Κυριακή, 26 Ιουνίου 2011

Πάμε...Απεργία, κείμενο ανάλυσης για τους αγανακτισμένους και το εργατικό κίνημα

του Άρη Δ. Τσιούμα

Εισαγωγικά

Η συντριπτική κατάρρευση[1] της σοσιαλδημοκρατίας, ως βιοπολιτικό πλαίσιο διαχείρισης του καπιταλισμού, γέννησε συνέπειες οι οποίες τώρα χάσκουν γυμνές μπροστά στα μάτια του «πλήθους[2]».

Το ολοκληρωτικό πλαίσιο της νεοφιλελεύθερης εφαρμογής που οριοθετεί την περίοδο της κρίσης -το ταιριαστό άλλο μισό της σοσιαλδημοκρατικής διαχείρισης σε καιρούς ανάπτυξης[3]- εξήγησε σεπτά στον κόσμο της εργασίας ότι πλέον δεν υπάρχει τίποτε για διαπραγμάτευση. Εάν φαινόταν άδικη η μισθωτή σκλαβιά η νέα συνθήκη ορίζει την άμισθη σκλαβιά της ανεργίας σαν μεσοπρόθεσμο στάδιο στην «κατάκτηση» της κοινωνικής ζούγκλας του επελαύνοντος κεφαλαίου[4]. Η παραδοχή της καπιταλιστικής συνθήκης, ως μονόδρομου από την πλειοψηφία του προλεταριάτου της Δύσης την περίοδο που μόνος σύμβουλος φάνταζε η καταναλωτική νιρβάνα και οι καπιταλιστικές υποσχέσεις για παντοτινή ευμάρεια[5], είχε σαν αποτέλεσμα την συντριπτική ήττα του επαναστατικού εργατικού κινήματος και προσδιόρισε τελείως αρνητικά το πρόσημο της ταξικής πάλης για τους εργαζόμενους.


Αυτή η συνθήκη υπήρξε το πάτημα για την νεοφιλελεύθερη έκφραση του «δεν υπάρχει τίποτα για διαπραγμάτευση» που αγκαλιάστηκε από την απαραίτητη φιλοσοφική ανακοίνωση του «τέλους της ιστορίας». Η αδυναμία των Συνδικάτων να υποστηρίξουν σήμερα πια, ακόμα και αυτόν τον ρεφορμιστικό τους χαρακτήρα κερδίζοντας έστω και το ελάχιστο από τα αφεντικά για να το αποδώσουν στους εργάτες άδειασε μεμιάς τους μαζικούς κοινωνικούς φορείς από νόημα…κι από κόσμο. Έχοντας απωλέσει τον επαναστατικό τους χαρακτήρα από καιρό, τώρα χάνανε και τον ρεφορμιστικό- διεκδικητικό τους χαρακτήρα.

Προς το νέο καπιταλιστικό ολοκληρωτισμό του μονόδρομου και της απομόνωσης

Τα μεγάλα συνδικάτα μπορεί σίγουρα να μην αποτελούσαν μεταπολεμικά, τα καπιταλιστικά φόβητρα, όπως αυτά των πρώτων δεκαετιών του 20ου αιώνα αλλά παρείχαν την δυνατότητα έστω και σε ελεγχόμενα θεσμικά πλαίσια την αλληλεπίδραση των εργατικών μαζών. Ο φόβος ότι μια κρίση ή έστω μια μερική διεκδίκηση μαζικού χαρακτήρα θα μπορούσε να φέρει την μειοψηφική μεν αλλά υπαρκτή, ριζοσπαστική ταξική κι ακηδεμόνευτη πολιτική στο προσκήνιο (βλέπε φοιτητικό κίνημα 2006-2007) από παλιότερα αποτελούσε ένα πρόβλημα της καπιταλιστικής ελίτ. Οι κοινωνικοί θεσμοί της ταξικής αποσυμπίεσης και της κοινωνικής αφομοίωσης που δημιούργησε το «καθυστερημένο» σοσιαλδημοκρατικό κεκτημένο έπρεπε να αναδιαμορφωθούν σε ολοκληρωτική βάση. Έτσι πλέον αναδείχθηκαν τα ΜΜΕ σαν η νέα «βιομηχανική ζώνη» της ελίτ που θα παρήγαγε χωρίς ρίσκο τη νέα συναίνεση, που στο νέο μοτίβο-μονόδρομο της καπιταλιστικής ολοκλήρωσης σε διεθνές επίπεδο εξελίχθηκε στην τεράστια ιδεολογική επίθεση της αστικής τάξης για νοοτροπιακό έλεγχο των λαϊκών στρωμάτων με στόχο τον ενταφιασμό του ταξικού ανταγωνισμού και των ριζοσπαστικών φορέων που διατηρούσαν την προοπτική του. Συνεκδοχικό παράγωγο της μεταμοντέρνας εξουσιαστικής εξατομίκευσης του λόγου, της απομόνωσης δηλαδή της δημόσιας άρνησης σε ατομικό επίπεδο ήταν η συλλογική απομόνωση των ριζοσπαστικών οργανώσεων αφού με την διάλυση των κοινωνικών οργανώσεων αυτές μένανε χωρίς ακροατήριο. Η δημιουργία νέων αντιστάσεων σε έναν κόσμο που όλοι αγανακτούν με ότι νιώθουν να τους συμβαίνει αλλά αγνοούν τι σκέπτεται ο διπλανός στo εργοστάσιο, στο σχολείο στη γειτονιά φαντάζει μια πολύ-πολύ δύσκολη υπόθεση. Πολύ περισσότερο φυσικά όταν η αγανάκτηση εκδηλώνεται με μούτζες που εκτοξεύονται από τον καναπέ στην ΤV αντανακλούν στο γυαλί και επιστρέφουν στον…δικαιούχο.

Κι όμως…η γη γυρίζει[6].

Αυτό το ανυπέρβλητο φαινομενικά κενό κάποιος έπρεπε να το ξεπεράσει. Αυτό ήρθε να κάνει σε πλήρη αντιστοιχία με την εποχή και τις συνθήκες το «αγανακτισμένο πλήθος». Ελλείψει άλλου, οι αγανακτισμένοι κατέλαβαν ένα «γεωπολιτικά» μεγάλο κομμάτι του δημόσιου χώρου και του ανοργάνωτου δημόσιου λόγου. Το πρόβλημα της ενημέρωσης του «τι περίπου σκέφτονται και οι άλλοι» μοιάζει να λύθηκε, προσωρινά. Μαζί και η αδυναμία συνάθροισης που έκανε τις όποιες συναθροίσεις να μοιάζουν γραφικές, λόγω της αναντιστοιχίας του όγκου τους με το βάρος των πολιτικών γεγονότων[7]. Και κάπου εδώ μοιάζουν να τελειώνουν οι προσφορές του «αγανακτισμένου πλήθους» στο λαϊκό κίνημα.

Αντιφάσεις και Παραθλάσεις από το γιατί, στο “Τι να κάνουμε”.

Όπως όλες οι διαδικασίες ενέχουν το πρωτότυπο ενέχουν και την φάρσα. Όλα τα κινήματα μπορούν δυνητικά να κυοφορήσουν το νέο σίγουρα όμως στο σώμα τους παρασιτεί το παλιό. Πολλοί γηραλέοι αριστεροί, κυρίως, και λοιποί συνοδοιπόροι των επαναστατικών πρωτοποριών αναρωτήθηκαν γιατί κατάφεραν οι αγανακτισμένοι να πετύχουν αυτό που χρόνια ολάκερα προσπαθούν με πείσμα να πετύχουν οι ίδιοι, να κατεβάσουν τον κόσμο στην πλατεία. Κι όμως αυτό σήμερα φαντάζει το πιο λογικό.

Σε ποιόν ιδεολογικό πόλεμο νίκησε οποιαδήποτε πτυχή του σοσιαλιστικού φάσματος το τελευταία 30 χρόνια; Ποιο γάντι σήκωσε με τους όρους του[8], πoιό κίνημα; Ποιος συγκρούστηκε «χωρίς αύριο» με όλους τους θεσμούς ενσωμάτωσης και της εξουσιαστικής αναπαραγωγής; Ας μην γελιόμαστε, κανείς. Ακόμα και οι πιο ορκισμένοι εχθροί του καθεστώτος στην καλύτερη περίπτωση φανήκαν αποσπασματικοί, μοιάζουν σαν μικρές καρικατούρες οπορτουνισμού. Το ΚΚΕ αρνείται μνημειωδώς ότι η ΕΣΣΔ κατέρρευσε, ο ΣΥΝ το πρωί συζητά με τη ΓΣΕΕ από τις θεσμικές θέσεις του συνομιλητή και το βράδυ τα «καμουφλαρισμένα» στελέχη του ρίχνουν μούντζες στους θεσμούς ως άλλοι αγανακτισμένοι. H εξωκοινοβουλευτική αριστερά αλλάζει πολλοστή φορά όνομα[9]. Παράλληλα βάζει τους «ευάριθμους» φοιτητικούς της κύκλους, να γλείφουν το άλλο μισό της συμπλεγματικής της μιζέριας, που εκφράζεται με μια άνευ όρων αποθέωση της μάζας, και φυσικά κάνει περιφρούρηση του ειρηνικού χαρακτήρα των διαδηλώσεων. Οι λενινιστικές και φυσικά μέχρις εσχάτων αποφασισμένες αλυσίδες της επαναστατικής αριστεράς θα τοποθετηθούν ανάμεσα στις καντίνες της πλατείας και τα χειμερινά ανάκτορα[10].

Το αντικοινωνικό κομμάτι του μηδενισμού[11] ας πληρώσει με τη θέα των γαλανόλευκων σημαιών την πυκνή ενασχόληση του επί 30 χρόνια τώρα με τα ανήλιαγα υπόγεια των ελιτιστών συνωμοτών.

Τέλος όσοι δεν πρόφτασαν να χτίσουν τον ταξικό ακηδεμόνευτο πόλο στο εργατικό κίνημα για να ξαναπάρουν τα Συνδικάτα και τα Σωματεία τον πραγματικό χαρακτήρα του κυττάρου της επαναστατικής έκφρασης της εργατικής τάξης θα πρέπει αύριο να καταβάλλουνε διπλό κόπο για να πείσουν τους εξαθλιωμένους να μην επιστρέψουν δριμύτεροι στον καναπέ του παρατηρητή. Θα πρέπει να δυναμώσουν την πάλη και την προπαγάνδα για την ανάπτυξη και την μαζικοποίηση των Σωματείων Βάσης. Θα πρέπει να γκρεμίσουν ακόμα πιο γρήγορα τη συναίνεση προς την ξεπουλημένη ΓΣΕΕ και το ρεφορμιστικό μαντρί του ΠΑΜΕ. Θα πρέπει να δημιουργήσουν αυτόν τον επαναστατικό πόλο οργάνωσης της τάξης μέσα στους χώρους δουλειάς ώστε να διασπάσουν και να διαλύσουν μια για πάντα την ξεπουλημένη ΓΣΕΕ ιδρύοντας μια πραγματικά προλεταριακή Ομοσπονδία που θα λειτουργεί με Άμεση Δημοκρατία των εκλεγμένων από το σύνολο της βάσης ανακλητών εκπροσώπων-εργατών.

Γιατί μόνο με την διάλυση των κρατικών και κομματικών οργάνων που έχουν ντυθεί την προβιά των Συνδικάτων και των Σωματείων θα πάψει ο συνδικαλισμός να είναι βρισιά. Για να ξανανοίξει η προοπτική ο συνδικαλισμός να αποτελέσει τον πιο βίαιο εκβιασμό της εργατικής τάξης απέναντι στα αφεντικά, μέχρι την ολοκληρωτική απαλλοτρίωσή τους, την εξόντωσή τους. Αυτή την προσπάθεια όσοι -ήδη υπάρχουν κάποιοι- την επιχειρήσουν θα πρέπει να θυμούνται ότι στόχος είναι να διευρυνθεί η βάση του κόσμου της εργασίας που συμμετέχει στις διαδικασίες αυτές. Οπότε, πέρα από τα πιο δυναμικά στοιχεία του ευρύτερου ταξικού κινήματος τα οποία μπορεί να προέρχονται από διαφόρους πολιτικούς χώρους (κυρίως από το ταξικό-κοινωνικό αναρχικό κίνημα και κάποιες επαναστατικές συνιστώσες της άκρας αριστεράς) και τα οποία μπορούν να συμμετέχουν πιο ενεργά, σε καμία περίπτωση αυτή η διαδικασία δεν πρέπει να περιοριστεί στα όρια των πολιτικών χώρων που εκφραζόταν μέσω των Σωματείων Βάσης μέχρι χτες.

Η αλήθεια είναι πάντως ότι υπάρχει και ένα κινηματικό κομμάτι που μπορεί να επιχαίρει προσωρινά για την εμφάνιση του «πλήθους». Όσοι αποδέχθηκαν τη συνθήκη του ειρηνικού μεταπολιτικού χυλού δρέπονται των καρπών της νέας real politic της εξατομικευμένης «αμεσοδημοκρατικής» συνουσίας χωρίς ολοκλήρωση. Είναι αυτοί που μετέφεραν το άχθος της επανάστασης από τα υποκείμενα και το φόρτωσαν στις καθαγιασμένες διαδικασίες που αποτελούν και μέσο και στόχο όπως η άμοιρη η αμεσοδημοκρατία[12].

Τι ξεχνούν οι κομσομόλοι[13] του μετανεωτερισμού;

Ξεχνούν όμως, κάνοντας τα τυφλά χρυσόψαρα ότι η αμεσοδημοκρατία όταν τίθεται σαν πολιτειακό μετά- εκφράζει και ποιοτικά τη λαική ανάγκη, ειδάλλως η καπιταλιστική αναπαραγωγή έχει αποδείξει ότι μεταβιβάζεται (με το ίδιο εισιτήριο) σε νέα διαχειριστικά μέσα πολιτειακής μεταφοράς. Είναι μάλλον κάτι διαφορετικό να ορίζεις το πώς και το γιατί σαν σύνολο και διαφορετικό να κάνεις την ανάγκη φιλότιμο. Η αλήθεια είναι ότι ο τρόπος που θα γίνονταν οι συναθροίσεις στις πλατείες θα ήταν de facto «αμεσοδημοκρατικές» όχι γιατί ξαφνικά συνειδητοποίησε το σύνολο των καταπιεσμένων μετά από δεκαετίες παρατήρησης την ανωτερότητα του αντιεξουσιασμού σαν σύστημα λήψης αποφάσεων αλλά γιατί όταν μαζεύονται μάζες που το μόνο κοινό που έχουν είναι η ανάγκη να μιλήσουν τότε η αντιγραφή του τρόπου της λαικής συνομιλίας που χρόνια τώρα διατηρείται στα καφενεία των πόλεων και της επαρχίας είναι ο πιο φυσιολογικός τρόπος συνεννόησης.

Ξεχνούν επίσης, ότι όσες χιλιάδες σεμινάρια Καστοριάδη και να έχουν παρακολουθήσει οι αγανακτισμένοι (sic) οι λόγοι που τους κινητοποιούν -για να κάνουμε κι εμείς λίγο real politic- είναι βασικά οικονομικοί. Οι καλές προθέσεις όμως των αμεσοδημοκρατών δεν προβλέπουν κάποια λύση σε αυτό το πρόβλημα.

Τέλος και βασικότερο όλων, ξεχνούν πολλοί, ότι τα νέα μέτρα επειδή δεν ζούμε στο μετεμφυλιακό κράτος του ’50 τα υποφέρουν σύσσωμοι και οι δεξιοί (!) Και μπορεί χίλια χρόνια τώρα η αριστερά να ήταν το κίνημα αντίστασης αλλά να που το πλήρωμα του χρόνου έφερε και τους δεξιούς εργάτες και προλεταριοποιούμενους μικροαστούς να πρέπει να παράξουν «αντίσταση» για να μπορέσουν να επιβιώσουν. Και φυσικά θα την παράξουν με τα ιδεολογικά εργαλεία που κουβαλάνε. Γιατί μπορεί ίσως τα ιδεολογικά καλούπια στην πλατεία να εξομαλύνονται (;) όταν δεν δέρνονται ακροαριστεροί από «απολιτίκ» αλλά τόσα χρόνια είτε μας αρέσει είτε όχι ο πόλεμος και η προπαγάνδα της αστικής τάξης ήταν και ΙΔΕΟΛΟΓΙΚΟΣ. Και αυτός ο μεγάλος μηχανισμός δεν μπορεί να πάει χαμένος. Όποιος διαφωνεί με αυτή την προκείμενη μπορεί να μας εξηγήσει τι δουλειά έχει σε έναν ανεπίστρεπτα μετανεωτερικό κόσμο η χίμαιρα της ολιστικής αφήγησης του έθνους να μπλέκεται στα πόδια των αποιδεολογικοποιημένων ατόμων της νέας απομαγευμένης κοινωνίας των πολιτών;

Τρεις είναι για μας οι προκείμενες στις οποίες έχουμε ρόλο να μην αναιρεθούν καταστρεπτικά από τους πλέον επι-δέξιους του «πλήθους». Σε καμία περίπτωση δεν πρέπει να ανασυσταθεί και μάλιστα από τα κάτω ο ταξικά διαρρηγμένος λόγω του ανοίγματος της κοινωνικής ψαλίδας σε καιρούς καπιταλιστικής βαρβαρότητας, εθνικός κορμός. Να προσδώσουμε ταξικά χαρακτηριστικά στον αγώνα. Σε καμιά περίπτωση δεν πρέπει να υποβαθμιστεί η σημαντικότητα των πολιτικών αγώνων και να απαγορευτεί η έκφραση των οργανώσεων όπως αυτές επιθυμούν σε όποιο σημείο θέλουν, ενώ δεν πρέπει να επιτρέψουμε με υποχωρητική στάση να απονομιμοποιηθεί η λαϊκή αντιβία η οποία ανοίγει τα περάσματα στο μέλλον.

Στον καιρό του αλλόκοτου φόβου.

Οι αγανακτισμένοι έχουν ήδη περίπου τώρα που γράφονται αυτές οι γραμμές 30 μέρες στις πλατείες. Ίσως χρειάζονται χρόνια για να ανταλλάξεις απόψεις με όλο τον κόσμο αλλά δυστυχώς δεν ζούμε στην Χώρα των Θαυμάτων και ότι γίνεται δεν συμβαίνει σε νεκρό χρόνο. Οι εξουσιαστές έχουν καταστρώσει το σχέδιο τους για την καθυπόταξη της κοινωνίας των εργαζομένων των μεταναστών των συνταξιούχων της νεολαίας στον μεσαιωνικό ορίζοντα. Οι αποκρατικοποιήσεις απλά θα αυξήσουν το κόστος ζωής και θα ορίσουν πλέον ολοκληρωτικά την εργασία σαν επισφαλή απασχόληση. Το πρόβλημα της μονιμότητας των δημοσίων υπαλλήλων θα «λυθεί» για το κεφάλαιο με την κατάργηση της έννοιας του δημόσιου, έστω και με το κρατικό πρόσημο. Η κοινωνία των 2/3 αποτελεί πλέον ένα αμερικανικό όνειρο αφού η ραγδαία προλεταριοποίηση στρωμάτων που πάνε να συναντήσουν στον κοινωνικό απόπατο της άμισθης σκλαβιάς όσους από χρόνια βρίσκονται εκεί επανακαθορίζει το ίδιο το πλαίσιο της ζωής. Η ζωή θα είναι άξια να βιωθεί μόνο για τις παρέες που θα κατέχουν τον πλούτο και τους νέους έμμισθους με ψίχουλα σκλάβους. Η εγκαθίδρυση της ζούγκλας του κεφαλαίου με όρους λούμπεν αναδιάρθρωσης[14] εξαφάνισης της κοινωνίας είναι εδώ.

Τα τελευταία χρόνια βιώσαμε τη μέγγενη της εποχής του αλλόκοτου φόβου, προοίμιο της νέας εποχής των Δολοφόνων. Ο φόβος πότισε τις ψυχές των καταπιεσμένων. Φοβηθήκαμε να αρνηθούμε στο αφεντικό, πιο πολύ φοβηθήκαμε να αρνηθούμε το ίδιο το αφεντικό, φοβηθήκαμε να αρπάξουμε το γκλόμπ του αστυνόμου, φοβηθήκαμε να αψηφήσουμε την κατάρα του ρασοφόρου, φοβηθήκαμε να αμφισβητήσουμε την «ψυχρή αλήθεια» του δημοσιογράφου, φοβηθήκαμε να φτύσουμε στη γυάλινη ματιά του Ευρωπαίου δανειστή, φοβηθήκαμε να ανατρέψουμε τη «υπεύθυνη στάση» των πολιτικών, φοβηθήκαμε να μην εκλέξουμε τα ίδια τέρατα, φοβηθήκαμε να χλευάσουμε την «επιστημονική πληρότητα» του ειδικού, φοβηθήκαμε να αρπάξουμε από το γιακά τον γραφειοκράτη, φοβηθήκαμε να διαλύσουμε τις τράπεζες, φοβηθήκαμε να πάρουμε τις ζωές μας στα χέρια μας, φοβηθήκαμε τελικά ενώ βλέπαμε ότι ζούμε τον εφιάλτη να ονειρευτούμε ότι θα ζήσουμε αλλιώς. Ο φόβος μας έπεισε ότι δεν θα καταφέρουμε να ζήσουμε ζωή χωρίς εκμετάλλευση, και να που τώρα ξημερώνει η Εποχή των Δολοφόνων[15], η εποχή του ολοκληρωτικού καπιταλισμού και του νέου φασισμού, να που τώρα πρέπει να αγωνιστούμε για την επιβίωση.

Το θέμα είναι τώρα που πρέπει να σηκωθούμε τι θα κάνουμε για να μας ΦΟΒΗΘΟΥΝ κι ΕΜΑΣ μια φορά; Η γη γυρίζει αργά, να της δώσουμε μια κλωτσιά να πάει πιο γρήγορα. 30 μέρες συνομιλίας λίγες ή πολλές αυτές ήταν. Βέβαια δεν θα τελειώσει ο χρόνος, αλλά είναι γνωστό ότι εάν και πάλι κερδίσουν αυτή τη φορά θα περάσουν κυριολεκτικά από πάνω μας. Και τότε είναι δύσκολο πολύ να σηκωθείς ξανά όση πίστη κι αν έχουμε ότι θα τα καταφέρουμε. Αλλά αυτή τη φορά ας είναι αλλιώς, ας μην πούμε «σύντροφοι την επόμενη φορά».

Ταξική Σύγκρουση Παντού…

Η ταξική σύγκρουση, η πάλη των τάξεων και η όξυνση του κοινωνικού πολέμου δεν είναι κούφια λόγια. Είναι προπαγάνδα ναι, όχι όμως μόνο. Είναι ΠΡΑΞΗ. ΠΡΑΞΗ. ΠΡΑΞΗ. Σημαίνει τσάκισμα χωρίς αυταπάτη στους φασίστες. Σημαίνει αμφισβήτηση της «Κόκκινης Ζώνης». Σημαίνει ΕΠΙΘΕΣΗ. Στις μισθοφορικές δυνάμεις του καθεστώτος, στο πολιτικό και διοικητικό προσωπικό, και φτάνει μέχρι τους «ενδιάμεσους». ΣΗΜΑΙΝΕΙ ΕΠΙΒΟΛΗ ΤΩΝ ΟΡΩΝ ΤΗΣ ΤΑΞΗΣ ΜΑΣ. Για την κατάργηση του Κράτους και του Καπιταλισμού, για την καταστροφή της εξουσίας, για την απόδοση της απόφασης ζωής στους Εργαζόμενους και την Κοινωνία, μέσα από τα Επαναστατικά Συνδικάτα και τα Σωματεία Βάσης, μέσα από τις λαικές συνελεύσεις γειτονιάς.

Πάμε…Απεργία

Στις 27-28/6 έχουμε απεργία. Έχουμε γιατί με το στανιό βάλαμε τα τσογλάνια της ΓΣΕΕ να την κηρύξουν. Δεν θα πάμε με το ΠΑΜΕ γιατί κάθε φορά που ανέλαβαν οι ειδικοί -ακόμα και του αγώνα- να μας εκπροσωπήσουν μας πούλησαν. Δεν θα πάμε με τη ΓΣΕΕ γιατί αυτοί έτσι κι αλλιώς στόχο είχαν να μας πουλήσουν. Στην πλατεία έχουμε πάει πολλές φορές, μιλήσαμε συμφωνήσαμε και διαφωνήσαμε, σήμερα όμως θα πάρουμε τις σημαίες μας μαζί, όχι για να ξεχωρίσουμε απ’ τον κόσμο αλλά γιατί καλώς κακώς πιστεύουμε ότι σημαίνουν ακόμα κάτι. Θέλουμε να σημαίνουν-να σημάνουν τον Αγώνα, την Ελευθερία, τη Δικαιοσύνη, την Άμεση Δημοκρατία, την Ελπίδα για μια κοινωνία χωρίς Αφεντικά και δούλους χωρίς τοκογλύφους και φτωχοδιαβόλους, χωρίς Αρχιερείς και Ποίμνια χωρίς Αρχηγούς κι ακολούθους χωρίς Εκμετάλλευση και Καπιταλισμό, χωρίς Ιδιοκτησία. Για μια κοινωνία αυτοδιαχειριζόμενη, για μια αταξική κοινωνία.

Η μάχη όμως που έχουμε να δώσουμε είναι μπροστά είτε στις 27 ή στις 28/6 ή όποτε κατατεθεί το νομοσχέδιο (που δεν είναι απλά ένα νομοσχέδιο αλλά η τελετή ενταφιασμού της κοινωνίας και των εργαζομένων), εμείς μαζί με όλους τους άλλους θα είμαστε εκεί, θα συναντηθούμε στους δρόμους που συμβαίνουν τα πάντα, γνωρίζοντας ότι η σύγκρουση θα τους κάνει να μας φοβηθούν.

Πάμε απεργία λοιπόν γιατί γνωρίζουμε ότι ο Αγώνας ή θα είναι της τάξης μας ή δε θα είναι ΤΙΠΟΤΑ.

Να μην αφήσουμε να περάσει το μεσοπρόθεσμο.
Να ρίξουμε την κυβέρνηση και όλους τους επίδοξους διαχειριστές της αστικής πολιτικής.
Όλες οι αποφάσεις στα χέρια των Λαικών Συνελεύσεων και των Εργατικών Σωματείων Βάσης.

Σημειώσεις

[1] Αν αντιληφθούμε τη σοσιαλδημοκρατία σαν βιοπολιτικό σύστημα διαχείρισης της καπιταλιστικής εξουσίας το οποίο εμπεριέχει όχι μόνο τον τρόπο που καταμερίζονται τα κέρδη –σε μια πιο οικονομικοκεντρική προσέγγιση- τότε μπορούμε να πούμε ότι το σύμπαν που αποτελούσε τον κοινωνικό ιστό έχει καταρρεύσει γιατί όταν καταρρέουν οι έννοιες που συγκροτούν τους θεσμούς τότε η επιστροφή στην ίδια κατάσταση με ίδιους όρους αποκλείεται. Πιο απλά, και να ξαναγίνει σοσιαλδημοκρατία δεν θα είναι σαν αυτή που γνωρίσαμε στον 20ο αιώνα. Με την ίδια βάση λέμε ότι κατέρρευσε η ΕΣΣΔ και όχι ότι μεταλλάχτηκε απλά η βιοπολιτική διαχείριση του καπιταλισμού στη Ρωσία, εφ’ όσων βέβαια παραδεχόμαστε ότι υπήρχε εκμετάλλευση καπιταλιστικού τύπου στην πρώην ΕΣΣΔ και αγοραίες σχέσεις εξουσίας, κι όχι μόνον.

[2] Με τη χρήση των εισαγωγικών στη λέξη «πλήθος», καταδεικνύονται οι αποστάσεις που κρατά ο συγγραφέας από τη νοηματοδότηση που προσφέρουν στη λέξη πλήθος σαν πολιτικό όρο πλέον, οι «θιασώτες» της μεταμοντέρνας ρητορικής και πολιτικής, μετά την πρόσκαιρη ανακάλυψη του έργου του φιλελεύθερου πλέον στοχαστή Τόνυ Νέγκρι.

[3] Δεν οριοθετείτε διπολικά το σχήμα σοσιαλδημοκρατία-νεοφιλελευθερισμός σαν ανάπτυξη-ύφεση αλλά είναι μια πρώτη πρόταση καθορισμού του βιοπολιτικού πλαισίου που έχουμε σήμερα απέναντί μας και μια παρατήρηση για να είναι ξεκάθαρο ότι δεν είναι συγκρουόμενα έτσι κι αλλιώς τα δύο βιοπολιτικά πλαίσια διαχείρισης. Επίσης δεν κρίνουμε με βάση τους οικονομικούς δείκτες αφού μπορούμε να υιοθετήσουμε την λογική ότι ύφεση υπάρχει διαρκώς από τη δεκαετία του 1970, ενώ η χρηματοπιστωτική έξοδος που επιχειρήθηκε από ένα κομμάτι της αστικής τάξης που τελικά κυριάρχησε εκείνη την περίοδο διαμόρφωσε εν τέλει τη βιοπολιτική του νεοφιλελευθερισμού. Έτσι κι αλλιώς μια βασική παρατήρηση που μπορεί να γίνει είναι ότι σοσιαλδημοκρατικά κόμματα εκτός της ιδιαίτερης εξαίρεσης του ΚΚΕ, δεν υπάρχουν. Επίσης δεν πρέπει να παραβλέπετε για κανέναν λόγο ο ρόλος της πίεσης του επαναστατικού εργατικού κινήματος σε συνδιασμό με την πρώτη κρίσης υπερσυσσώρευσης του 1929 στο να επιλέξει τη σοσιαλδημοκρατική στρατηγική ένα κυρίαρχο -εκείνη την περίοδο- κομμάτι της αστικής τάξης.

[4] Χωρίς να αντικαθίσταται η ουσία της εκμετάλλευσης από τη «ζωντανή εργασία» επιχειρείται ένας τονισμός της συνθήκης της άμισθης σκλαβιάς, της ανεργίας σαν γιγαντωμένο πρόβλημα της περιόδου. Ποτέ πριν η ανεργία δεν άγγιξε τα τωρινά ποσοστά που δημιουργούν οι συνθήκες ξεπεράσματος των δομικών ορίων του καπιταλισμού. Εάν συν τοις άλλοις συνυπολογίσουμε τον πραγματικό αριθμό του εργατικού δυναμικού που βγαίνει εκτός κοινωνίας κα τις συνθήκες κοινωνικού κανιβαλισμού που δημιουργούνται λόγω ανέχειας έχουμε το νέο τοπίο της καθημερινότητας του «πλήθους» στην εποχή του ολοκληρωτικού Καπιταλισμού.

[5] Η πλειοψηφία της εργατικής τάξης δεν μπορούσε να σκεφτεί μακροοικονομικά τί θα σήμαινε ο υπερκαταναλωτισμός με καταναλωτικά δάνεια, ο αγρότης δεν μπορούσε να σκεφτεί τι σήμαινε το 1970 το να μην παράγει πλέον αυτό που βγάζει ο τόπος του εδώ και 2000 χρόνια αλλά να παράγει για να πάρει την ευρωπαική επιδότηση. Όταν πέσανε αυτές οι προκείμενες στο τραπέζι δεν αρνήθηκε την λογική τους η πλειοψηφία της εργατικής τάξης. Ένα διεκδικητικό πολιτικό ή συνδικαλιστικό κίνημα -έστω και σοσιαλδημοκρατικής απόχρωσης- θα μπορούσε να συσπειρώσει την τάξη γύρω από συνδικαλιστικά αιτήματα αύξησης των μισθών και της μείωσης των ορών εργασίας, ώστε να καλύπτει τις ανάγκες της από αυτήν και όχι από τα δάνεια. Αυτό όμως έγινε εν μέρει επί Α. Παπανδρέου με την Αυτόματη Αναπροσαρμογή του Τιμάριθμου από το 1981εως το 1984. Κατά τα άλλα η βασική θέση είναι ότι η πλειοψηφία της εργατικής τάξης πίστεψε τις υποσχέσεις ευμάρειας του καπιταλισμού. (εξού και η συναίνεση στα βήματα καπιταλιστικής ολοκλήρωσης, ένταξης στην ΕΟΚ, στην ΕΕ, στο Ευρώ, στο Μααστριχτ κλπ).

[6] Δάνειο από μια παλιά ιστορική αναρχική αφίσα για τους εργατικούς αγώνες, που δηλώνει πόσο αυτονόητοι πρέπει αυτοί να είναι.

[7] Εξαίρεση αποτελεί φυσικά η πορεία-ορόσημο της 5ης Μάη 2010 που σηματοδότησε τόσο με τον όγκο της όσο και με τη δυναμική της την επαναφορά του εργατικού κόσμου στο κεντρικό πολιτικό σκηνικό με όρους συνολικής αμφισβήτησής του. Η τάση αυτή εκφράστηκε με την προσπάθεια να διαλυθεί ο κλοιός των ΜΑΤ μπροστά στη Βουλή. Αυτή όμως η σημαντικότατη κίνηση επισκιάστηκε από την αθλιότητα των τραγικών συμβάντων στην Marfin.

[8] Το πλέον επίκαιρο παράδειγμα αποτελεί η αποθέωση και υπεράσπιση της ειρηνιστικής στάσης των αγανακτισμένων από σχεδόν σύσσωμη την αριστερά. Φαίνεται έκδηλη η αδυναμία από την συστημική αριστερά να αντιπαρατάξει απέναντι στον ιδεολογικό πόλεμο της αστικής τάξης τόσο σε επίπεδο λόγου (υποστήριξη στους ειρηνιστές) όσο και πράξης μια ιδεολογική στάση, που να είναι ΠΑΝΤΑ ΑΡΝΗΤΙΚΗ και ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΤΙΚΗ προς την κυρίαρχη.

[9] Στις πλατείες συστήνεται πλέον ως επιτροπή «Δεν χρωστάμε, δεν πουλάμε, δεν πληρώνουμε».

[10] http://www.tometopo.gr/index.php/news-/300-15 (ανακοίνωση του «Μετώπου Αλληλεγγύης & Ανατροπής στις 14/6 που μοναδικό στόχο έχει την προστασία της ειρηνοφιλίας).

http://syntonismos.blogspot.com/2011/06/15.html (ανακοίνωση του «Συντονιστικού Πρωτοβάθμια Σωματείων Αθήνας, όπου συμμετέχουν όλες σχεδόν οι οργανώσεις της εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς και στόχο έχει να ενημερώσει για τον «ειρηνικό» χαρακτήρα και την περιφρούρηση ενάντια σε «προβοκάτσιες».

[11] Το ρεύμα αυτό που υιοθετεί και την ένοπλη δράση, πολιτικά αρνούμαστε να το κατατάξουμε στο αναρχικό κίνημα καθώς θεωρούμε δομική αντίφαση το επιλεγόμενο από αυτό το ρεύμα σχήμα που περιγράφεται από την οριοθέτηση του «αντικοινωνικού αναρχισμού».

[12] Όσοι ανακοίνωσαν το θάνατο της εργατικής τάξης, και την κατάργηση της ταξικής πάλης, όρισαν ως επαναστατική μια διαδικασία, την Άμεση Δημοκρατία τόσο σαν μορφή απόφασης αλλά και σαν περιεχόμενο χωρίς να το ορίζουν ταξικά. Δηλαδή η ΑΔ είναι και διαδικασία και πρόταγμα που λύνει όλα τα προβλήματα. Για μας δεν είναι έτσι. Συμφωνούμε ότι Η ΑΔ είναι ο καταλληλότερος τρόπος για να αποφασίζεις αλλά δεν καθορίζει και το περιεχόμενο το οποίο για να είναι επαναστατικό πρέπει να οξύνει την ταξική αντιπαράθεση. Όχι να μιλάμε αμεσοδημοκρατικά όλοι μαζί αφεντικά και δούλοι και να συναποφασίζουμε αυτό λέγεται ρεφορμισμός, ήτοι συνεργασία των τάξεων.

[13] Komsomol: Πρόκειται για την οργάνωση της κομμουνιστικής νεολαίας στα πλαίσια του ΚΚΡ επί Σοβιετικής Ένωσης. Εδώ χρησιμοποιείται για να καταδείξει με ένα οξύμωρο σχήμα αποτελεσματικά την μονομανή ιδεολογική προσκόλληση κάποιων φιλελεύθερων/αντιεξουσιαστικών κύκλων στην πίστη ότι οι μονομανείς ιδεολογικές προσκολλήσεις πεθάνανε.

[14] Όταν ο καπιταλισμός ξεπερνά τα εκπεφρασμένα ιστορικά του όρια όπως συμβαίνει σε όλες τις κρίσεις υπερσυσσώρευσης αυτό σημαίνει ότι μαζικοποιείται από τους αριθμούς εργατικού δυναμικού που πετάγονται εκτός παραγωγής όχι η εργατική τάξη αλλά το λούμπεν προλεταριάτο, το οποίο δυστυχώς -και διαφωνώντας με τον Μπακούνιν εδώ- μπορεί να παράγει κυρίως ανθρωποφαγικές διαδικασίες και όχι ελευθεριακές-σοσιαλιστικές επαναστάσεις. Αυτή είναι η οριοθέτηση της νέας ζούγκλας, της νέας εποχής του ολοκληρωτικού καπιταλισμού, αν δεν ανανήψει το ταξικό εργατικό κίνημα.

[15] http://users.sch.gr/symfo/m_l/rebo.htm (Πρωινό Μέθης)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου