντε Τοκεβίλ με τον Ν. Γ. Σένιορ,­ 1834-1859.
(64) J. C. SISMONDI, ­Νέες αρχές της πολιτικής οικονομίας ή για
την πλούτο στις σχέσεις του με τον πληθυσμό,­ Παρίσι 1819, σ. 57.
(65) G. SCHMOLLER, ­Βασικές αρχές της γενικής εθνικής οικονομίας.
Εισαγωγή,­ μέρος ΙΙ, Ιταλ. μετ. Τορίνο 1913, σ. 94-95.
(66) W. SOMBART, ­Oι τρεις Εθνικές Οικονομίες,­ Μόναχο 1930.
(67) O. SPANN, ­Οι Βάσεις της Πολιτικής Οικονομίας,­ Ιένα 1931 (4η
εκδ.)µ
(68) Στον ΜΑΤΘΑΙΟ (ΧΧV, 14-28), στον ΛΟΥΚΑ (ΧΙΧ, 12-26), και
επίσης στον ΜΑΤΘΑΙΟ στο επεισόδιο όπου δικιολογούνται οι
γεωπρόσοδοι (ΧΙΧ, 33-41). Στους Πατέρες βρίσκει πιο πλατιά
εφαρμογή: ΚΛΗΜΗΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΥΣ, ­Ο Παιδαγωγός­, Ι, 3, ιδιαίτερα 1,2,
κεφ. Ι, όπου η ίδια η κοινωνική τάξη στοχεύοντας την χριστιανική
τελειοποίηση οδηγήθηκε να εξαρτηθεί από την διαθεσιμότητα του
αναγκαίου. ΕΡΜΑΣ, ­Ο Ποιμήν,­ ΛΑΤΤΑΝΤΙΟΣ, ­Θεία Διδασκαλία,­ Βιβλ.
VI, κεφ. 12∙ ΚΥΠΡΙΑΝΟΣ, ­Περί της Κυριακής προσευχής,­ ΑΜΒΡΟΣΙΟΣ, ­Η
ιστορία του Ναβώθ,­ ΑΥΓΟΥΣΤΙΝΟΣ, ­Λόγος 50ος,­ κεφ. ΙΙ και κεφ. V.
(69) L. EINAUDI, ­Πρόλογος­ στο C. BRESCIANI TURRONI, ­Eισαγωγή στην
Πολιτική Οικονομία,­ Τορίνο 1942, σ. 15-16. Αλλού έγραφε: "Ο
μελετητής που δεν ξεπερνάει τις πολιτικές εκτιμήσεις, κάνει όπως
ο Πόντιος Πιλάτος, νίπτει τας χείρας του για το πραγματικό
επιστημονικό πρόβλημα". (L. EINAUDI, ­Υποθέσεις αφηρημένες,
υποθέσεις ιστορικές και αξιολογικές εκτιμήσεις στις οικονομικές
επιστήμες,­ Ακαδημία Επιστημών, Τορίνο 1943, σ. 58).
(70) G. TONIOLO, ­Ο ηθικός παράγοντας στην οικονομική πράξη,­
Πάδοβα 1871.
(71) F. VITO, ­Μερικές παρατηρήσεις γύρω από τις σχέσεις ανάμεσα
στην οικονομία και την ηθική,­ στο "Μελέτες προς τιμήν του Καθ.
Ντάλλα Βόλτα", Φλωρεντία 1936.
(72) Πρόκειται για κληρονόμο των θέσεων του Βίτο. Βρισκόμαστε
μπροστά από τα ακραία όρια της καθολικής  αντίδρασης στην
οικονομία. Δεν αξίζει τον κόπο να εμβαθύνουμε στην συζήτηση.
(73) Πρβλ. R. G. HAWTREY, ­To οικονομικό πρόβλημα,­ Λονδίνο 1926,
σ. 184 και σ. 203-215.
(74) E. BERNSTEIN, ­To ρεαλιστικό και τό ιδεολογικό στοιχείο στον
Σοσιαλισμό,­ στην "Νέα Εποχή", XVI, τομ. ΙΙ, σ. 390.
(75) Στο ίδιο, σ. 392.
(76) F. STAUDINGER (Sadi Gunter), ­O Αντώνιο Λαμπριόλα και η
Ηθική,­ στο "Η Νέα Εποχή", ΧVIII, τομ. ΙΙ, σ. 560.
(77) Στο ίδιο, σ. 589.
(78) E. MALATESTA, στην "Νέα Ανθρωπότητα", 6 Σεπτεμβρίου 1921.
(79) Ε. ΜΑLATESTA, στην "Αφύπνιση" 30 Δεκεμβρίου 1922.
(80) E. MALATESTA, στο "Σκέψη και Θέληση" 1 Ιουνίου 1926.
(81) N. BERDJAEV, ­Ο Φ. Α. Λάνγκε και η κριτική Φιλοσοφία­ στο "Η
Νέα Εποχή", XVIII, τομ. ΙΙ, σ. 200.
(82) E. C. BANFIELD, ­H Μη-ουράνια Πόλη: Η Φύση και το Μέλλον της
Αστικής μας Κρίσης,­ Βοστώνη 1970, σ. 211. Μια κριτική ανάληση
αυτής της εργασίας εκδόθηκε από τον H. APTHEKER, ­Μπάνφιλντ: Ο
Σχεδιαστής του Νιξονικού Μοντέλου,­ στο "Πολιτικές Υποθέσεις"
Δεκέμβριος 1970.
(83) Aπόσπασμα από Ρ. COSTA, ­Βία στην Αμερική,­ Ρώμη 1968, σ. 12.
(84) Στο ίδιο, σ. 13.
(85) Στο ίδιο, σ. 43.
(86) Στο ίδιο, σ. 57.
(87) F. FANON, ­Ο μαύρος και ο άλλος,­ Ιταλ. μετ. Μιλάνο 1965, σ.
134-136.
(88) LEROI JONES, ­To Σύστημα της Δαντικής Κόλασης,­ στο ­Ο Νεκρός
Ιεροκήρυκας,­ Ιταλ. μετ. Μιλάνο 1968, σ. 7.
(89) Απόσπασμα από A. DAVIS, ­Η Μαύρη Εξέγερση,­ αναφ. έργο, σ. 11.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου