Δευτέρα, 14 Μαΐου 2012

Οι αθώοι [Ηerman Broch]

Πατέρας και γιός. Προχώρησαν
χρόνια μαζί, μέχρι που μια μέρα,
ο γιός μίλησε: "Έχω σιχαθεί τα πάντα,
είναι πολύ χειρότερα απ' την αρχή.
Ο καιρός είναι φρικτός, και παντού
τον αέρα φαρμακώνουν φαντάσματα και δαίμονες.
Ο πατέρας: "Μη μαραζώνεις. Διότι με λαμπρό οδηγό
η πρόοδος παρελαύνει ευθεία μπροστά.
Μην προσπαθείς να μας συγχύσεις με αμφιβολίες και φόβους,
έχε πίστη και κλείσε τα μάτια και τ' αυτιά."
"Ανατριχιάζω μ' αυτό", απάντησε ο γιός.
"Δεν έχεις δεύτερες σκέψεις καθώς βαδίζεις;
Πίστεψέ με, το μονοπάτι μας είναι των φαντασμάτων ανάβαση,
η πρόοδός μας είναι απλά χρονομέτρηση,
κάτω απ' τα πόδια μας χάσαμε το έδαφος,
στριφογυρνάμε στον αέρα σαν χνούδι,
τα βήματά μας είναι ψευδαίσθηση, γιατί χώρος δεν υπάρχει."
"Αλλά κάθε κίνηση προς τα μπρος εδώ, κάτω απ' τον ήλιο",
είπε ο πατέρας, "είναι γεμάτη υποσχέσεις,
η πρόοδος είναι αληθινή και απέραντη.
Πώς μπορείς να μιλάς για φαντάσματα;"
"Δώρο και κατάρα για την ανθρώπινη ράτσα,
η πρόοδος η ίδια κομμάτιασε τον χώρο
όπου μέσα, και μέσω του οποίου, γινόταν όλη η κίνηση του ανθρώπου,
και όντας χωρίς χώρο γίναμε και αβαρείς,
φρικτό αποτέλεσμα της νέας αντίληψης του κόσμου.
Δεν έχει ανάγκη της προόδου η ψυχή,
αυτό που επιθυμεί είναι μια νέα πίστη."
Βαδίζοντας, ο πατέρας κούνησε το κεφάλι.
"Η αντίδραση μαράζωσε τον γιό μου, είπε."
*
Ω, φθινοπωρινή άνοιξη·
ποτέ δεν έχει γίνει άνοιξη ομορφότερη απ' αυτήν εδώ
το φθινόπωρο.
Τελευταία άνθηση του παρελθόντος,
της χάρης και του μέτρου,
της γλυκιάς ηρεμίας πριν την καταιγίδα.
Ακόμα και ο Άρης χαμογέλαγε.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου