Παρασκευή, 23 Μαρτίου 2018

Για τον Θάνο Ανεστόπουλο | Διάφανα Χρόνια

Το παρακάτω κείμενο διαβάστηκε στην παρουσίαση του βιβλίου του Θάνου Ανεστόπουλου "Διάφανα Χρόνια" που πραγματοποιήθηκε το Σάββατο 17 Μάρτη στο "Cabaret Voltaire" στην Αθήνα. 

του Άρη Τσιούμα






Να θυμόμαστε τη θνητότητά μας! Το ‘χε τονίσει κι αυτό ο ποιητής δίνοντας αυτόν τον τίτλο σε μια έκθεση ζωγραφικών του έργων. Η ιστορία ωστόσο των ποιημάτων που έμελλε να γίνουν τα Διάφανα Χρόνια είναι αλήθεια ότι δεν έλαβε υπ’ όψιν της αυτή τη σοφή συμβουλή. Και να τι εννοώ: ήταν κάπου στο 2012 όταν αφού είχαμε πια γνωριστεί και προσωπικά με τον Θάνο -και λέω και προσωπικά καθώς εγώ τουλάχιστον τον είχα γνωρίσει μουσικά από τα πολύ νεανικά δεκατέσσερα χρόνια μου- ήταν λοιπόν εκείνη την περίοδο που ανέβαινε σταθερά στη Θεσσαλονίκη και παρακολουθώντας τον να ανεβάζει στη σελίδα του σε κοινωνικό δίκτυο κάποια ποιητικά αποσπάσματα του πρότεινα τη συγκέντρωση των ποιημάτων, τη διαλογή και την έκδοση μιας ποιητικής συλλογής. Αυτήν την ιδέα ο Θάνος την υποδέχτηκε με τον νομίζω χαρακτηριστικό ενθουσιασμό του, όταν επρόκειτο για μια νέα δημιουργική έκφραση, είτε αυτή ήταν μια ζωντανή εμφάνιση, ένας δίσκος. Τώρα λοιπόν ήταν ένα βιβλίο. Αργά – αργά λοιπόν ξεκίνησε η συγκέντρωση του υλικού που μου έστελνε ο Θάνος, διάφορες ιδέες έπεφταν στο τραπέζι ώστε να συνοδευτεί το βιβλίο με ένα μουσικό δισκάκι ή να ενσωματωθούν μια σειρά από ζωγραφιές στις σελίδες του. Τώρα που γυρνάω πίσω να θυμηθώ καταλαβαίνω ακόμη καλύτερα τα λόγια που έγραψε ένας φίλος πρόσφατα με αφορμή μια ακόμη απώλεια: «μέσα στη ρουτίνα μια βαρετής σε περιόδους καθημερινότητας ένας απροσδόκητος χαμός μας φωνάζει ότι δεν πρέπει να αφήνουμε λόγια ανείπωτα και έργα μισά, δεν πρέπει να χαρίζουμε τίποτα στους εχθρούς μας και δεν πρέπει να είμαστε φειδωλοί με τους φίλους μας. Γιατί είμαστε κι εμείς κι αυτοί θνητοί». Τα ποιήματα που έκαναν τα Διάφανα Χρόνια να υπάρξουν έφτασαν στα χέρια μου περίπου στο τέλος του 2013. Η ζωή ήταν ανέφελη και οι ρυθμοί μας ράθυμοι. Παρόλα αυτά ο Θάνος είχε προλάβει να ανακοινώσει στα κοινωνικά δίκτυα την έλευση του βιβλίου με τίτλο «Απ’ όλους τους πιο όμορφους δρόμους που διέσχισα…εσύ». Η διακοπή της συνεργασίας μου με τον εκδοτικό που θα αναλάμβανε την έκδοση, αλλά και δυσκολίες ή καθυστερήσεις σε σχέση με την ακριβή αποτύπωση των ζωγραφικών έργων και φυσικά περισσότερο από οτιδήποτε άλλο η ασθένεια του Θάνου, ήταν οι λόγοι που αυτό το βιβλίο είναι το πρώτο που δεν το είδε και δεν το επιμελήθηκε ο ίδιος. Το βάρος ευθύνης για μια τέτοια δουλειά σε καμία περίπτωση δεν θα μπορούσαμε να το αναλάβουμε αυθαίρετα μόνοι μας. Ένα γύρισμα της τύχης ωστόσο μας επέτρεψε να έρθουμε σε επαφή με την οικογένεια του Θάνου, η οποία από την πρώτη στιγμή όχι μόνο μας επέτρεψε να πραγματοποιήσουμε την έκδοση αλλά ουσιαστικά μας υποστήριξε εξ ολοκλήρου σε αυτή την επιλογή. 

Μετά από αρκετή σκέψη λοιπόν αποφασίσαμε να τυπώσουμε τούτα τα αδημοσίευτα ποιήματα ώστε να τα περισώσουμε από το σκοτάδι της λήθης. Τώρα πια που το βιβλίο έχει φτάσει σε τόσους πολλούς ανθρώπους, που όχι μόνο το αγάπησαν αφού είδαν ξανά τον Θάνο να ζωντανεύει ανάμεσα μας, αλλά αισθάνομαι ότι το είχαν πραγματικά ανάγκη σκέφτομαι ότι θα είχα διαπράξει ένα σοβαρό σφάλμα, στη μνήμη του ανθρώπου που έπλασε τόσες αναμνήσεις και πάθη σε ολόκληρη τη ζωή μου, εάν κρατούσα τα γραπτά του στα ηλεκτρονικά ντουλάπια του υπολογιστή, μακριά από τα βλέμματα των ανθρώπων που τον συντρόφευσαν σε κάθε του ανήσυχη διαδρομή. 


λέει κάπου μέσα στο βιβλίο ο ίδιος: 


η ζωή μου δεν έμελλε ούτε θέλησα να είναι ήσυχη. 

Κι ας με ταπείνωνε 

Η λιμοκτονία μου για αγάπη. 

Απ’ το όνειρο σχεδόν πάντα μου απέμενε 

Μια κουβέρτα με μπαλώματα 

Που συνέχεια αυξάνονταν, 

Να κρύβει τις μάταιες μικρές σιωπές 

Των βαριών ξυπνημάτων. 

Ίσως 

Αν κάποτε θυμηθώ ότι έζησα 

Ίσως να υποκύψω στη ζωή 

Ίσως τότε 

Η αίσθηση του ανεκπλήρωτου 

Να μην μπορεί να μετράει 

Ως 

Πεπρωμένο. 

(Η αίσθηση Του Ανεκπλήρωτου, σ. 17, Διάφανα Χρόνια)



Για τούτη τη ζωή ποιος να μιλήσει και με ποιες λέξεις; Γνωρίζω καλά όπως λένε ότι η γλώσσα είναι πλούσια και μάλιστα αυτή που έτυχε εμείς σε αυτή τη γωνίτσα του κόσμου να μιλούμε. Κι όμως ποτέ δεν αισθάνθηκα φτωχότερες τις λέξεις. 

Ζηλεύω γι’ αυτό τους μουσικούς. Σχεδόν τους φθονώ. Μπορούν να εκφράσουν με τις νότες τους κι εκείνα τα μαγικά τους όργανα όσα δεν θα καταφέρω ποτέ να σας πω. Σε ποια αστείρευτη δεξαμενή γραμμάτων να ψάξω, να διαλέξω για να περιγράψω έστω ένα τόσο δα κομματάκι αυτών που με κατακλύζουν. Στα δεκαπέντε ολομόναχος σε ένα μπαρ να περιμένω, οι φίλοι βλέπεις δεν άκουγαν «τέτοια πράγματα», δεν τους κακίζω, αλλά είναι κρίμα που δεν μπόρεσαν να δουν πως μάγεψαν όλα δίπλα μου μέσα σε κείνο το σκοτεινό δωμάτιο και μετά εκείνη η εξοντωτική βροχή στη Λητή κι η αποθηκούλα κάτω από τη σκηνή, το φως στο κερί, ο Θάνος με μια κιθάρα κι εμείς μούσκεμα μέχρι το κόκκαλο, τα κορίτσια που κοιτούσαν φευγαλέα πάνω από τα τραγούδια, ανάμεσα στους στίχους και καθρεφτίζονταν στα λαθραία μπουκάλια μας, τα playlist και το πρώτο ρίγος όταν στο δρόμο φαινόντουσαν φρεσκο-κολλημένες οι αφίσες της συναυλίας, όπως τις χάζευες πίσω από το θολωμένο τζάμι του λεωφορείου… 

Δεν γίνεται να εκφραστεί ο πλούτος των συναισθημάτων για τον άνθρωπο, τον ποιητή, τον μουσικό, τον ζωγράφο, τον φίλο. Όσοι αγάπησαν τη φωνή, την πένα, το κάρβουνο που τόση ζωή τους φόρτωσε ο Θάνος ξέρουν δεν βρίσκονται οι λέξεις, κι αυτή ακόμη που κυνηγά αιώνια ο ποιητής, αυτή που δεν ειπωθεί, θα συνεχίσει να διαφεύγει λυπητερή και πολύτιμη… 


Κουράστηκα στην άκρη της αγκαλιάς σου 

Κρεμάμενος 

απ’ την επιφύλαξη 

να αφεθούμε σε μνήμες χορτασμένες 

από ένσημα βαρέων ανθυγιεινών ερώτων 

Κουράστηκα 

να προφέρω τα ονόματά μας 

κρυφά 

απ’ τις φωτογραφίες σου 

που 

με κοιτούν θολές απ’ το πάτωμα 

Θέλω να κοιμηθώ βαθιά. 

Γαλήνια. 

Χωρίς τον φόβο των ερειπίων. 

Στο κοιμητήρι μου 

να ακούγεται 

η ανάσα μου θεραπευμένη. 

Κι όχι σαν κόχλασμα 

απ’ την κόλαση. 

Είμαι έτοιμος; 

Καληνύχτα δύσθυμη νύχτα 

Μαζεύω τα γύρω μου 

να τα πνίξω στη λήθη 

αυτού του Μαρτιάτικου ύπνου. 

Εμένα θα με ξανάβρω 

«εν τω μέσω της νυχτός» 

Αύριο 

θα ασχοληθώ με την κούραση 

απ’ τις βροχές 

που μου έτυχαν… 

(Βαρέα Ανθυγιεινά, σ.36, Διάφανα Χρόνια) 


49 στροφές της γης γύρω απ’ τον ήλιο πολύ λίγες μα πρόφτασες με χίλιους τρόπους να τραγουδήσεις τη ζωή. Φίλε, σκέφτομαι τελικά για να μη συνηθίσουμε την απώλεια πρέπει να μη συνηθίσουμε και τη ζωή μας αλλά να τη ζήσουμε πραγματικά, να την ποτίζουμε καθημερνά να την ποτίζουμε με έρωτα κι αλήθεια. Είναι αυτό που ήρθαμε απόψε να κάνουμε εδώ. Ήρθαμε να θυμηθούμε τον ορίζοντα του μέλλοντος ενώνοντας τα σημεία που μας έδωσες, καρδιές σαράβαλες και σπαράγματα ευτυχίας, μια άγρια ευωδιά, ένα αγαπώ αφετηριακό και μια αγάπη προσκλητική, ολόκληρη η ζωή δική σου και δική μας…διάφανα χρόνια.


Δεν σε χαιρετώ μα σου γράφω μνήμες ως την επόμενη φορά που θα συναντηθούμε 


Κυλάνε στέρφες, οι ώρες, και ανάξιες 
χλωμές Κυράδες με ακάλυπτους γλουτούς 
οι προσμονές καγχάζουνε τη θέληση ανόσιες
βγάζουν τη γλώσσα τους στους όμορφους καιρούς

συνθλίβει η σκέψη το λίγο χρόνο, η νιότη 
αμέριμνη εξατμίζεται το απόγευμα 
κι ο χρόνος άπρεπα πάντα θυμίζει ότι 
ειν’ η ζωή μας σύγνεφο που χάνεται στο λιόγερμα.

Κι είναι αιώνια όμορφα τα περασμένα χρόνια
σαν στάζει από τη μνήμη μονάχα κεχριμπάρι, 
στερνή φορά που σ’ είδα σ’ ένα όνειρο από χιόνια 
φορτίο βαρύ, θύμησες πράες, απ' του μυαλού τ' αμπάρι.

εδώ ολόκληρη η παρουσίαση του βιβλίου και το μουσικό αφιέρωμα. 
 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου