Τετάρτη, 22 Απριλίου 2020

Ο Αγκάμπεν στο Σταθμό Λαρίσης & η απολογία της Κυριαρχίας




Πρόσφατα δημοσιεύτηκαν δύο άρθρα τα οποία, κάτω από μια ορισμένη οπτική, διαπλέκονται μεταξύ τους, πρόκειται για ένα δοκίμιο του Βαγγέλη Μπιτσώρη[1] στα Σύγχρονα Θέματα και ένα συνοπτικό σχόλιο του Αντώνη Λιάκου[2] στην Εφημερίδα των Συντακτών, το μεν πρώτο είναι μια κριτική στον Αγκάμπεν στη βάση των όσων έγραψε πριν μερικές μέρες σχετικά με την πανδημία και το άλλο ένα σχόλιο πάνω στην εξωτικοποίηση της Χούντας. Και τα δύο μου προκάλεσαν ιδιαίτερα ισχυρή εντύπωση, εξίσου αρνητική το μεν και θετική το δε. Θα προσπαθήσω σύντομα να εξηγήσω γιατί. 

Ο Μπιτσώρης, ο οποίος σημειωτέον δεν είναι καθόλου άσχετος με τα φιλοσοφικά σχήματα του Αγκάμπεν, επιχειρεί να στηλιτεύσει τη θέση του ιταλού φιλοσόφου σε σχέση με την ανυπαρξία της πανδημίας και μέχρι εκεί μπορούμε να πούμε ότι παρακολουθούμε τον συλλογισμό. Ωστόσο στην ανάπτυξη των επιχειρημάτων του ο Μπιτσώρης, ο οποίος δεν παραλείπει να εξάρει κατά τα άλλα το συνολικό έργο του φιλοσόφου, βρίσκεται πολύ σύντομα αντί να διαπραγματεύεται κάποια αντίφαση στις θέσεις του Αγκάμπεν να παραδίδει μια εντυπωσιακή απολογία υπέρ του κυρίαρχου συστήματος εξουσίας στη Δύση και ιδιαίτερα της Ευρώπης, εκμηδενίζοντας ή παρανοώντας εξ’ ολοκλήρου τη βάση των φιλοσοφικών εργαλείων που έχει παραδώσει η σκέψη του «μέγιστου» -όπως τον αποκαλεί- φιλοσόφου. 

Πιο συγκεκριμένα θεωρεί «υπερβολικούς αγκαμπενικούς ισχυρισμούς» την καθολίκευση του καθεστώτος του σύγχρονου homo sacer, ενώ εξανίσταται καθ’ ολοκληρίαν όταν σκέπτεται πως αυτές οι «αγκαμπενικές» διδαχές αφορούν ακόμα και τους πολίτες των κοινοβουλευτικών δημοκρατιών. Ας αφήσουμε στην άκρη προς το παρόν το γεγονός ότι ο αρθρογράφος επιλέγει να αγνοήσει πλήρως πώς το καθεστώς απόδοσης ιθαγένειας στις δημοκρατίες, από το οποίο προκύπτει η πολιτική έννοια του πολίτη, αποτελεί κεντρικό πεδίο εφαρμογής της κατάστασης εξαίρεσης και ας δούμε τα βασικά επιχειρήματα του. Το κυριότερο εξ’ αυτών συμπεριλαμβάνεται στην απόφανση του όταν γράφει: «στον δυτικό κόσμο της καπιταλο-κοινοβουλευτικής δημοκρατίας δεν βλέπω καμιά καθολίκευση της ζωής μας ως “γυμνής ζωής”. Δεν είμαστε homines sacri και τουλάχιστον η Ευρώπη δεν είναι Γκουαντάναμο». 
     Είναι τόσο προφανώς επιφανειακή αυτή η πρόταση, ώστε με προβλημάτισε το αν θα είχε οποιαδήποτε αξία να σχολιαστεί, επειδή όμως τα προφανή δέχονται μια ισχυρή πίεση πανταχόθεν τούτους τους καιρούς ας είναι… Σύμφωνα λοιπόν με τον αρθρογράφο (τουλάχιστον) η Ευρώπη δεν είναι Γκουαντάναμο. Αρχικά μπορούμε να σημειώσουμε ότι όχι μόνο η Ευρώπη αλλά ούτε οι ίδιες οι ΗΠΑ, οι οποίες είναι αρμόδιες για τη λειτουργία του, δεν είναι βεβαίως Γκουαντάναμο, ούτε γενικά τίποτε άλλο εκτός από το ίδιο το Γκουαντάναμο δεν είναι Γκουαντάναμο εκτός από όλες τις άλλες αναρίθμητες δομές φυλάκισης και εξαίρεσης που λειτουργούν ανά τον κόσμο ακριβώς με την ίδια λογική, αναπαράγοντας το καθεστώς απογύμνωσης κοινωνικών ομάδων και ατόμων από την ανθρώπινη ιδιότητά τους. 
     Ας δούμε όμως, μήπως υπάρχουν στην Ευρώπη τέτοιες δομές; Μήπως ακόμα και στην ίδια τη χώρα από όπου ο συγγραφέας, ως εξ’ αίματος δικαιούχος, απολαμβάνει τα προνόμια του πολίτη, κατέχοντας ελληνική υπηκοότητα; Μήπως οι κλειστές δομές προσφύγων που λειτούργησαν τυπικά και άτυπα τα προηγούμενα χρόνια, ενώ προετοιμάζεται και η περαιτέρω ανάπτυξή τους σε ξερονήσια εναντίον ανθρώπων που δεν έχουν καταδικαστεί για τίποτε αλλά η ύπαρξη τους είναι de facto παράνομη δεν συνιστά το πιο εκκωφαντικό παράδειγμα εξαίρεσης του φονεύσιμου ατόμου, ως απεκδυόμενου την ιδιότητα του πολίτη; Μήπως το καθεστώς κατά το οποίο παγώνουν οι αιτήσεις για άσυλο δεν αποτελεί μια ξεκάθαρη επέμβαση περαιτέρω εξαίρεσης; Ο συνδυασμός μάλιστα της κατάργησης του ΑΜΚΑ για πρόσφυγες και μετανάστες με το ξέσπασμα της πανδημίας, πως θα χαρακτηρίζονταν; Πως εξηγείται ότι ενώ για τον γενικό πληθυσμό (υπό προϋποθέσεις βέβαια και με σοβαρές εξαιρέσεις) οι κρατικές οδηγίες εν μέσω πανδημίας κάνουν λόγο αυστηρά για «κοινωνική αποστασιοποίηση» στα «κέντρα φιλοξενίας» δεν υπάρχει καμία απολύτως πρόνοια για την επιτυχημένη απομάκρυνση των ανθρώπων μέσω, για παράδειγμα, μέτρων αποσυμφόρησης; 
     Ας λάβουμε τον κόπο να απαντήσουμε εμείς εκ μέρους του αρθρογράφου με βάση το γενικό πνεύμα του δοκιμίου.

Είναι εμφανές πως όταν ο Μπιτσώρης μιλάει για τη ζωή μας στον δυτικό καπιταλισμό εννοεί αποκλειστικά εμάς τους νόμιμους πολίτες του και εξαιρεί όσους απλά βρέθηκαν κρατούμενοι στην από εδώ πλευρά των συνόρων της Ευρώπης-Φρούριο. Ο δοκιμασμένος αναλυτής της «αγκαμπενικής» σκέψης δεν κατορθώνει να αναγνωρίσει ούτε την πλέον προφανή πολιτική εφαρμογή της κεντρικότερης φιλοσοφικής προκείμενης του ινδαλματικού κατά τα άλλα φιλοσόφου. Αλλά κάνοντας μια γενναία παραχώρηση στην πρωτοκοσμική θέαση του Μπιτσώρη, ας αφήσουμε το παράδειγμα των a priori εξαιρούμενων μεταναστών. 
    Στις φυλακές υπάρχουν πολλοί κρατούμενοι που κατέχουν την ιδιότητα του έλληνα πολίτη, αν θέλουμε να μιλήσουμε μόνο για αυτούς, παρόλα αυτά, με μικρή έκπληξη μπορεί να διαπιστώσει κάποιος ότι η μεταχείριση τους είναι πανομοιότυπη με αυτή που επιφυλάσσει το (ευρωπαϊκό-δημοκρατικό) κράτος και στους πρόσφυγες και μετανάστες. Έτσι τουλάχιστον δύο άνθρωποι έχουν πεθάνει κατά την περίοδο της πανδημίας μέσα στις φυλακές, γιατί ουδείς ασχολείται μαζί τους, προεκτείνοντας τη δεδομένη αδιαφορία που υπήρχε για αυτούς και πριν την πανδημία. Ουσιαστικά με το έτσι θέλω επιβάλλεται ένας έμμεσος επανακαθορισμός της ποινής των κρατουμένων, οι οποίοι μετατρέπονται σε δυνητικούς θανατοποινίτες. Εάν μάλιστα επέλθει το μοιραίο ουδείς ευθύνεται για αυτούς. 
    Αλλά ας κάνουμε άλλη μια υπέρβαση κι ας αφήσουμε στην άκρη και τους κρατούμενους των φυλακών. Πρόσφατα, (12 Απρίλη) σύμφωνα με το Έθνος,[3] ως απότοκο της επιλογής της (δημοκρατικότατης) κυβέρνησης της Σουηδίας να υιοθετήσει μια τακτική αντιμετώπισης της πανδημίας με όρους που προσεγγίζουν πολύ το λεγόμενο μοντέλο της «ανοσίας της αγέλης» και τη συνεπαγόμενη πίεση του εθνικού συστήματος υγείας της χώρας, το Εθνικό Συμβούλιο Υγείας και Πρόνοιας της Σουηδίας εκπόνησε κατευθυντήριες γραμμές για τον ορισμό κριτηρίων εισαγωγής στις ΜΕΘ, εφόσον υπάρξει κορεσμός. Σύμφωνα με αυτές, όσοι είναι πάνω από 80 χρονών και νοσήσουν δεν θα πρέπει να γίνονται καθόλου δεκτοί από το ιατρικό προσωπικό στις ΜΕΘ. Προτείνεται επίσης το ίδιο για όσους είναι πάνω από 70 χρονών και παρουσιάζουν «σημαντική ανεπάρκεια οργάνων» σε περισσότερα από ένα όργανα, καθώς και για όσους είναι άνω των 60 χρόνων έχουν ανεπάρκεια σε περισσότερα από δύο όργανα. Συνίσταται επιπλέον ότι άτομα που εντάσσονται σε οποιαδήποτε από αυτές τις κατηγορίες και βρίσκονται ήδη σε εντατική θεραπεία θα πρέπει να απομακρύνονται από τις ΜΕΘ σε περίπτωση που προκύψει μια κατάσταση κρίσης, προκειμένου να δοθεί χώρος στους άλλους με περισσότερες πιθανότητες επιβίωσης. Το ίδιο ισχύει και για όσους εμφανίζουν ανεπάρκεια οργάνων ενώ υποβάλλονται σε θεραπεία σε ΜΕΘ. 
     Ακόμη κι αν δεν έχει εντρυφήσει κάποιος στον φιλοσοφικό κόσμο του Αγκάμπεν είναι μάλλον εύκολο να διαπιστώσει ότι δεν ακούγεται ως μια πολύ συμπεριληπτική πολιτική να μην δέχονται φροντίδα, κατάλευκοι, πρωτοκοσμικοί Άρειοι που κατά πάσα πιθανότητα έχουν πληρώσει με ευλάβεια τις ασφαλιστικές εισφορές τους γιατί κατέχουν τη θανατηφόρα ιδιότητα του γέροντα. Στα καθ’ ημάς ο υπουργός Ανάπτυξης Α. Γεωργιάδης με ύφος χιλίων πιθήκων μας ενημέρωσε σε απευθείας σύνδεση ότι οι μακροχρόνια άνεργοι δεν δικαιούνται οικονομικής υποστήριξης γιατί με το να επιμένουν να διατηρούνται στη ζωή -παρότι άνεργοι καταδεικνύεται πέραν πάσης αμφιβολίας ότι είναι ικανοί να το κάνουν χωρίς την κρατική βοήθεια, άρα εκπίπτουν.

Τα παραδείγματα θα μπορούσαν να συνεχιστούν αλλά αφενός αυτό το κείμενο θα μεγάλωνε αρκετά αφετέρου η χρήση πιο έμμεσων παραδειγμάτων επιβολής καταστάσεων εξαίρεσης μέσω της ταξικής επιβολής δεν θα βοηθούσαν να γίνει κατανοητό ένα σημείο που δεν έχει ήδη κατανοηθεί από όλα τα παραπάνω. Άλλωστε όλα αυτά, όπως και τα προηγούμενα, ο Μπιτσώρης θα τα ενέτασσε ως περιπτώσεις στην πρόταση που, εν είδη υποσημείωσης, έχει παρεμπιπτόντως προσκολλήσει στο σώμα του κειμένου, αναφέροντας πως: «εννοείται, βεβαίως, ότι η ισότιμη εφαρμογή αυτού του καθολικευμένου κανόνα ως εξαίρεσης για την προστασία της ζωής είναι στην πράξη αδύνατη, γιατί εξακολουθεί να υφίσταται η κοινωνικά μεροληπτική διάκριση και ανισότητα μεταξύ προνομιούχων και μη-προνομιούχων, μεταξύ πλούσιων και πτωχών, μεταξύ ασφαλισμένων και ανασφάλιστων μεταξύ των πολιτών και των προσφύγων, μεταναστών, μεταξύ στεγασμένων και αστέγων». 
    Και αν αναρωτιέστε τι στο διάολο είναι «ο καθολικευμένος κανόνας εξαίρεσης για την προστασία της ζωής», πρόκειται για τα απαραίτητα («μέχρι και στρατιωτικά» κατά Μπιτσώρη) μέτρα που οφείλει να πάρει κάθε κράτος για να διασφαλίσει το δικαίωμα στη ζωή (κάποιων) υπηκόων του. Αυτή η σκέψη μάλιστα προκύπτει από την αντιστροφή του Αγκάμπεν από τον Μπιτσώρη, ο οποίος βλέπει ως φορέα λύτρωσης σε έκτακτες περιστάσεις τη δεσπόζουσα βιοπολιτική! Σε αυτό περίπου το σημείο εντοπίζεται η διάβαση του Ρουβίκωνα από την όχθη του θλιβερού στην όχθη του χυδαίου. Εδώ όχι μόνο παραγνωρίζεται η ίδια η βασική λογική του Αγκάμπεν που οριοθετεί την κυριαρχία ως τη δυνατότητα εφαρμογής της κατάστασης εξαίρεσης, εν προκειμένω του κράτους το οποίο την εφαρμόζει δολοφονικά, αλλά αυτή «φυσικοποιείται» και νομιμοποιείται, καθώς είναι αυτονόητη σε «καπιταλιστικές συνθήκες». Δηλαδή τα αστυνομικά/στρατιωτικά μέτρα που θα παρθούν για να σωθεί ένα κομμάτι του γενικού πληθυσμού μπορούν ταυτόχρονα να είναι τα ίδια που θα εξοντώσουν όσους περισσεύουν, αφού πάντα περίσσευαν έτσι κι αλλιώς. Από «φιλοσοφική» μάλιστα σκοπιά ο ανυπόφορος Μπιτσώρης ονομάζει «καθολικό» το λυτρωτικό σχήμα, εκτός αν εξαιρέσουμε όσους δεν μπορεί να αφορά, έτσι ώστε είναι εν μέρει καθολικό, όπως όλα άλλωστε σε αυτόν τον κόσμο.

Να όμως ποιο είναι το πρόβλημα, η μερική εξαίρεση και όχι η καθολική δεν είναι ίδιον μόνο της αστικής δημοκρατίας σε σχέση με τα αυταρχικά συστήματα. Έχει προφανή σημασία να σημειώσουμε πως σε όλα απολύτως τα συστήματα εξουσίας, ακόμη και στα πιο ολοκληρωτικά υπήρξαν πολιτικές συμπερίληψης μεγάλων πληθυσμών και απόπειρες διεύρυνσης της κοινωνικής συναίνεσης. Μάλιστα κάποια το πέτυχαν ιδιαιτέρως καλά σε ευθεία αναντιστοιχία με την εγκληματική τους φύση. Κορυφαίο παράδειγμα αποτελεί το Τρίτο Ράιχ. Πιστεύει κανείς ότι η πλειοψηφία των εκατομμυρίων Γερμανών πολιτών τέθηκαν σε κατάσταση εξαίρεσης; Αντιθέτως πολλοί από αυτούς συμπεριλήφθηκαν με πολύ πιο πειστικό τρόπο στις κρατικές λειτουργίες και την κοινωνική ζωή. Μόνο μέσω της αναδιανομής πλούτου, ιδιοκτησίας και κοινωνικής θέσης που συντελέστηκε μεταξύ των Εβραίων και των Γερμανών ήδη έχουμε μια πρώτη βάση συμπερίληψης, η οποία συμπληρώνει μαζί με την δεσπόζουσα καταστολή την εξήγηση του φαινομένου της σχεδόν μηδενικής ουσιαστικά αντίστασης στα πεπραγμένα του ναζιστικού μηχανισμού εξόντωσης στο εσωτερικό της χώρας. 
     Αλλά οι απολογητές της καπιταλιστικής κυριαρχίας, όταν μιλούν για καθολική εξαίρεση αναφέρονται στα «δημοκρατικά δικαιώματα», τα οποία όμως πέφτουν σε τρομερή ανυποληψία, όπως έχει δείξει η ιστορία, όταν τίθενται ζητήματα επιβίωσης. Κανείς ασφαλώς δεν είναι προκαταβολικά διατεθειμένος να παραδώσει την ελευθερία έκφρασής του παρά μόνο σε δύο περιπτώσεις: εάν δεν την είχε, έτσι κι αλλιώς, ποτέ ή αν μπορεί να την ανταλλάξει με κάτι που μπορεί να σώσει τη ζωή του εν μέσω μιας καταλυτικής απειλής εναντίον της. 

Οι φιλόσοφοι είναι δυνητικά χρήσιμοι για να προειδοποιούν∙ και αυτό κάνουν σε γενικό βαθμό οι φιλοσοφικές θέσεις του Αγκάμπεν. Ότι σε κανένα οργανωμένο πολιτικό σύστημα άσκησης εξουσίας η κατάσταση εξαίρεσης δεν μπορεί να είναι καθολική είναι προφανές, γιατί αυτή επιβάλλεται από τον κυρίαρχο για να εξασφαλίσει την απρόσκοπτη αναπαραγωγή των προνομίων των κρατούντων. Το σε ποιό βαθμό θα συμπεριλαμβάνει τους πολίτες έχει να κάνει με την πίεση που δέχεται από τους μη-προνομοιούχους και τη νομοτελειακή προσταγή ότι για να υπάρχουν εξουσιαστές πρέπει να υπάρχουν (ζωντανοί) εξουσιαζόμενοι. Όταν πια είναι ολοφάνερο ότι εξαιρούνται ευρύτατα πλειοψηφικά κοινωνικά κομμάτια τότε η αξία των φιλοσόφων πέφτει και αναβαίνει αυτή των επαναστατών. 

Πως όμως τελικά συνδυάζονται τα δύο κείμενα που αναφέρθηκαν στην εισαγωγή; Επιχειρηματολογώντας σε ένα άλλο σημείο του κειμένου του ο Μπιτσώρης υπέρ της κρίσης του ότι οι αποφάνσεις του Αγκάμπεν περί γενίκευσης της κατάστασης εξαίρεσης είναι «λίαν αφηρημένες» διερωτάται, αν ποτέ στην Ελλάδα μετά τη Μεταπολίτευση είχαμε κατάσταση εξαίρεσης και μάλιστα με διαρκή μέτρα έκτακτης ανάγκης. Αρχικά, ναι είχαμε.  
  Πρόκειται για την πολιτική του ελληνικού κράτους ενάντια στην μουσουλμανική μειονότητα της Θράκης. Τα διοικητικά και άλλα μέτρα που πήρε εναντίον αυτών των ανθρώπων (ελλήνων πολιτών) η Δικτατορία συνεχίστηκαν κανονικά και στη Μεταπολίτευση. Μέχρι το 1998 παραμένει σε ισχύ το άρθρο 19 του κώδικα ελληνικής ιθαγένειας με βάση το οποίο αφαιρέθηκε καταχρηστικά η ιθαγένεια σε χιλιάδες μειονοτικούς. Επίσης μέχρι το 1981 δεν είχε επιτραπεί η επιστροφή των πολιτικών εξόριστων του Εμφυλίου Πολέμου, ενώ ακόμη και μετά από αυτήν τη χρονολογία δεν επιτράπηκε η επιστροφή των Σλαβομακεδόνων, ως αλλοεθνών. Επιπλέον, ο κώδικας απόδοσης ελληνικής ιθαγένειας μέχρι τις αρχές του 21ου αιώνα υπάγονταν εξολοκλήρου στο δίκαιο του αίματος, (ius sanguinis) εξαιρώντας ουσιαστικά τη δυνατότητα κτήσης ιθαγένειας σε μη-έλληνες το έθνος, ακόμη κι αν είχαν γεννηθεί στη χώρα. Σε ένα άλλο παράδειγμα οι ομοφυλόφιλοι δεν είχαν για πάνω από 40 χρόνια κανένα δικαίωμα θεσμικής αναγνώρισης από το κράτος (δυνατότητα γάμου, μεταβίβασης περιουσίας, υιοθέτησης τέκνων κ.λπ.). Μια μορφή ειδικής συνθήκης διαρκούς εξαίρεσης από την κανονική διαδικασία απονομής δικαιοσύνης θεσπίστηκε επίσης με βάση τους τρομονόμους και ειδικότερα αυτόν που ψηφίστηκε το 2001. Παρατηρούμε λοιπόν ότι όσοι εξαιρούνται στη δημοκρατία είναι λίγο πολύ οι ίδιοι που εξαιρούνται και στις Δικτατορίες (εθνικές μειονότητες, πρόσφυγες και μετανάστες, αλλοεθνείς και αλλόθρησκοι, ενεργοί πολιτικοί αντίπαλοι και ομάδες ευεπίφορες στον κοινωνικό και κρατικό ρατσισμό όπως οι ομοφυλόφιλοι). 

Αυτά αποτελούν κάποια τυπικά παραδείγματα, όμως για την περαιτέρω απόπειρα σύγκρισης των καθεστώτων της Χούντας και της μεταπολιτευτικής Δημοκρατίας, ο Αντώνης Λιάκος στο πρόσφατο άρθρο του «Η εξωτικοποίηση της Δικτατορίας» θέτει μια σειρά ακόμη από παρατηρήσεις, οι οποίες αξίζουν να αναφερθούν, ιδιαίτερα καθώς αποτελούν την οπτική ενός ανθρώπου που αντιστάθηκε έμπρακτα και δυναμικά στη Χούντα, βασανίστηκε και καταδικάστηκε σε θάνατο από Έκτακτο Στρατοδικείο. Η προσέγγιση του, πριν από οτιδήποτε άλλο, αποτελεί ένα αγκάθι στα δάχτυλα όσων, επιχειρώντας να τραβήξουν απόλυτες διαχωριστικές γραμμές ανάμεσα στην 23η και την 24η του Ιούλη του 1974, έδειχναν με το δάχτυλο τους βασανισμένους της δικτατορίας για να εδραιώσουν το επιχείρημά τους. Μάλιστα αυτή η αφήγηση τονισμού των διαφορών και της υπογράμμισης του εξωτικού χαρακτήρα της Χούντας γίνεται υποτίθεται προς υπεράσπιση της Δημοκρατίας. Η Δεξιά, κυρίως, αποκομίζει διαχρονικά όφελος από αυτήν την οπτική, θέλοντας να αποποιηθεί τις ευθύνες της για τη διαμόρφωση των απαραίτητων προϋποθέσεων ύπαρξης της Δικτατορίας και συμπληρωματικά πλάι της η καθεστωτική Αριστερά που θέλει να υπερασπιστεί την απόλυτη ταύτισή της με το κυρίαρχο παράδειγμα της αστικής δημοκρατίας, στο πλαίσιο του οποίου ενίοτε τίθεται και ως επικεφαλής. 

Ανάμεσα στα άλλα που αναφέρει ο Λιάκος, ο οποίος αν μη τι άλλο δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ούτε «αριστεροχουντικός» ούτε συμμετέχοντας ή συνοδοιπόρος του επαναστατικού κινήματος της Μεταπολίτευσης, είναι ότι θα προτιμούσε χωρίς δισταγμό το κελί του Κορυδαλλού το 1970 από τη Μόρια του 2020. Και η επιλογή δεν είναι καθόλου φιλολογική, καθώς είχε «φιλοξενηθεί» στα κελιά της Δικτατορίας. Ποιο είναι όμως το «σφάλμα» του Λιάκου, το οποίο όπως είδαμε ο Μπιτσώρης το έχει τακτοποιήσει ήδη; Συγκρίνει τον εαυτό του, έναν Έλληνα υπήκοο, με ιθαγένεια και απόλυτα δικαιώματα πολίτη με τους «αυτονόητα» εκτός «καθολικής εξαίρεσης προστασίας της ζωής» (sic) πρόσφυγες και μετανάστες. 
     Οι υπόλοιπες συγκρίσεις άλλωστε για τα ΜΜΕ και τον έλεγχο πάνω τους και το πόσο διαφέρουν τελικά οι συνθήκες μπορούν να αντιμετωπιστούν ως να έχει μολυνθεί και ο Λιάκος από τις αγκαμπενικού τύπου υπερβολές. Οι εξαφανίσεις μαρτύρων σε κρίσιμες υποθέσεις και η διαρκής δικαστική ασυλία που χαίρει συνολικά η κάστα επιχειρηματιών και πολιτικών δεν μπορεί να χαρακτηριστεί «εξαίρεση» αφού κι αυτή αποτελεί βασικό συντελεστή της δυτικής-καπιταλιστικής λειτουργίας και ειδικότερα της ελληνικής εκδοχής της. Όλα λοιπόν καλώς καμωμένα.

Στο κλείσιμο αυτού του σημειώματος θα πρέπει να ξεκαθαριστεί και το εξής. Η θέση του Αγκάμπεν σε σχέση με την πανδημία με βρίσκει κάθετα αντίθετο, τη θεωρώ τόσο λανθασμένη, ώστε δίνει πάτημα σε αρθρογράφους σαν τον Μπιτσώρη να καταθέτουν τις απολογίες τους υπέρ του συστήματος εκμετάλλευσης και καταπίεσης, ως να ομιλούν εκ βάθρου δικαίου. Ωστόσο το με ποιόν τρόπο είναι λανθασμένη μια σκέψη εξετάζεται υπό το φως του ποιος την κρίνει. 
     Η τάση των φιλοσόφων να εμπεριέχουν συνολικά τα φαινόμενα στο σύστημα σκέψης που έχουν οικοδομήσει, εν προκειμένω φέρνει σε ανοιχτή αντίφαση τον Αγκάμπεν της θεωρίας της «απλής γρίπης» με τον Αγκάμπεν της «Κατάστασης Εξαίρεσης». Όχι όμως για κάποιον από τους λόγους που παρέθεσε ο δοκιμιογράφος, αλλά επειδή τα γραπτά του Αγκάμπεν έχουν αποτελέσει ένα χρήσιμο εργαλείο για τα κοινωνικά κινήματα στην προσπάθειά τους να υπερασπιστούν τον εαυτό τους και τα πληβειακά στρώματα από την επίθεση του κράτους και του κεφαλαίου μέσα στη συνθήκη ενός εντεινόμενου ολοκληρωτισμού. 
     Η θέση του για την πανδημία δυστυχώς δεν προσθέτει εργαλεία αυτή τη στιγμή αλλά αφαιρεί, αποπροσανατολίζοντας από το κεντρικό ζήτημα που παραμένει η υπεράσπιση των πληβείων και γίνεται επικίνδυνη συνδυαζόμενη με τις πολιτικές του φιλελευθερισμού, δηλαδή του υπαρκτού καπιταλισμού, ο οποίος πάντα και για πάντα θα βάζει τα κέρδη πάνω από τους ανθρώπους, γιατί όσο υπάρχουν κέρδη οι άνθρωποι θα πεθαίνουν στη σκιά τους. Δεν είναι καθόλου τυχαίο ότι την τωρινή θέση του Αγκάμπεν δεν τη χρησιμοποιούν τα κινήματα, αλλά την περιφέρουν οι νεοναζί σαν θεωρητική επιβεβαίωση των παρανοϊκών τους ισχυρισμών. 

Ο συλλογικός νους των ενεργών κοινωνικών κινημάτων είναι πιο οξυδερκής από οποιονδήποτε φιλόσοφο, εξαιτίας της διαρκούς ώσμωσης των αγωνιστών με τις πραγματικές συνθήκες που πρέπει να αντιμετωπιστούν ως απτά ζητήματα και όχι ως πνευματικές ασκήσεις. Επειδή ζουν την ταξική πάλη ως απαραίτητη καθημερινή διαδρομή μπορούν να ελέγξουν τη χρησιμότητα της σκέψης του καθενός, μπορούν να κρατήσουν τα χρήσιμα και να πετάξουν τα βλαβερά για να συνθέσουν την απελευθερωτική οπτική. Έτσι προχωράει η ιστορία της σκέψης των καταπιεσμένων, κι ο Αγκάμπεν, εν αντιθέσει ασφαλώς με τον Μπιτσώρη, έχει μια θέση δίπλα σε όσους την προώθησαν. 


[1] «Ο Αγκάμπεν και ο κορωνοϊός: Κατάσταση εξαίρεσης και βιοπολιτική». Ο ηλεκτρονικός σύνδεσμος για το άρθρο βρίσκεται εδώ
[2] «Η εξωτικοποίηση της Δικτατορίας». Ο ηλεκτρονικός σύνδεσμος για το άρθρο βρίσκεται εδώ

Τρίτη, 14 Απριλίου 2020

Μήνυμα απ' τη Σελήνη ή Αναρχικοί στο Φεγγάρι


σεληνιακό τοπίο∙
αραιά τ’ αυτοκίνητα,
ρακένδυτοι και επαίτες
κυκλοφορούν μονάχα
-οι μπάτσοι σταμάτησαν
στη στάση του λεωφορείου
έναν μετανάστη,
-«πού πας;»

τα σύνορα μετακινούνται διαρκώς,
απ’ την παραμεθόριο
φτάνουν έξω απ’ το σπίτι,
μας κάνουν ξένους
-πιο ξένους ακόμα
πολιτογραφόμαστε αστοί,
πατρίδα μας τα τετραγωνικά
που νοικιάζουμε

κι αν αύριο σε ξαναδώ στον δρόμο
τυχαία
ας βαδίσουμε δίπλα-δίπλα
δίχως σκοπό
προπάντων ας μη ρωτήσουμε
-«πού πας;»


είναι βλέπεις, αγάπη μου, ο σκοπός
η γλώσσα της εξουσίας





Σάββατο, 11 Απριλίου 2020

Αίμα χαμένο & κερδισμένο | Για τον Π. Κοροβέση

Φέτος έκανε τον πιο ζεστό χειμώνα που θυμάμαι για χρόνια. Ο κόσμος κάθονταν στα τραπεζάκια έξω και στις πλατείες Φλεβάρη μήνα. Ο χειμώνας εκδικήθηκε. Κούρσεψε την Άνοιξη, ο κόσμος στα σπίτια. Κι ύστερα, πρώτα ο Γλέζος κι έπειτα ο Κοροβέσης.

Σκέφτομαι με τον εξής τρόπο. Όπως επαίρεται η Δεξιά με βάση τα μέχρι σήμερα δεδομένα τόσο ο Μανώλης όσο και ο Περικλής ήταν στη "λάθος" πλευρά της Ιστορίας. Το όραμά τους για τον κόσμο, παρά τα βασανιστήρια και τις κακουχίες που αγόγγυστα υπέστησαν ηττήθηκε. Αν μετράμε την Ιστορία με το μέτρο της Νίκης ανήκουν στο στρατόπεδο των ηττημένων.

Κάποτε το αξίωμα της νίκης ως μέτρο της αλήθειας το δέχτηκε ως νομοτέλεια και η Αριστερά. Η σκέψη του Λένιν επικράτησε γιατί νίκησε. Ο Στάλιν κατόπιν συνέχισε να κερδίζει ακάθεκτα. Ο σύντροφος Μάο πήρε τη σκυτάλη του πρωτοπόρου στο στρατόπεδο της Νίκης. Μέχρι που όλα κατέρρευσαν με κρότο...Μέχρι και στις σύγχρονες μας μέρες που όλες οι ιστορίες μοιάζουν με καρικατούρες της παλιάς Ιστορίας, η «νίκη» της ριζοσπαστικής Αριστεράς στην οποία πίστεψαν και ο Μανώλης και ο Περικλής δεν τους «χώρεσε». Δεν ήταν καμωμένοι για τέτοιες επινίκιες τελετές.

Αν αφήσουμε όμως τη Νίκη στην άκρη ως ενδεχόμενο κι όχι ως το σχοινί που τραβάει την Αλήθεια γυμνή από το πηγάδι αναρωτιόμαστε: ο Γκραβαρίτης άραγε κοντεύει τα 120 ή πέθανε; Ο Τσάλας; Ο Πέτρου; Είχαν παιδιά; Αν είχαν παιδιά, θυμούνται πότε πέθαναν οι πατεράδες τους; Σε κάποιους αυτά τα ονόματα δεν λένε τίποτε. Η Ιστορία δεν τα κατέγραψε με έντονα γράμματα. Ζουν και πεθαίνουν μέσα από τις αφηγήσεις των θυμάτων τους. Τραγική ειρωνεία∙ για τους μόνους από το σινάφι τους που θυμούνται όλοι τον θάνατό τους είναι ο Μάλλιος και ο Μπάμπαλης, τους παρέδωσε στην Ιστορία το οπλισμένο χέρι των "ηττημένων".

Έτσι είναι. Για να επικρατήσουν αυτοί που κυριαρχούν χρειάζονται πολλούς Θεοφιλογιαννάκους, κι ας τους πετάνε μετά στα σκουπίδια. Γιατί η φιλοσοφία της Νίκης θέλει τους ανθρώπους εξαρτήματα, εργαλεία της μιας στιγμής. Κάνουν τη δουλειά τους, βασανίζουν, σκοτώνουν, κακοποιούν μετά χάνονται στη λήθη. Άλλοι, γενικά ανώνυμοι, θα πάρουν τη θέση τους σαν έρθει η ώρα. Σκέφτομαι τέλος, αυτοί, ο Μανώλης, ο Περικλής κι άλλοι χιλιάδες σαν ηττημένοι πως πήγαν τον Άνθρωπο ένα και δυο βήματα ψηλότερα; Πόσο αλλόκοτο ότι το όνομά τους δεν ξεχνιέται τόσο εύκολα όπως τα εφήμερα ονοματεπώνυμα των νικητών.

Δεν παραιτούμαστε από την πίστη στην επικράτηση έναντι των καθαρμάτων που, όπως είπε ο Σάρτρ «πιστεύουν ότι νικούν». Δεν έχουμε ηττηθεί, επειδή ακόμη δεν έχουμε νικήσει.
Χιλιάδες τον αποχαιρετούν κι αγωνίζονται. Ο Κοροβέσης γελά και στον θάνατο. Αυτόν τον νίκησε σίγουρα.


Πέμπτη, 2 Απριλίου 2020

Σημειώσεις στην Εποχή του Κορονωϊού | 5+1 Σημειώσεις για την τρέχουσα περίοδο από αναρχική σκοπιά


Ι.

Το μόνο στοιχείο που έχουμε μέχρι σήμερα για να εκτιμήσουμε πόσος χρόνος θα χρειαστεί για την υποχώρηση του ιού, προκύπτει από τη μελέτη των δεδομένων πάνω στην κινέζικη περίπτωση. Στην Κίνα ο ιός εμφανίστηκε τον Δεκέμβρη του 2019 και αφού αναπτύχθηκε γρήγορα υποχώρησε σημαντικά τον Μάρτη του 2020. Το χρονικό διάστημα των τριών μηνών φαίνεται ότι είναι το μικρότερο που μπορούμε να υπολογίζουμε. Θα μπορούσε να είναι μικρότερο, αν θεωρούσαμε ότι η Κίνα αιφνιδιάστηκε, λόγω του ότι ήταν η πρώτη χώρα στην οποία εκδηλώθηκε ο ιός. Αυτή όμως η σκέψη φαίνεται ότι δεν ισχύει, καθώς η Κίνα έχει αφενός μια συσσωρευμένη πείρα αντιμετώπισης κι άλλων μαζικών λοιμώξεων πληθυσμού στο πρόσφατο παρελθόν. Αφετέρου, ακόμη περισσότερο, η Κίνα έχει ένα τελείως διαφορετικό σύστημα διαχείρισης εξαιτίας της διαφορετικής φύσης του κοινωνικού της σχηματισμού. Συγκεκριμένα από το 1949 κι έπειτα, δηλαδή για πάνω από 70 χρόνια, το Κράτος, η διεύθυνση του οποίου ταυτίζεται με το Κομμουνιστικό Κόμμα, δεν αντιμετωπίζει καμία οργανωμένη αντιπολίτευση. Ο συγκεντρωτικός χαρακτήρας του κράτους δίνει τη δυνατότητα στην κυβερνητική διεύθυνση να αθροίζει τις δυνάμεις που χρειάζεται σε συγκεκριμένο χώρο και χρόνο, κινητοποιώντας το σύνολο των δυνάμεων που επιθυμεί. Θα θυμάστε όλοι την κατασκευή φαραωνικού νοσοκομείου ειδικού σκοπού σε ελάχιστο χρονικό διάστημα. Επιπλέον ο αυταρχικός χαρακτήρας του επιτρέπει τον πολύ πιο αποτελεσματικό έλεγχο των μετακινήσεων των εργαζομένων και των πολιτών, οι οποίοι, εκτός των άλλων, αποτελούν κατά μεγάλη πλειοψηφία τους υπαλλήλους του. Τέλος, ο συνδυασμός της χρήσης ιδιαίτερα εξελιγμένης τεχνολογίας πάνω σε φτωχούς και ελεγχόμενους πληθυσμούς επιτρέπει τη σχεδόν πανοπτική επιτήρησή τους και την αποτελεσματική διαχείριση τους. Εάν υπολογίσουμε και αυτούς τους παράγοντες τότε το χρονικό διάστημα διευρύνεται κι άλλο.




IΙ.
Στη Δύση των αστικών δημοκρατιών το καπιταλιστικό μοντέλο επιμερίζεται μεταξύ των μεγάλων παραγωγικών μονάδων και του διογκωμένου τριτογενούς τομέα υπηρεσιών. Η ελεύθερη μετακίνηση εμπορευμάτων και ανθρώπων (εκτός αν πρόκειται για περισσευούμενους πρόσφυγες και μετανάστες) θεωρείται όχι μόνο δεδομένη αλλά και απαραίτητη σε μεγάλο βαθμό, καθώς όση κουβέντα κι αν γίνεται για την τηλε-εργασία είναι εμφανές ότι δεν μπορεί κάποιος να ταξιδέψει στην Ιταλία από το σπίτι του. Βασικά δεδομένα της καπιταλιστικής λειτουργίας προσωρινά ανατρέπονται από έναν εξωγενή παράγοντα. Η γνωστή αρχή της προσφοράς-ζήτησης υπόκειται σε νέα δεδομένα. Εάν για παράδειγμα μια αεροπορική εταιρεία ανακοίνωνε αύριο δωρεάν εισιτήρια από Αθήνα με προορισμό τις Κανάριες Νήσους μάλλον κανείς δεν θα γοητευόταν από την προσφορά. Όλοι οι πολιτικοί συνασπισμοί της Δύσης ορέγονται κάποια στοιχεία της Κίνας. Ο δεξιός συνασπισμός ξερογλείφεται σκεπτόμενος το αυταρχικό μοντέλο επιβολής του κράτους πάνω στους εργάτες και τους πολίτες που θα του έδινε τον ολοκληρωτικό έλεγχο. Όμως δεν επιθυμεί καθόλου να επωμιστεί εξολοκλήρου το δημόσιο, μαζικούς τομείς της κοινωνικής πρόνοιας όπως για παράδειγμα την υγεία. Μια «λύση» για αυτόν, αν κριθεί απαραίτητο, είναι η αναστολή των αστικό-δημοκρατικών λειτουργιών, με βάση το Ουγγρικό παράδειγμα, όχι ασφαλώς για να καταπολεμήσει την πανδημία, αλλά την εξέγερση. Από την άλλη πλευρά, ότι έχουμε μάθει να αποκαλούμε Αριστερά, θα επιθυμούσε ένα ισχυρό κράτος που θα συγκέντρωνε στα χέρια του την οικονομία και όλους τους τομείς κοινωνικής πρόνοιας. Δεν μπορεί όμως (ούτε καν το ΚΚΕ) να παραβλέψει ότι αυτές οι προσδοκίες συνοδεύονται από την στυγνή εκμετάλλευση των εργατών και εργατριών από μια διαχωρισμένη ελίτ πολιτικών κομισάριων και διευθυντών με δικαιώματα διαχείρισης κεφαλαίων μονοπωλιακών εταιρικών κολοσσών. Η συζήτηση για την «ανάκαμψη» της κρατικής πρόνοιας και του σοσιαλδημοκρατικού μοντέλου πολύ γρήγορα γίνεται κατανοητή ως το κρατικό σχέδιο διάσωσης του αγοραίου καπιταλισμού. 




ΙΙΙ.

Τα βασικά προβλήματα που δεν επιτρέπουν στις ελίτ σε όλο τον κόσμο να βυθίσουν εξολοκλήρου την κοινωνία σε μια κατάσταση γενικευμένου κοινωνικού κανιβαλισμού χωρίς κανένα σχέδιο υγειονομικής περίθαλψης και φροντίδας είναι αφενός ότι δεν γίνεται να εξοντωθεί μαζικά η παραγωγική κοινωνική βάση, γιατί κάποιος πρέπει να δημιουργεί τα κέρδη τους (τουλάχιστον όσο δεν καταστρέφονται δυσανάλογα και οι ίδιες οι παραγωγικές δομές, όπως συμβαίνει σε περιόδους πολέμου) και αφετέρου, γιατί όπως επίσης συμβαίνει μετά από πολέμους, μια από τις επιλογές των μαζών είναι η επανάσταση εναντίον αυτών που τους εξουσίαζαν μέχρι τότε. Στην πραγματικότητα δεν έχει υπάρξει σύγχρονη, κοινωνικού χαρακτήρα, επανάσταση πριν από το ξέσπασμα της οποίας να μην έχει προηγηθεί κάποιου είδους πολεμική εμπλοκή ή στρατιωτικό πραξικόπημα. Σε σχέση με την προφύλαξη της υγείας των υπηκόων, όπως φάνηκε από κάποιες προτάσεις περί «ανοσίας της αγέλης», εάν υπήρχε μια έγκυρη επιστημονική μελέτη, η οποία θα εγγυόταν ότι οι νεκροί δεν θα ξεπερνούσαν έναν συγκεκριμένο διαχειρίσιμο αριθμό, τότε μάλλον δεν θα φτάναμε ποτέ στο μέτρο της καραντίνας. Σε αυτήν την περίπτωση τα κράτη θα συνέχιζαν απρόσκοπτα την κανονικότητά τους, οι προσπάθειες μετακύλισης της ευθύνης στην κοινωνική βάση με το αφήγημα της ατομικής προστασίας θα ήταν ακόμη πιο έντονες, όπως βέβαια και σταθερές σε συχνότητα οι επικλήσεις στην εθνική ομοψυχία κ.λπ. Αυτή η μελέτη δεν προέκυψε, οπότε η διαχείριση πήρε τον χαρακτήρα που βλέπουμε σήμερα. Αν το κράτος επιβλήθηκε στην αγορά, δεν έγινε γιατί αυτό ήταν η αυτονόητη επιλογή από θέση αρχής, αλλά ακριβώς επειδή η αγορά δεν μπορεί να αντεπεξέλθει στην κατάσταση. Έτσι πρέπει να γίνουν κατανοητά κι αυτά τα θλιβερά επιδοματικά χαρτζιλίκια που ανακοίνωσε η κυβέρνηση. Είναι απολύτως προφανές στον καθένα ότι, ακόμη και με τα χαρτζιλίκια η απειλή της απόλυτης κατάρρευσης της οικονομίας είναι απολύτως ορατή, χωρίς καν αυτά θα ήταν απλά απολύτως βέβαιη. Ενώ δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι όσο κι αν είναι απολύτως απαραίτητα τα βοηθήματα για τους εργαζόμενους και τους ανέργους, αυτά προέρχονται από την κρατική τσέπη. Δηλαδή ουσιαστικά από τον ίδιο τον παρακρατημένο κόπο των εργαζομένων, τα οποία δίνονται για να επιστρέψουν στους ιδιοκτήτες των ακινήτων, είτε κατά 60% είτε κατά 100% ως ενοίκια, στους ιδιοκτήτες των supermarket και στις μεγάλες εταιρείες παροχής τηλεπικοινωνιακών υπηρεσιών. Μπορεί να σοκάρει η διαπίστωση ότι όχι, δεν έγιναν θιασώτες του Κέυνς ο Άδωνις και ο Κακλαμάνης τώρα στα καλά καθούμενα. Οι χιλιάδες απολύσεις και η καταστροφή της επόμενης μέρας και κυριότερα η διαχείρισή της υπέρ των ελίτ θα πιστοποιήσουν σύντομα την πραγματικότητα όσων γράφουμε σήμερα.




ΙV.
Σε σχέση με τη διαχείριση του αυταρχισμού και του περιορισμού των ατομικών δικαιωμάτων αρκετός λόγος έχει γίνει. Είναι γεγονός ότι η έμφυτη καχυποψία των επαναστατικών σχηματισμών απέναντι στις πάντα εχθρικές κρατικές πολιτικές είναι εύλογο να οξυνθεί μέσα σε ένα πλαίσιο απόλυτων απαγορεύσεων. Ωστόσο στην Ελλάδα το αναρχικό κίνημα είναι γεγονός ότι έχει κάνει πολλά βήματα μπροστά. Κι αυτό το λέμε γιατί φαίνεται ότι ως κριτήριο πρόσληψης της κατάστασης δεν χρησιμοποίησε μια αντιδραστική ελιτίστικη και τελικά μικροαστική στάση απλής αντιστροφής της κρατικής εντολής από «μένουμε σπίτι» σε «βγαίνουμε βόλτες», αλλά στον οργανωμένο πυρήνα του κυριάρχησε μια αντίληψη η οποία, απέχοντας από την τυφλή υπακοή στις κρατικές προσταγές, υιοθέτησε μια συνειδητή στάση ευθύνης απέναντι στο κοινωνικό σύνολο και ιδιαίτερα στις ευπαθείς ομάδες του. Εκκινώντας από αυτή τη βάση μπόρεσε να διαφυλάξει τον πολιτικό του χαρακτήρα, ώστε να αναδείξει έπειτα τις κοινωνικές του αρετές. Η πρώτη έκφραση αυτών αντλεί από το παράδειγμα της κοινωνικής αυτοοργάνωσης και της αλληλοβοήθειας και έγκειται στη διαμόρφωση πολυπληθών οριζόντιων τοπικών ομάδων αλληλοϋποστήριξης, οι οποίες θυμίζουν τις καλύτερες μέρες του δημιουργικού αναρχισμού, με τη σύσταση εκατοντάδων συνελεύσεων γειτονιάς, στα χρόνια της ισχυρής πάλης εναντίον των μνημονιακών πολιτικών. Αυτές οι δομές μαζί με άλλες λειτουργίες αντιπληροφόρησης και την κατάλληλη πολιτική προετοιμασία μπορούν να εμπνεύσουν τα απολύτως απαραίτητα κοινωνικά κινήματα που θα παλέψουν ενάντια στην επικείμενη κρίση και τη νέα προσπάθεια των ελίτ να φορτώσουν και πάλι όλα τα βάρη στην πλάτη της κοινωνικής βάσης. Χρησιμοποιώντας την πείρα των προηγούμενων μαχών θα πρέπει να μιλήσουμε ανοιχτά όχι απλά για τις αντιθέσεις κρατικού/ιδιωτικού και των αποζημιώσεων, αλλά για την ίδια την εγκληματική διάσταση της κρατικής θανατοπολιτικής, της καπιταλιστικής κερδοφορίας και της καταστροφής του φυσικού περιβάλλοντος.




V.
Δεν μπορεί παρά να προβληματίζει η ολοένα και συχνότερη εμφάνιση μιας σειράς ιογενών λοιμώξεων σε μεγάλα τμήματα του παγκόσμιου πληθυσμού. Μόνο τις τελευταίες δύο δεκαετίες η ανθρωπότητα έχει έρθει αντιμέτωπη με ένα πλήθος μεταλλάξεων όπως ο SARS, η γρίπη των πουλερικών και των χοίρων, Η1Ν1 και πιο πριν το σύνδρομο των «τρελών αγελάδων» που συνδέθηκε με την ασθένεια Κρόιτσφελντ-Γιάκομπς. Είναι γεγονός ότι, πέρα από την οποιαδήποτε φυσική τυχαιότητα στην εκδήλωση ενός τέτοιου θανάσιμου ιού, έχει υπογραμμιστεί, και μάλιστα σε κάποιες περιπτώσεις ρητά, ο ρόλος που παίζει η παρέμβαση και η ανατροπή φυσικών διαδικασιών από τη βιομηχανία εκτροφής ζώων, για παράδειγμα μέσω του εξαναγκαστικού σιτισμού χορτοφάγων ζώων με ζωικά παράγωγα, με στόχο την ποσοτική μεγέθυνση της παραγωγής βρώσιμου κρέατος και την ταυτόχρονη αύξηση του εταιρικού κέρδους μέσω της μείωσης του κόστους εκτροφής των σφαγίων. Παρόμοιας λογικής διαδικασίες επιτελούνται και στη φυτική παραγωγή με τη χρήση χημικών ουσιών για να ονομάσουμε μόνο δύο από τις πολύ γνωστές παθογένειες της παραγωγής τροφίμων. Αν τα τελευταία χρόνια έχουμε γίνει μάρτυρες της απόπειρας των ελίτ να παραδώσουν την υγεία εξολοκλήρου στην ιδιωτική σφαίρα, ώστε να εμπίπτει στους γενικούς κανόνες κερδοφορίας, ας μην ξεχνάμε ότι αυτό έχει συντελεστεί εδώ και χρόνια στη διατροφή, αλλά και γενικότερα στην παραγωγή, όπου οι κοινωνίες δεν έχουν πια κανέναν λόγο πάνω στα κρίσιμα ερωτήματα τι, γιατί και για ποιόν. 




1.      
     Από το ξέσπασμα της οικονομικής κρίσης το 2009, όταν φάνηκε πως ο καπιταλιστικός κόσμος έχει να αντιμετωπίσει προβλήματα που αφορούν στην ίδια την αναπαραγωγή του, και μάλιστα στην Ελλάδα σημαντικότερα λόγω της πτώχευσης του κράτους, η διαδικασία εσωτερικής στρατιωτικοποίησης των δυτικών κοινωνιών με βασικό σώμα την αναβαθμισμένη επιχειρησιακά αστυνομία έχει πάρει έναν πολύ πιο έντονο χαρακτήρα. Σχεδόν όλα τα κοινωνικά προβλήματα αντιμετωπίζονται με την παρέμβαση ή τουλάχιστον με την παρουσία της αστυνομίας. Ο τόσο λαοπρόβλητος "διάλογος" που αποτελεί τάχα τη ραχοκοκαλιά των δημοκρατιών δεν διενεργείται, ούτε πλασματικά πια, σε κανένα ουσιώδες κοινωνικό επίπεδο. Ο πολίτης έχει συνηθίσει πέρα από οτιδήποτε άλλο την παρουσία των ΜΑΤ σε οποιαδήποτε περίπτωση (Εξάρχεια, ΑΣΟΕΕ, Πανεπιστήμια, Μυτιλήνη-Χίος, Έβρος κ.λπ.) μέχρι που φτάσαμε στον απόλυτο παραλογισμό να εμφανίζονται δημοσιεύματα με τίτλο «35 περιπολικά  ρίχνονται στη μάχη κατά του κορωνοϊού»! Σε συνάρτηση με τη διαρκή χρήση εμπόλεμης ορολογίας διαμορφώνεται ένα άκρως απειλητικό περιβάλλον για τις κοινωνικές κατακτήσεις και αντιστάσεις. Χωρίς να το καταλάβουμε καν, σύμφωνα με τον πρωθυπουργό, μέσα σε μόλις 10 μήνες η χώρα συμμετείχε σε δύο πολέμους, έναν εναντίον των προσφύγων και μεταναστών που συγκεντρώθηκαν στα σύνορα προσπαθώντας να βρουν διέξοδο από τον (πραγματικό) πόλεμο και τη λυσσώδη φτώχεια και έναν ακόμη εναντίον του Covid-19. Οι πόλεμοι όμως δεν είναι λεκτικοί βερμπαλισμοί είναι δυστυχία με πολλά θύματα, κι αν στην περίπτωση των μεταναστών και των προσφύγων είναι εμφανές ποιος κερδίζει και ποιοι είναι τα θύματα, στον πόλεμο κατά του ιού δεν είναι καθόλου σίγουρο πόσα θα είναι τα θύματα, όχι μόνο της λοίμωξης, αλλά κυρίως της καπιταλιστικής πανούκλας που θα ακολουθήσει. Όταν η «εθνική ομοψυχία» κωδικοποιηθεί σε εκκλήσεις να "βάλουν πλάτη" οι εργαζόμενοι, και οι «ήρωες» αστυνομικοί του προηγούμενου πολέμου (κατά των κατατρεγμένων) επιδοθούν εκ νέου στο βασικό καθήκον τους να προστατέψουν τα αφεντικά από τους οργισμένους πληβείους με τα ΜΜΕ να τους χειροκροτούν από τα τηλεοπτικά τους μπαλκόνια θα φανεί που αποσκοπούσε όλη αυτή η πολεμοκάπηλη ορολογία: στη νίκη των αφεντικών στον ταξικό πόλεμο που μαίνεται. 




Καμιά εμπιστοσύνη στο κράτος και τη διαχείριση της κρίσης. Συμμετέχουμε σε ομάδες αλληλοβοήθειας, απλώνουμε την κοινωνική αυτοοργάνωση. Διαφυλάσσουμε την οργή μας απέναντι στην ελίτ και τα αφεντικά. Αν εμπιστευόμαστε κάποιον λιγότερο και από την ίδια την αστυνομία είναι τους δημοσιογράφους. Είναι ομοίως αδίστακτοι. Και προς Θεού μην ακούτε τους παπάδες και τη Σύνοδο είναι μεγαλύτερα καθάρματα κι από τους υπόλοιπους επιχειρηματίες! Από το λαό για τον λαό. Μόνο έτσι Η ΚΟΙΝΩΝΙΑ ΘΑ ΝΙΚΗΣΕΙ. 





1 Απρίλη 2020



Πέμπτη, 19 Απριλίου 2018

Για τα "σπαράγματα φόνων"

Σπαράγματα φόνων, Άρης Τσιούμας, 
Ναυτίλος, Φεβρουάριος 2017.

Της Ειρήνης Γαβριλάκη

Σπαράγματα, δηλαδή κομμάτια που αποσπάστηκαν βίαια και σκορπίστηκαν, ως μάρτυρες ωμοφαγικών διαδικασιών που απόμειναν μάρτυρες αυτού του βίαιου γεγονότος για να βοηθηθούν οι ιατροδικαστές που θα θελήσουν να αναπαραστήσουν τις σκηνές, να φωτίσουν το πρόσωπο των δραστών και να βρουν τις αιτίες. 

Μικρά, γιατί ό,τι απόμεινε είναι μικρό, γιατί τα θύματα είναι μικρά, γιατί κάποια κάποια εγκλήματα λογίζονται ως μικρά έναντι των μεγάλων και κραυγαλέων. Ή γιατί συχνά τέτοια εγκλήματα γίνονται παιχνίδια στα χέρια των παιδιών που τα χρησιμοποιούν κατά το δοκούν, ανάλογα. Μικρά εγκλήματα για μικρά χέρια, ως εκ τούτου. 

Δοκίμια, σε μια προσπάθεια να φωτιστούν τα αίτια (τα ποιητικά) και να εκφραστούν αιτιάσεις. Ή, πάλι, όχι. Να μην εκφραστούν, αλλά να τεθούν ως ύπαινιγμός της Ιστορίας. 

Πρόζες, για το θέατρο. 

Πεζά αρκετά ποιητικά είναι η αλήθεια, εξαιτίας του λυρισμού και του ρυθμού των πραγμάτων ή των τριγμών της Ιστορίας. 

Εποχή των δολοφόνων… 

Το βιβλίο του Άρη Τσιούμα είναι μικρό, αλλά αρχίζει με μια μεγάλη κουβέντα: ό,τι είμαστε, αυτό είναι οι πρόγονοι μέσα μας. Οι πρόγονοι που μεταφέρουν υπόγεια ως εμάς αρχές και συλλογικές εικόνες, αξίες, φόβους, αγάπες, στερεοτυπικές αναφορές, κοινωνικότητα. Οι πρόγονοι που μας μαθαίνουν να μιλάμε ή όχι, να στρεφόμαστε με εμπιστοσύνη προς τον Άλλο ή όχι, να γινόμαστε υπό την έννοια αυτή πρόσωπα ξεφεύγοντας από την παγίδα του Εγώ. Το Εγώ ως Εμείς. Μεγάλο μάθημα. Που πράγματι στηρίζεται στη γραμματική των παιδικών χρόνων. Στις μητέρες. Το βιβλίο αφιερώνεται στη μητέρα του συγγραφέα, ακριβώς, πιστεύω, γιατί οι μάνες γίνονται τα πρώτα φίλτρα προς τον κόσμο. Οι περατές μεμβράνες. Οι όχθες, ανάμεσα στις οποίες κυλά το νερό που μας παρασέρνει όλους προς τη μεγάλη δεξαμενή, δικαίους και αδίκους. 

Το πρώτο κείμενο είναι κι αυτό αφιερωμένο στη μάνα Μάγδα Φύσσα. Η απώλειά της γίνεται το αλμυρό δάκρυ μιας κοινωνίας κανονικής, οικογενειών που τρώνε μαζί, που μιλάνε μαζί, που σχολιάζουν μαζί. Το δάκρυ που αλατίζει το φαγητό μας. Η απώλεια έχει γεύση. Η κανονικότητα έχει κι αυτή γεύση. Η λύπη έχει γεύση. Η αποφασιστικότητα έχει γεύση. Αλμυρή. Από τα δάκρυα. Το άλας είναι βάση, όπως στη χημεία, της συνειδητοποίησης που οδηγεί στην αντίδραση. 

Όμως, αν δεν υπάρχει αυτού του είδους το αλάτι να δώσει χαρακτήρα σε ό,τι τρώμε (αυτό που μας σερβίρουν;), τότε εξακολουθούμε να φυτοζωούμε. Γι΄ αυτού του είδους την αντίδραση (απώλεια κι αυτή, αλλά της συνείδησης), μιλά το επόμενο εκτενές κείμενο: απενοχοποίηση. Καλοί άνθρωποι και κακές πράξεις. Κακοί άνθρωποι και καλές δικαιολογίες. Ο Άιχμαν δολοφόνος και ευπειθής δημόσιος υπάλληλος. Τρία παλληκαράκια λιμενικοί, επίσης δημόσιοι υπάλληλοι. Ναζιστικές πρακτικές και αναίμακτες συνειδήσεις, καλά προστατευμένες από τον καθωσπρεπισμό του κράτους. Ναυάγια μεταναστών και χέρια καθαρά. Και τόσο αλάτι στις θάλασσες των πνιγμένων αναξιοποίητο. Και τόσες μάνες που φτιάχνουν ανάλατα φαγητά, γιατί δεν χαλαλίζουν ένα δάκρυ που θα μάθει στα παιδιά τους εν-συναίσθηση. 

Ενσυναίσθηση: μπαίνω στα παπούτσια του άλλου. Μπαίνω στη θέση του Άλλου. Σκέφτομαι τον Άλλον με το μέσα μυαλό. Με τον πυρήνα της συλλογικής σοφίας. Αντιλαμβάνομαι τον Άλλο ως τον εαυτό μου, μέσω μηχανισμών. Συνδέομαι με αυτόν, σαν να ράβω τη σκιά του στα δικά μου πέλματα. Και μιλώ γι΄ αυτόν όπως θα μιλούσα για τον εαυτό μου. Αντιδρώ εκ μέρους του, γιατί με αφορά προσωπικά. Σ΄ αυτού του είδους την προσέγγιση χωρά μόνο το «εγώ φταίω» του Καζαντζάκη. Δεν χωρά η ελαφρά τη καρδία συγχώρηση τιμωρών, βασανιστών, φυλάκων. Γιατί όλοι αυτοί πράττουν πάνω στη δική μου ράχη. Το περιεχόμενο του τρίτου κειμένου. 

Το τέταρτο κείμενο, ξεκινώντας με μια σκηνή από τη Λίστα του Σίντλερ και ο πυρήνας του είναι η ωμότητα των αποφάσεων της εξουσίας που θέλει να επιβεβαιωθεί πάση τη θυσία, κρατώντας αλώβητη την αυθαίρετη κλίμακα. Η εκτέλεση της εβραίας αρχιτέκτονος και το παιδί που σκοτώθηκε πηδώντας από το λεωφορείο, διότι δεν είχε εισιτήριο. Τα παιδιά που ανά πάσα στιγμή θα μπορούσαν να είναι στη θέση του. Διάφορα παιδιά από διάφορα περιβάλλοντα, από περιβάλλοντα με διαφορετικής κουλτούρας κοινωνικής ή πολιτικής. Απλώς παιδιά, στα παπούτσια της εφηβείας των οποίων κανείς δεν μπήκε στον κόπο να μπει και να κατανοήσει, γιατί ήταν πιο εύκολες οι στερεοτυπικές, ρηχότατες εξηγήσεις. Γιατί όλοι, αντί να σκεφτούμε αιτίες, αιτιώμεθα. Και μετά γινόμαστε εργαλεία διατήρησης της φτιαχτής κλίμακας και της καθωσπρέπει εκδοχής της καθημερινής ζωής και της Ιστορίας. Δυνάμει δολοφόνοι. Δυνάμει δικαστές. Δυνάμει ιερείς που παραπαίουμε ανάμεσα στο καλό γούστο κι ένα δίκαιο στα μέτρα μας. Δίκαιο – ξύλινο παλτό μιας κοινωνίας που παθαίνει χωρίς ενσυναίσθηση. Το περιεχόμενο του τέταρτου κειμένου. Και το περιεχόμενο του δέκατου που απέναντι σε όλα αυτά προτείνει την αναρχία ως τον μηχανισμό αυτοσυντήρησης… 

Το πέμπτο κειμενάκι, είναι γεμάτο εικόνες: η αλλοτινή Τούμπα, οι γειτονιές, η αλληλεγγύη, οι αφηγήσεις των ξένων της Θεσσαλονίκης, Οι πρώτοι ξένοι που δεν δέχτηκε κανένας. Τα παραπήγματα και η θλιβερή ζωή η γεμάτη πάλεμα. Οι δικοί μας μετανάστες στη Γερμανία υπό την πίεση της Ανάγκης. Μνήμες. Ασφαλτοστρωμένη καθημερινότητα με μπετόν καθαριότητας, μετά και αυτόκλητοι γηγενείς που επιλέγουν με τη σειρά τους ποιος θα μείνει στη γειτονιά τους. Άλλο ένα μάθημα ενσυναίσθησης βγαλμένο από τη ζωή. Και πού να κρυφτείς από τις αναμνήσεις και την Εγω-Ιστορία; Ας μην κρυφτείς. Εξάλλου, από πάντα η χωματερή είναι το καταφύγιο του ρατσισμού, κι η μισαλλοδοξία ο πολιτισμός των σκουπιδιών, μας λέει ο Άρης. 

Το έκτο κείμενο είναι ποιητικό, όχι γιατί είναι γραμμένο σε στίχους και έχει τον ρυθμό του ποιητικού έργου, αλλά γιατί περιγράφει ανθρώπους που είναι ποιητικοί, επειδή τόλμησαν να εκφραστούν εκτός πεπατημένης, διαφορετικά. Επειδή αρνήθηκαν να χορογραφήσουν το νανουριστικό τέμπο της κοινωνίας. Επειδή ξεκόπηκαν από τα επικά και μεγαλοσχήμονα και συνέθεσαν μια μουσική γεμάτη κρότους. Όπως και το έβδομο. Ποιητικό κι αυτό, γιατί θέτει ερωτήματα γεμάτα αγωνία (δεν είναι λυρισμός η αγωνία;). Γιατί ταυτίζεται με την αποφασιστικότητα της παιδικής ηλικίας να επιμηκύνει τον χρόνο. Οι τίτλοι και των δύο περιέχουν τη λέξη εκλογή. Εκλογή που έκαναν. Εκλογή που αποφάσισαν ότι τους ταιριάζει. Εκλογή που δεν συνάδει ντε και καλά με τη Δημοκρατία (ο τίτλος του όγδοου κειμένου), καθώς υπάρχει τεράστια απόσταση μεταξύ σημαίνοντος και σημαινόμενου… 

Το ενδέκατο κειμενάκι, συμπληρώνει το προηγούμενο, αυτό στο οποίο η αναρχία σωματοποιεί το πάθος για τη ζωή. Ο συγγραφέας θεωρεί ότι πρέπει να ελευθερωθεί η φωνή των ανθρώπων, αφού «πατήσουμε πάνω στα κεφάλια των βασιλιάδων», δηλαδή πάνω στις στρατηγικές σκέψεις των ασκούντων την εξουσία. Γιατί έτσι θα πάψουν να υπάρχουν όλα τα δίπολα της απάνθρωπης πλευράς της Ιστορίας και άνθρωποι που αδειάζουν κάθε απόγευμα. Πατώντας «στα κεφάλια των βασιλιάδων» επιτίθεται κανείς και σε αυτούς που αποφάσισαν να είναι υπήκοοι. Έτσι λέει ο Άρης στο επόμενο μικρό κείμενο με τίτλο «Βασιλιάς». Και πιο κάτω, στο επόμενο κείμενο, δηλώνει πως δεν πρέπει να αντικατασταθούν οι κάθε λογής «Βασιλείς», γιατί το παιχνίδι της εξουσίας μεταμορφώνει τους επαναστάτες σε εξουσιαστές, νομοτελειακά. Στο «Άρμα του Ήλιου» μάλιστα γίνεται ξεκάθαρος, επιμένοντας στην υπέρβαση των φόβων, στη δράση. Τα ρήματά του είναι ενεργητικά: πρόσταξε, άρπαξε, μαστίγωσε, ξύπνα. Με έμφαση στο «ξύπνα», γιατί καμιά φορά τα όνειρα αποκοιμίζουν… 

Στα τελευταία κείμενα, ο Τσιούμας γίνεται γρήγορος, σαν να θέλει να μοιραστεί τη λύση του με τον αναγνώστη. Ασθμαίνων, με μικρές φράσεις, εικόνες - τομές και λέξεις γεμάτες αίμα, φορτισμένες στο «Ψυχή βαθιά». Σχεδόν μονολεκτικός. Ολιγόλογος στο «Έθνος» που ταυτίζεται μ΄ εκείνο «το άνοιξε, εγώ είμαι», στο θυροτηλέφωνο, που πολλαπλασιάζεται. Επιγραφικός στον «Φασισμό», χωρίς πολλές κουβέντες: «Ο φασισμός είναι η ανακήρυξη του εμφυλίου στα σπλάχνα του ανθρώπινου είδους». Ξεκάθαρος πιο κάτω ακόμα: στην πολιτική δεν υπάρχουν αθώοι». Σαρκαστικός στη σκιαγράφηση της διαφοράς μεταξύ Δημοκρατίας και φασισμού. Υπομνηματικός ως προς την κυριακάτικη αργία, με αναφορά του σχετικού διατάγματος του 1893. Δωρικός και δηκτικότατος στη «Βαβέλ» ως προς την περιγραφή της εξουσίας που προφυλάσσει τον εαυτό της. 

Αν θα διάβαζα ένα ποίημα της μικρής αυτής συλλογής των μεγάλων-μικρών, σύνθετων-απλούστατων νοημάτων, καμβά της ανθρωπιστικής, κοινής λογικής, θα διάβαζα το ποίημα «Άγνωστο πώς». Γιατί με συγκινεί η ομφαλοσκοπική ανθρωπότητα-παιδί που δεν λέει να ωριμάσει. Που παίζει σαν παιδί με την Ιστορία και τζογάρει στον εαυτό του. Θα διάβαζα το ποίημα αυτό για τη χρήση της λέξης «ανθρωπινότητα» και τη φράση «ό,τι λείπει, λείπει». Για το όνειρο του καταφυγίου εν μέσω των εχθροπραξιών. Για την ειρήνη που αποτελεί την τελευταία κουβέντα του κειμένου, σε ένα λεκτικό περιβάλλον αντιφατικό. Εν ολίγοις εκεί βρίσκω την ποίηση, κύριε Καρούζο: στον πόλεμο με τις αντιφάσεις και τη νοσταλγία, όπως στο προτελευταίο κείμενο με το κόκκινο αυτοκινητάκι. 

Οι δυο-τρεις τελευταίες σελίδες είναι ένα ημερολόγιο-ωρολόγιο, με άξονα το Ορφανοτροφείο: η ιστορία του διαχρονικά και ταυτόχρονα η Ιστορία που αυτοαναιρείται ώρα με την ώρα, μέσα από τις ανάλγητες επιλογές των εσαεί και από άποψη επιλησμόνων. 

Να το διαβάσετε, αυτό το βιβλιαράκι, διότι δεν είναι διδακτικό. Είναι η προσωπική κραυγή ενός ανθρώπου που θέλει να κάνει, γιατί δεν μπορεί άλλο μόνο να βλέπει. Που θέλει να πει ονόματα ουσιαστικά μόνο. Που ξεχωρίζει τις προθέσεις σε κύριες και καταχρηστικές. Που προσπαθεί να καθαρίσει τη γλώσσα του από το χατζηαβατικό ιδίωμα. Που σκέφτεται και γράφει. Που ισορροπεί μεταξύ λυρισμού και Επανάστασης, γνωρίζοντας ότι το ένα δεν αποκλείει το άλλο. Το αντίθετο: το ένα προϋποθέτει το άλλο, καθώς, αν θυμηθούμε και νοσταλγήσουμε την Εδέμ, θα την κερδίσουμε.


[Το κείμενο δημοσιεύτηκε στο πρώτο τεύχος της
Αναρχικής Πολιτικής Επιθεώρησης "Μαύρο & Κόκκινο", 

Δεκέμβρης 2017 | εκδόσεις Ναυτίλος]




Πέμπτη, 29 Μαρτίου 2018

Αυτοί τουλάχιστον ηττήθηκαν στον δικό τους πόλεμο! (Λίγα λόγια για το "Μέσα στην Ομίχλη" του Abel Paz)


Μέσα στην ομίχλη, ελευθεριακές εκδ-
όσεις ναυτίλος, Δεκέμβρης 2016
Αυτοί τουλάχιστον ηττήθηκαν στον δικό τους πόλεμο˙ και μόνο έτσι μπορούμε να σκεφτούμε τους ισπανούς πρόσφυγες, ως χαρούμενους ανθρώπους, μέσα στις τρομερές κακουχίες που έζησαν. Ο πόλεμός μας, είναι μια φράση που χρησιμοποιεί συχνά ο Abel Paz, επίσης είναι μια φράση που δύσκολα μπορούν να χρησιμοποιήσουν πολλοί ακόμη, από τα μιλιούνια των εκπατρισμένων προσφύγων. Συνήθως ο πόλεμος που τους δείχνει τον δρόμο της φυγής δεν είναι δικός τους, αυτοί είναι οι υπομένοντες τα παιχνίδια εξουσίας των μεγάλων και μικρότερων παικτών. Το βιβλίο αυτό όμως, το τρίτο από τη σειρά των τεσσάρων τόμων μέσα από τους οποίους ο συγγραφέας μοιράζεται τις αναμνήσεις του, δεν είναι για τον πόλεμο˙ ο πόλεμος –τουλάχιστον αυτός με τα όπλα- έχει τελειώσει προς ώρας, η ελπίδα για έναν άλλο κόσμο, ισότητας κι ελευθερίας, έχει ηττηθεί προσωρινά, κι αρχίζει ένας καινούργιος πόλεμος, μια άλλη ζωή που μοιάζει με μια ανυπόφορη επιβίωση, ενάντια στην οποία αγωνίστηκε μέχρι ενός ο λαός της Ισπανίας, ο αναρχικός ανθός. 

Η μοίρα των ηττημένων που δεν έπεσαν στη μάχη είναι πάντα η ίδια, η μοίρα του πρόσφυγα είναι κοινή: στρατόπεδα συγκέντρωσης, βλέμματα πίσω από σύρματα, διάχυτος ρατσισμός, μπλόκα μπάτσων, ένστολος τρόμος, πόνος, δυστυχία, μιζέρια και θάνατος. Στην περίπτωση των Ισπανών προσφύγων του εμφυλίου η μοίρα σφραγίζεται από μια έννοια: εκδίκηση. Η εκδίκηση της συντηρητικής Ισπανίας, της Ιεράς εξέτασης των ηγουμένων, της Guardia Civil, των στρατοκρατών, η εκδίκηση της προοδευτικής Γαλλίας, των σοσιαλιστών του Λέον Μπλούμ, η εκδίκηση των αστών δημοκρατών του Συμφώνου της Μη Επέμβασης, η εκδίκηση των ναζιστών της ‘Λεγεώνας Κόνδορ’ και των φασιστικών ταγμάτων του Μουσολίνι, η εκδίκηση των σταλινικών της GPU και των μονάδων του Λίστερ, η εκδίκηση των αφεντικών της Canadiense, της Telefonica κι όλων των αφεντικών του κόσμου, η εκδίκηση των γαιοκτημόνων. Αυτοί ήταν οι εχθροί του αναρχικού λαϊκού ξεσηκωμού που πυροδότησε το μεγαλύτερο κοινωνικό πείραμα της ανθρώπινης ιστορίας, μιας ιστορίας των καταπιεσμένων, που είναι το αντίθετο της κυρίαρχης ιστορίας, δηλαδή το αντίθετο ενός χρονολόγιου φονιάδων.

Με μόνους συμμάχους τους, την αλληλεγγύη, τον αλληλοσεβασμό, τη συνεργασία και τη συντροφικότητα κατόρθωσαν οι άνθρωποι αυτοί να σταθούν στην τρομερή εξορία. Όπως φυσικά και η αναλλοίωτη πίστη τους στον άνθρωπο, άλλωστε τι είναι ο αναρχισμός, αν όχι η πολιτικοποιημένη έκφραση της πίστης στην ανθρώπινη δυνατότητα; Ταυτόχρονα, όπως αναφέρει ο Paz, η πίστη στον εαυτό τους, τους κράτησε ζωντανούς και ενωμένους, μέσα στα στρατόπεδα συγκέντρωσης, στα τάγματα εργασίας, στο κυνηγητό. 

Αρκετά έχουν γραφτεί για τον πόλεμο, την επανάσταση ακόμη και για την αντίσταση στον Φράνκο, τι έγιναν όμως όλοι αυτοί οι άνθρωποι μετά τη μεγάλη έξοδο; Ο Abel Paz περιγράφει με μια γλώσσα που σε κάνει να γελάς, ενώ διηγείται μια φριχτή κατάσταση μισανθρωπισμού. Είναι η γλώσσα που καταφάσκοντας με πείσμα στη ζωή κοροϊδεύει τον πανταχού παρόντα θάνατο. Είναι κι αυτό τόσο σπουδαίο, αν αναλογιστούμε ότι αυτές οι αναμνήσεις, διαλεγμένες και αναφερόμενες σε συμβάντα 80 χρόνια πριν στα Πυρηναία, τη Βαρκελώνη και τη Μασσαλία, μπορούν εύκολα να μπουν στα χείλη ενός πρόσφυγα που περιγράφει εικόνες θανάτου στον Έβρο, το Αιγαίο, την Ειδομένη, τα Διαβατά. 

Ταυτόχρονα όμως, οι αναφορές στον αγώνα, την αλληλεγγύη και τη χαρά που έμεινε άθαφτη, που δεν πνίγηκε στα εκτελεστικά αποσπάσματα του φασισμού και δεν εξουθενώθηκε στα τάγματα εργασίας της Δημοκρατίας και πάλι θα μπορούσαν να μπουν στα χείλη ενός μετανάστη, ο οποίος θα περιέγραφε εικόνες από το Ορφανοτροφείο, τη Νοταρά, το Σχολείο…

Και η μνήμη σταθερά σαν πυξίδα προϋποθέτει νέους αγώνες, δίνει κατεύθυνση σε έναν δρόμο άσωτο, που ανοίγει περπατώντας.


Του Άρη Τσιούμα, 
όπως δημοσιεύτηκε στο πρώτο τεύχος 
της Αναρχικής Πολιτικής Επιθεώρησης 
"ΜΑΥΡΟ & ΚΟΚΚΙΝΟ" (Δεκέμβρης 2017)





Παρασκευή, 23 Μαρτίου 2018

Για τον Θάνο Ανεστόπουλο | Διάφανα Χρόνια

Το παρακάτω κείμενο διαβάστηκε στην παρουσίαση του βιβλίου του Θάνου Ανεστόπουλου "Διάφανα Χρόνια" που πραγματοποιήθηκε το Σάββατο 17 Μάρτη στο "Cabaret Voltaire" στην Αθήνα. 

του Άρη Τσιούμα




Να θυμόμαστε τη θνητότητά μας! Το ‘χε τονίσει κι αυτό ο ποιητής δίνοντας αυτόν τον τίτλο σε μια έκθεση ζωγραφικών του έργων. Η ιστορία ωστόσο των ποιημάτων που έμελλε να γίνουν τα Διάφανα Χρόνια είναι αλήθεια ότι δεν έλαβε υπ’ όψιν της αυτή τη σοφή συμβουλή. Και να τι εννοώ: ήταν κάπου στο 2012 όταν αφού είχαμε πια γνωριστεί και προσωπικά με τον Θάνο -και λέω και προσωπικά καθώς εγώ τουλάχιστον τον είχα γνωρίσει μουσικά από τα πολύ νεανικά δεκατέσσερα χρόνια μου- ήταν λοιπόν εκείνη την περίοδο που ανέβαινε σταθερά στη Θεσσαλονίκη και παρακολουθώντας τον να ανεβάζει στη σελίδα του σε κοινωνικό δίκτυο κάποια ποιητικά αποσπάσματα του πρότεινα τη συγκέντρωση των ποιημάτων, τη διαλογή και την έκδοση μιας ποιητικής συλλογής. Αυτήν την ιδέα ο Θάνος την υποδέχτηκε με τον νομίζω χαρακτηριστικό ενθουσιασμό του, όταν επρόκειτο για μια νέα δημιουργική έκφραση, είτε αυτή ήταν μια ζωντανή εμφάνιση, ένας δίσκος. Τώρα λοιπόν ήταν ένα βιβλίο. Αργά – αργά λοιπόν ξεκίνησε η συγκέντρωση του υλικού που μου έστελνε ο Θάνος, διάφορες ιδέες έπεφταν στο τραπέζι ώστε να συνοδευτεί το βιβλίο με ένα μουσικό δισκάκι ή να ενσωματωθούν μια σειρά από ζωγραφιές στις σελίδες του. Τώρα που γυρνάω πίσω να θυμηθώ καταλαβαίνω ακόμη καλύτερα τα λόγια που έγραψε ένας φίλος πρόσφατα με αφορμή μια ακόμη απώλεια: «μέσα στη ρουτίνα μια βαρετής σε περιόδους καθημερινότητας ένας απροσδόκητος χαμός μας φωνάζει ότι δεν πρέπει να αφήνουμε λόγια ανείπωτα και έργα μισά, δεν πρέπει να χαρίζουμε τίποτα στους εχθρούς μας και δεν πρέπει να είμαστε φειδωλοί με τους φίλους μας. Γιατί είμαστε κι εμείς κι αυτοί θνητοί». Τα ποιήματα που έκαναν τα Διάφανα Χρόνια να υπάρξουν έφτασαν στα χέρια μου περίπου στο τέλος του 2013. Η ζωή ήταν ανέφελη και οι ρυθμοί μας ράθυμοι. Παρόλα αυτά ο Θάνος είχε προλάβει να ανακοινώσει στα κοινωνικά δίκτυα την έλευση του βιβλίου με τίτλο «Απ’ όλους τους πιο όμορφους δρόμους που διέσχισα…εσύ». Η διακοπή της συνεργασίας μου με τον εκδοτικό που θα αναλάμβανε την έκδοση, αλλά και δυσκολίες ή καθυστερήσεις σε σχέση με την ακριβή αποτύπωση των ζωγραφικών έργων και φυσικά περισσότερο από οτιδήποτε άλλο η ασθένεια του Θάνου, ήταν οι λόγοι που αυτό το βιβλίο είναι το πρώτο που δεν το είδε και δεν το επιμελήθηκε ο ίδιος. Το βάρος ευθύνης για μια τέτοια δουλειά σε καμία περίπτωση δεν θα μπορούσαμε να το αναλάβουμε αυθαίρετα μόνοι μας. Ένα γύρισμα της τύχης ωστόσο μας επέτρεψε να έρθουμε σε επαφή με την οικογένεια του Θάνου, η οποία από την πρώτη στιγμή όχι μόνο μας επέτρεψε να πραγματοποιήσουμε την έκδοση αλλά ουσιαστικά μας υποστήριξε εξ ολοκλήρου σε αυτή την επιλογή.



Μετά από αρκετή σκέψη λοιπόν αποφασίσαμε να τυπώσουμε τούτα τα αδημοσίευτα ποιήματα ώστε να τα περισώσουμε από το σκοτάδι της λήθης. Τώρα πια που το βιβλίο έχει φτάσει σε τόσους πολλούς ανθρώπους, που όχι μόνο το αγάπησαν αφού είδαν ξανά τον Θάνο να ζωντανεύει ανάμεσα μας, αλλά αισθάνομαι ότι το είχαν πραγματικά ανάγκη σκέφτομαι ότι θα είχα διαπράξει ένα σοβαρό σφάλμα, στη μνήμη του ανθρώπου που έπλασε τόσες αναμνήσεις και πάθη σε ολόκληρη τη ζωή μου, εάν κρατούσα τα γραπτά του στα ηλεκτρονικά ντουλάπια του υπολογιστή, μακριά από τα βλέμματα των ανθρώπων που τον συντρόφευσαν σε κάθε του ανήσυχη διαδρομή. 


λέει κάπου μέσα στο βιβλίο ο ίδιος: 


η ζωή μου δεν έμελλε ούτε θέλησα να είναι ήσυχη. 
Κι ας με ταπείνωνε 
Η λιμοκτονία μου για αγάπη. 
Απ’ το όνειρο σχεδόν πάντα μου απέμενε 
Μια κουβέρτα με μπαλώματα 
Που συνέχεια αυξάνονταν, 
Να κρύβει τις μάταιες μικρές σιωπές 
Των βαριών ξυπνημάτων. 
Ίσως 
Αν κάποτε θυμηθώ ότι έζησα 
Ίσως να υποκύψω στη ζωή 
Ίσως τότε 
Η αίσθηση του ανεκπλήρωτου 
Να μην μπορεί να μετράει 
Ως 
Πεπρωμένο. 

(Η αίσθηση Του Ανεκπλήρωτου, σ. 17, Διάφανα Χρόνια)

Για τούτη τη ζωή ποιος να μιλήσει και με ποιες λέξεις; Γνωρίζω καλά όπως λένε ότι η γλώσσα είναι πλούσια και μάλιστα αυτή που έτυχε εμείς σε αυτή τη γωνίτσα του κόσμου να μιλούμε. Κι όμως ποτέ δεν αισθάνθηκα φτωχότερες τις λέξεις. 

Ζηλεύω γι’ αυτό τους μουσικούς. Σχεδόν τους φθονώ. Μπορούν να εκφράσουν με τις νότες τους κι εκείνα τα μαγικά τους όργανα όσα δεν θα καταφέρω ποτέ να σας πω. Σε ποια αστείρευτη δεξαμενή γραμμάτων να ψάξω, να διαλέξω για να περιγράψω έστω ένα τόσο δα κομματάκι αυτών που με κατακλύζουν. Στα δεκαπέντε ολομόναχος σε ένα μπαρ να περιμένω, οι φίλοι βλέπεις δεν άκουγαν «τέτοια πράγματα», δεν τους κακίζω, αλλά είναι κρίμα που δεν μπόρεσαν να δουν πως μάγεψαν όλα δίπλα μου μέσα σε κείνο το σκοτεινό δωμάτιο και μετά εκείνη η εξοντωτική βροχή στη Λητή κι η αποθηκούλα κάτω από τη σκηνή, το φως στο κερί, ο Θάνος με μια κιθάρα κι εμείς μούσκεμα μέχρι το κόκκαλο, τα κορίτσια που κοιτούσαν φευγαλέα πάνω από τα τραγούδια, ανάμεσα στους στίχους και καθρεφτίζονταν στα λαθραία μπουκάλια μας, τα playlist και το πρώτο ρίγος όταν στο δρόμο φαινόντουσαν φρεσκο-κολλημένες οι αφίσες της συναυλίας, όπως τις χάζευες πίσω από το θολωμένο τζάμι του λεωφορείου… 

Δεν γίνεται να εκφραστεί ο πλούτος των συναισθημάτων για τον άνθρωπο, τον ποιητή, τον μουσικό, τον ζωγράφο, τον φίλο. Όσοι αγάπησαν τη φωνή, την πένα, το κάρβουνο που τόση ζωή τους φόρτωσε ο Θάνος ξέρουν δεν βρίσκονται οι λέξεις, κι αυτή ακόμη που κυνηγά αιώνια ο ποιητής, αυτή που δεν ειπωθεί, θα συνεχίσει να διαφεύγει λυπητερή και πολύτιμη… 

Κουράστηκα στην άκρη της αγκαλιάς σου 
Κρεμάμενος 
απ’ την επιφύλαξη 
να αφεθούμε σε μνήμες χορτασμένες 
από ένσημα βαρέων ανθυγιεινών ερώτων 
Κουράστηκα 
να προφέρω τα ονόματά μας 
κρυφά 
απ’ τις φωτογραφίες σου 
που 
με κοιτούν θολές απ’ το πάτωμα 
Θέλω να κοιμηθώ βαθιά. 
Γαλήνια. 
Χωρίς τον φόβο των ερειπίων. 
Στο κοιμητήρι μου 
να ακούγεται 
η ανάσα μου θεραπευμένη. 
Κι όχι σαν κόχλασμα 
απ’ την κόλαση. 
Είμαι έτοιμος; 
Καληνύχτα δύσθυμη νύχτα 
Μαζεύω τα γύρω μου 
να τα πνίξω στη λήθη 
αυτού του Μαρτιάτικου ύπνου. 
Εμένα θα με ξανάβρω 
«εν τω μέσω της νυχτός» 

Αύριο 
θα ασχοληθώ με την κούραση 
απ’ τις βροχές 
που μου έτυχαν… 

(Βαρέα Ανθυγιεινά, σ.36, Διάφανα Χρόνια) 

49 στροφές της γης γύρω απ’ τον ήλιο πολύ λίγες μα πρόφτασες με χίλιους τρόπους να τραγουδήσεις τη ζωή. Φίλε, σκέφτομαι τελικά για να μη συνηθίσουμε την απώλεια πρέπει να μη συνηθίσουμε και τη ζωή μας αλλά να τη ζήσουμε πραγματικά, να την ποτίζουμε καθημερνά να την ποτίζουμε με έρωτα κι αλήθεια. Είναι αυτό που ήρθαμε απόψε να κάνουμε εδώ. Ήρθαμε να θυμηθούμε τον ορίζοντα του μέλλοντος ενώνοντας τα σημεία που μας έδωσες, καρδιές σαράβαλες και σπαράγματα ευτυχίας, μια άγρια ευωδιά, ένα αγαπώ αφετηριακό και μια αγάπη προσκλητική, ολόκληρη η ζωή δική σου και δική μας…διάφανα χρόνια.

Δεν σε χαιρετώ μα σου γράφω μνήμες ως την επόμενη φορά που θα συναντηθούμε 

Κυλάνε στέρφες, οι ώρες, και ανάξιες 
χλωμές Κυράδες με ακάλυπτους γλουτούς 
οι προσμονές καγχάζουνε τη θέληση ανόσιες
βγάζουν τη γλώσσα τους στους όμορφους καιρούς

συνθλίβει η σκέψη το λίγο χρόνο, η νιότη 
αμέριμνη εξατμίζεται το απόγευμα 
κι ο χρόνος άπρεπα πάντα θυμίζει ότι 
ειν’ η ζωή μας σύγνεφο που χάνεται στο λιόγερμα.

Κι είναι αιώνια όμορφα τα περασμένα χρόνια
σαν στάζει από τη μνήμη μονάχα κεχριμπάρι, 
στερνή φορά που σ’ είδα σ’ ένα όνειρο από χιόνια 
φορτίο βαρύ, θύμησες πράες, απ' του μυαλού τ' αμπάρι.

εδώ ολόκληρη η παρουσίαση του βιβλίου και το μουσικό αφιέρωμα.