Τετάρτη, 29 Φεβρουαρίου 2012

Ιταλικός πρωτογενής Φασισμός, μια προσέγγιση

Εκδήλωση – Βιβλιοπαρουσίαση «Πως φίλησα τον Μουσολίνι» [Belleville 24-02-2012]

Του Άρη Τσιούμα 


«Υποθέτω ότι έχετε κάποια πληροφόρηση για την καταγωγή του φασισμού. Του έχουν δοθεί πολύ ασαφείς ορισμοί. Βάρβαρος καπιταλισμός; Λούμπεν καπιταλισμός; Ιμπεριαλισμός αλλά σε τρομώδες παραλήρημα; Συμμαχία του υποπρολεταριάτου με τη βιομηχανική αριστοκρατία που χρησιμοποιεί μάγους δημαγωγούς για μεσολαβητές; Ο φασισμός μαζεύει όλη την κοινωνική σκουριά, τα σκουπίδια που βγαίνουν από το βυθό της θάλασσας ύστερα από την καταιγίδα: κοινωνικά απόβλητα, φανατικούς, οπορτουνιστές, θύματα από το ντελίριο της μεγαλομανίας, δήμιους σαδιστές, διανοητικά διεστραμμένους, δραπέτες των παραδοσιακών κομμάτων, λούμπεν διανοούμενους, και προπαντός μαζεύει αρρωστημένους εθνικιστές, ρατσιστές και κάθε παραλλαγή του εσωτερισμού που γεννά μια κοινωνία η οποία χρόνια τώρα βρίσκεται σε καλπάζουσα κρίση κυριευμένη από φόβο».
Το παραπάνω απόσπασμα είναι ο μάλλον λυρικός αλλά και αρκετά διαυγής κοινωνικός «ορισμός» του φασισμού που καταθέτει ο Paco Ignacio Taibo II στο αριστουργηματικό του μυθιστόρημα «Και σαν σκιές επιστρέφουμε». Μπορεί να του λείπουν μερικές υποσημειώσεις επιστημονικής αρτιότητας όμως ισοσκελίζει -νομίζω- την απουσία τους με μια δυναμική αλήθεια που προβάλει αφτιασίδωτη.

Για την επιλογή της ενασχόλησης με τον ελληνικό φασισμό του μεσοπολέμου και την προσπάθεια σύγκρισής του με τον πρωτογενή ιταλικό φασισμό ως θέματος της σημερινής πρώτης εκδήλωσης της λέσχης συζητήσεων που γίνεται στα πλαίσια λειτουργίας του βιβλιοπωλείου του “Belleville” δεν έπαιξαν ρόλο -δυστυχώς- μόνο οι προσωπικές ανησυχίες και ενασχολήσεις με το φαινόμενο αλλά και η ίδια η πολιτική επικαιρότητα.

Απ’ όσα γνωρίζω ο Σπύρος Μαρκέτος ξεκίνησε να μαζεύει υλικό για το βιβλίο το οποίο παρουσιάζουμε σήμερα σε μια μάλλον ανύποπτη όσο αφορά την επικαιρότητα του φασισμού περίοδο. Ήταν στις αρχές της προηγούμενης δεκαετίας όταν η Ελλάδα και κυρίως οι εργαζόμενοι και τα μικρομεσαία στρώματα ζούσαν στη νιρβάνα του σημιτικού εκσυγχρονισμού, τα νούμερα των γνωστών-αγνώστων οικονομικών αναλυτών που παρελαύνουν χρόνια στους τηλεοπτικούς δέκτες εμφάνιζαν μια ρόδινη κατάσταση που ευθέως αντιστοιχίζονταν με την τεράστια επιτυχία της διαρκούς εθνικής ανάπτυξης, η οποία μας οδήγησε με ασφάλεια στην ένταξη της χώρας στο ευρώ. Φυσικά οι καλοθελητές των ΜΜΕ, ξέχασαν να αναφέρουν στον αποχαυνωμένο καταναλωτή κάτι που τόλμησαν να μας παρουσιάσουν μόλις πρόσφατα, ως μεγάλη ανακάλυψη. Ότι δηλαδή η ελληνική κυβέρνηση με τη βοήθεια της τότε γερμανικής ομολόγου της, ανέθεσαν στην περιβόητη Lehman Brothers να πειράξει λίγο τα νούμερα ώστε να μπορέσει η Ελλάδα να ενταχθεί στη ζώνη του ευρώ. Η όλη διαδικασία κόστισε στο ελληνικό δημόσιο, στο λαό δηλαδή μόλις 300.000.000 Ε, τα οποία κατέληξαν στις τσέπες των ακριβοπληρωμένων λογιστών της πολυεθνικής εταιρείας σε αντάλλαγμα της δημιουργικής λογιστικής που επέτρεψε στη χώρα να συμμετέχει στον παράδεισο του ευρώ. Το κλίμα κάθε άλλο παρά πρόσφορο ήταν για την ανάπτυξη του φασισμού. Κι όμως, στις Ευρωεκλογές του 2004 πρώτη φορά μετά από χρόνια ένα ψηφοδέλτιο της Άκρας Δεξιάς θα πάρει πάνω από 3%, ενώ στις εκλογές του 2007,ένα μόλις χρόνο μετά την έκδοση του βιβλίου, θα μπει και στο κοινοβούλιο ο ΛΑΟΣ με 10 έδρες. Τέσσερα χρόνια αργότερα οι φασίστες του Καρατζαφέρη θα συγκυβερνούν μαζί με δεξιούς και σοσιαλιστές. Πλέον θεωρούνται μια υπεύθυνη δύναμη, από το αστικό μπλοκ η οποία όχι μόνο μπορεί να συνομιλεί επί ίσοις όροις, αλλά και να συγκυβερνά.

Η σημερινή συγκυρία πάει τα πράγματα ένα βήμα πιο πέρα. Για όσους βιαστούν να πουν ότι το κόμμα του Καρατζαφέρη δεν επιβεβαιώνει ένα σύνολο ιδεοτύπων ώστε να μπορεί να χαρακτηριστεί φασιστικό, για όσους δηλαδή ξεχειλώνουν τα όρια του τι μπορεί να χαρακτηριστεί φασιστικό, έρχεται η ίδια η ιστορία να τους χτυπήσει στο πρόσωπο. Στις δημοτικές εκλογές του 2010 η Χρυσή Αυγή θα καταφέρει να γίνει το πρώτο νεοναζιστικό σχήμα που θα εκλέξει μέλος της σε οποιοδήποτε θεσμικό πολιτικό όργανο τα τελευταία 30 χρόνια. Με ποσοστό 5,3% ο φύρερ Ν. Μιχαλολιάκος θα εκλεγεί δημοτικός σύμβουλος στο δήμο Αθηναίων. Σα να μην έφτανε αυτό στις τελευταίες δημοσκοπήσεις οι ναζιστές εμφανίζονται με μια δυναμική που τους επιτρέπει να πιστεύουν ότι η συμμετοχή τους στο κοινοβούλιο είναι εφικτή. Από το 0,3% των προηγούμενων εθνικών εκλογών και τους 19.600 ψήφους η Χρυσή Αυγή εμφανίζεται αυτή τη στιγμή να κερδίζει περίπου 150.000 ψήφους, συγκεντρώνοντας ποσοστό γύρω στο 2,5% με 3%. Είναι προφανώς η ώρα που πρέπει να πάρουν θέσεις μάχης όσοι δεν το έχουν κάνει ακόμα. Άλλωστε όπως έχει πει και ο Άρθουρ Κάισλερ «ο κίνδυνος δεν είναι ότι μπορούμε να ξυπνήσουμε ένα πρωί και να βρεθούμε σ’ ένα φασιστικό κόσμο. Ο κίνδυνος είναι ότι πέσαμε στο κρεβάτι την προηγούμενη νύχτα, σ’ έναν κόσμο που είχε γίνει φασιστικός, χωρίς να το πάρουμε είδηση» .

Μια τελευταία παρατήρηση πριν μπούμε στην βιβλιοπαρουσίαση και σε μια πρώτη εισαγωγή στο θέμα είναι η εξής, για να μην υπάρξουν παρεξηγήσεις. Η ανάλυση του φασιστικού φαινομένου είναι εξαιρετικά χρήσιμη σαν όπλο στον πόλεμο που έχουμε μαζί του από τα γεννοφάσκια και τα δικά του και τα δικά μας. Ο φασισμός όμως δεν επιδέχεται πληθώρα αντιμετωπίσεων. Όταν μιλήσει ο φασισμός εμείς πρέπει να είμαστε παρόντες να του κόψουμε τη γλώσσα, όταν σηκώσει το χέρι να χτυπήσει έπρεπε να τον έχεις χτυπήσει πρώτος εσύ με όλη σου τη δύναμη γιατί όταν ο φασισμός αρχίζει να σκοτώνει μπορεί να είναι ήδη αργά.

Χαιρόμαστε βαθύτατα λοιπόν που στην προσπάθεια μας προσέγγισης και ανάλυσης του ζητήματος έχουμε μαζί μας και τον ευχαριστούμε γι’ αυτό, τον σύντροφο και καθηγητή στο τμήμα πολιτικών επιστημών της Νομικής Σπύρο Μαρκέτο. Θα έχουμε την ευκαιρία να συζητήσουμε μαζί του αμέσως μετά την εισήγηση που θα κάνει, πάνω σε ένα θέμα που έχει δουλέψει ιδιαιτέρως ώστε να μας παραδώσει το πολύ σημαντικό για την κατανόηση του φαινομένου βιβλίο του «Πως φίλησα τον Μουσολίνι, τα πρώτα βήματα του ελληνικού φασισμού».

Η σημαντικότητα του βιβλίου κατά τη γνώμη μου έγκειται σε κάποια στοιχεία που το κάνουν ιδιαίτερο. Η βαθύτερη γνώση εκ μέρους του συγγραφέα της ιστορικής περιόδου στην οποία αναφέρεται -την Ελλάδα του μεσοπολέμου- είναι η απαραίτητη βάση από την οποία εφορμά για να αφηγηθεί μια ιστορία με όρους πίστης στην πραγματικότητα. Η διευρυμένη ιστοριογραφική αναζήτηση που εμφανίζεται στο βιβλίο ώστε να επιλεγεί ένα σύγχρονο λειτουργικό σχήμα μεθοδολογικής προσέγγισης που θα αυξάνει τις πιθανότητες κατανόησης σε βάθος ενός τόσο πολύμορφου πολιτικού κινήματος όπως ο φασισμός ελαχιστοποιώντας παράλληλα τις αναλυτικές δυστοπίες είναι ο εγγυητής μιας ενδιαφέρουσας διαλεκτικής που εμφανίζεται από την αρχή της εργασίας έως το τέλος της. Το γεγονός ότι το έργο εδράζει την αφετηρία της σκέψης του στην μαρξιστική φιλοσοφική ερμηνεία δεν κρύβεται πίσω από οποιουσδήποτε λεκτικούς ακροβατισμούς όπως συνηθίζεται στην αστική ιστοριογραφία, χωρίς όμως να μας παραδίδει μια μουχλιασμένη απόφαση συνεδρίου που είμαστε όλοι σίγουροι ότι κάπου την έχουμε ξαναδιαβάσει. Αντιθέτως πολλές φορές η προσέγγιση συγκρούεται με τα παραδοσιακά σχήματα πηγαίνοντας όμως την ανάλυση και τον προβληματισμό ένα βήμα μπροστά.

Αυτό το νήμα των προβληματισμών θα προσπαθήσω να πιάσω, αποδίδοντας κάποιες ερμηνείες πάνω στα πιο σημαντικά στοιχεία του φασιστικού φαινομένου, κυρίως οι αναφορές έχουν να κάνουν με τον ριζοσπαστικό ιταλικό φασισμό του Μουσολίνι.

Πρώτα απ’ όλα τι είναι ο φασισμός; Είναι πολιτικό κίνημα, ιδεολογία, εκκοσμικευμένη θρησκεία; Ένας αρκετά εμβριθής ορισμός δίνεται στο βιβλίο του Τζεντίλε «Φασισμός, Ιστορία και Ερμηνεία»:

«Ο φασισμός ήταν ένα νεοτερικό πολιτικό φαινόμενο, εθνικιστικό και επαναστατικό, αντιφιλελεύθερο και αντιμαρξιστικό, οργανωμένο ως κόμμα-πολιτοφυλακή με μια ολοκληρωτική αντίληψη της πολιτικής και του Κράτους με μια ιδεολογία ακτιβιστική και αντι-θεωρητική που είχε φαντασιακές ανδροκρατικές και αντι-ηδονιστικές βάσεις, ενώ ταυτοχρόνως αγιοποιήθηκε σαν μια κοσμική θρησκεία που επιβεβαίωνε την απόλυτη υπεροχή ενός έθνους που γινόταν αντιληπτό σαν μια οργανική κοινότητα εθνικά ομοιογενής, ιεραρχικά οργανωμένη σε ένα κορπορατιβιστικό Κράτος με μια πολεμοχαρή κλίση στην πολιτική της μεγαλοπρέπειας της ισχύος και της κατάκτησης, που απέβλεπε στη δημιουργία μιας νέας τάξης πραγμάτων και ενός νέου πολιτισμού.»
Εδώ πρέπει να τονιστεί ότι οι ιστοριογραφικές προσεγγίσεις του φασιστικού φαινομένου ανοίγουν μπροστά στα μάτια μας ως μια πελώρια πολύχρωμη βεντάλια το εύρος της οποίας αντιστοιχεί στην ευρύτητα των πολιτικών, κοινωνικών και πολιτισμικών σκοπιών, διακυμάνσεων και συσχετισμών.

Ο φασισμός είναι ένα πολιτικό κίνημα το οποίο όταν καταφέρνει να πάρει την εξουσία στοχεύει στο να μετατραπεί σε μια κοσμική θρησκεία. Παραδόξως όμως ούτε είναι ούτε έχει ιδεολογία. Εάν ορίσουμε απλά την ιδεολογία ως ένα καθορισμένο σύστημα αξιών που περιορίζει με τη συμβολή μιας ηθικής κουλτούρας τι μπορεί να κάνεις και τι όχι, ο φασισμός δεν πλησιάζει καν στην έννοια. Αντιθέτως εμφανίζεται και ιστορικά πολύ κοντά στην οριστική άρνηση της οποιασδήποτε ιδεολογίας. Πρόσφατα ο αναρχικός κοινωνικός ανθρωπολόγος David Graeber θέλωντας να υπερασπιστεί τα πολιτικά χαρακτηριστικά του κινήματος “Occupy Wall Street” στις ΗΠΑ δήλωσε σε όσους ζητούσαν ένα κίνημα χωρίς καμιά ιδεολογία, ότι η αποιδεολογικοποίηση –η μη ύπαρξη δηλαδή οποιασδήποτε ιδεολογίας- είναι το πρώτο βήμα προς τον φασισμό. Είναι αλήθεια ότι ο θαυμασμός του Μουσολίνι στις ιακωβίνικες παραδόσεις, οι οποίες είναι ο βασικός ένοχος για την προικοδότηση με θετικό πρόσημο του παλιού ρητού «ο σκοπός αγιάζει τα μέσα» απελευθερώνει πολλές φορές τις πιο ακόρεστες ορέξεις και πυροδοτεί τις πιο αλλοπρόσαλλες τακτικές στον στόχο για την κατάκτηση και κατάχρηση της εξουσίας.

Ας δούμε ένα χαρακτηριστικό απόσπασμα αυτοπαρουσίασης των φασιστών:

«Εμείς οι φασίστες δε θεωρούμε ότι η ιδεολογία είναι ένα πρόβλημα που λύνεται με τέτοιον τρόπο ώστε η αλήθεια να στέκεται στο υψηλότερο σημείο…Η αλήθεια μιας ιδεολογίας βρίσκεται στην ικανότητά της να δραστηριοποιεί τη δική μας ικανότητα για ιδανικά και δράση. Η αλήθεια της είναι απόλυτη, εφόσον ζώντας μέσα μας, μπορεί να εξαντλήσει αυτές τις ικανότητες.»
Κι αν θέλουμε να δούμε το πολιτικό αντίστοιχο αυτής της βαρύγδουπης φιλοσοφικής κενότητας μιας χρήσης του πιο χυδαίου ιδεαλισμού αρκεί να αναφέρουμε τις δηλώσεις του Μουσολίνι το Μάη του 1920 που δόθηκαν ως απάντηση στις ερωτήσεις των δημοσιογράφων της “Il Mondo” οι οποίοι θέλησαν να μάθουν το πρόγραμμα των φασιστών:
«Οι φασίστες δεν αισθάνονται δεμένοι με κάποια συγκεκριμένη δογματική φόρμα. Οι δημοκράτες του Il Mondo θέλουν να μάθουν το πρόγραμμά μας, ε λοιπόν το πρόγραμμά μας είναι να σπάσουμε τα κόκαλα των δημοκρατικών του Il Mondo, όσο νωρίτερα τόσο το καλύτερο. Η γροθιά αποτελεί τη σύνθεση της θεωρίας μας.»

Κάπως έτσι ο Μουσολίνι και μαζί του ένα μεγάλο μέρος αυτού που θα διαμορφωθεί αργότερα ως φασιστικό πολιτικό κίνημα θα περάσει όχι με μεγάλες οδύνες από το στρατόπεδο της επανάστασης και της Αριστερής πτέρυγας του ΙΣΚ σε σοσιαλσωβινιστικές αρχικά θέσεις και αργότερα σε σοσιαλφασιστικές, μέχρι να καταλήξει στον φασισμό-καθεστώς. Τον φασισμό που όλοι γνωρίσαμε.

Εδώ ίσως χρειάζεται να γίνει μια ειδικότερη αναφορά στην διαδρομή του ίδιου του Μουσολίνι. Είναι αλήθεια ότι η σύγχρονη ιστοριογραφία υιοθετώντας κεντρικά στοιχεία της μαρξιστικής ομολόγου της προσπαθεί να μην δίνει ιδιαίτερη σημασία στα πρόσωπα όσο αφορά την εξέλιξη της κοινωνικής δυναμικής σε έναν χ ιστορικό χρόνο. Και αυτό είναι γενικά σωστό. Στον πυρήνα όμως του νεοτερικού κόσμου όταν οι μεγάλες αφηγήσεις και οι «καθαρές λύσεις» ενέχουν την ιεραρχία ως κάθε αυτό μορφή βιοπολιτικής διαχείρισης των μαζών, ο άνθρωπος που στέκει στην πυραμίδα της κάθετης κοινωνικής κατασκευής μοιράζεται μια μάλλον ιδιαίτερη αλληλεπίδραση με το περιβάλλον που τον περιβάλλει. Από γονείς μικροαστούς -πατέρα δάσκαλο και επαναστάτη- ο Μουσολίνι μπαίνει από πολύ νωρίς στον πολιτικό στίβο με την μεριά των σοσιαλιστών και μάλιστα εντάσσεται στην πιο αριστερή φράξια τους, τόσο ώστε πολλές φορές να κατηγορηθεί ως «αναρχίζων» από την μετριοπαθή ρεφορμιστική πτέρυγα. Άνθρωπος της δράσης και των ρίσκων θα αρνηθεί να καταταγεί στον στρατό ως αντιμιλιταριστής διεθνιστής επαναστάτης, θα περάσει τα σύνορα για την Ελβετία, θα κυνηγηθεί, θα φυλακιστεί από τις αρχές, ενώ θα διοργανώσει πολυήμερες άγριες απεργίες κυρίως στην περιοχή προπύργιο των σοσιαλιστών και των αναρχικών την Εμιλιο-Ρομάνια με αφορμή την ιμπεριαλιστική επέμβαση της Ιταλίας στη Λιβύη. Ανεβαίνει γρήγορα την σκάλα της ιεραρχίας στο ΙΣΚ παρότι στην ηγεσία του βρίσκονται σταθερά οι ρεφορμιστές, στα συνέδρια της Β’ Διεθνούς πριν τον πόλεμο θα συντάσσεται σταθερά με τον Λένιν. Το 1912 η αριστερή φράξια του ΙΣΚ στην ηγετική ομάδα της οποίας ανήκει και ο Μουσολίνι θα καταφέρει να αποσπάσει την ηγεσία του κόμματος από την ρεφορμιστική πτέρυγα. Ο Μουσολίνι θα γίνει ουσιαστικά ο άνθρωπος-κλειδί που θα ελέγχει την γραμμή του κόμματος καθώς θα αναλάβει καθήκοντα διευθυντή και αρχισυντάκτη της εφημερίδας του κόμματος “Avanti!” . Θα είναι ένας εκ των εμπνευστών της αντιπολεμικής ουδέτερης στάσης που θα κρατήσει το ΙΣΚ σε ολόκληρο τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, μέχρι που θα αρχίσει σταδιακά να αλλάζει άποψη, μετά και την διάλυση της Β’ Διεθνούς. Έτσι ενώ ο Λένιν στην Ρωσία βλέπει την κατάρρευση των σοσιαλδημοκρατών ως ευκαιρία για να πάρει την εξουσία η φράξια των μπολσεβίκων ο Μουσολίνι θα περάσει με το μέρος του σωβινισμού. Θα δηλώνει σταθερά ακόμα σοσιαλιστής αλλά πλέον θα προπαγανδίζει την έξοδο της Ιταλίας στον πόλεμο με την Αντάντ. Ιδρύει την δική του εφημερίδα την “Popolo d’ Italia” στην οποία εμφανίζονται δυο ρητά από την μία ο Μπλανκί και από την άλλη ο Ναπολέοντας. Είναι ένα χαρακτηριστικό δείγμα του τρόπου σκέψης του εκείνη την περίοδο.

Ήδη από το 1915 ο Μουσολίνι θα ιδρύσει την δική του εφημερίδα την “Popolo d’ Italia” η οποία ενώ φέρει τον υπότιτλο «σοσιαλιστική εφημερίδα» θα ασκεί προπαγάνδα υπερ του πολέμου ενώ η ομάδα που θα ιδρύσει ο Μουσολίνι και η οποία στηρίζει την εφημερίδα είναι η πρώτη fascio [δέσμη] της επαναστατικής παρέμβασης. Το πρώτο φασιστικό συνέδριο θα λάβει χώρα την Κυριακή 23 Μαρτίου του 1919 στο Μιλάνο στην αίθουσα συνεδριάσεων του εμπορο-βιμηχανικού επιμελητηρίου το οποίο βρίσκονταν στην πλατεία Σαν Σεπόλκρο. 100 άτομα ήταν το σύνολο των παρευρισκομένων. Βετεράνοι πολέμου, πρώην επαναστάτες συνδικαλιστές και φουτουριστές διανοούμενοι αποτέλεσαν την πρώτη μαγιά.

Το πρώτο φασιστικό πρόγραμμα θα δοθεί στη δημοσιότητα τον Μάη του 1919.
Βασικό συμπέρασμα δεν πρέπει ποτέ μα ποτέ να παίρνει κανείς στα σοβαρά τις τυχοδιωκτικές ανοησίες των φασιστών. Πολλές φορές ούτε τις πράξεις πρέπει να παίρνουμε σοβαρά ειδικά εκείνες που προσπαθούν να θολώσουν τα νερά και να αποκτήσουν οι φασίστες μια κοινωνική γείωση μέσω κεντρικών κοινωνικών προτεραιοτήτων [εργασία, οικονομία κλπ] ή συνήθως μέσω διογκωμένων κοινωνικών προβλημάτων [μετανάστευση, εγκληματικότητα κλπ]. Σύμφωνα με μαρτυρίες της ίδιας της Μπαλαμπάνοβα -ηγέτιδα του ΙΣΚ- την κόκκινη διετία του 1919-1920 ο Μουσολίνι ριζοσπαστικοποιεί τον λόγο του και τάσσεται υπέρ των καταλήψεων των εργοστασίων από τους εργάτες. Μάλιστα επισκέπτεται ο ίδιος τα κατειλημμένα εργοστάσια για να εκδηλώσει τη συμπαράσταση του στους εργάτες. [Χαλυβουργία] Είναι οι ίδιοι εργάτες που αργότερα θα κυνηγήσει και θα φυλακίσει. Είναι οι εργάτες των οποίων τα δικαιώματα θα τσακίζει ακριβώς την περίοδο που αυτοί είχαν αρχίσει να διεκδικούν με τους πιο δυναμικούς τρόπους την κλεμμένη υπεραξία της εργασίας τους από τα αφεντικά.

Η συντριπτική ήττα των Φασιστών στις εκλογές που θα ακολουθήσουν και η νίκη των σοσιαλιστών θα οδηγήσουν τον Μουσολίνι ένα βήμα πριν την παραίτηση από την πολιτική δράση. Αντ’ αυτού όμως θα αναδιαμορφώσει τους φασίστες του τόσο ως δομή όσο και ως περιεχόμενο. Θα ισχυροποιήσει την πειθαρχία μέσα στο κόμμα, και αφού περιθωριοποιήσει τους υπόλοιπους «φύλαρχους» των φασιστών θα αναδειχθεί οριστικά πια σε Ντούτσε. Παράλληλα εγκαταλείπει την αριστερή φρασεολογία για να περάσει δυναμικά και οριστικά στο χώρο της Άκρας Δεξιάς. Το πείραμα θα πετύχει. Η αποτυχία των σοσιαλιστών να κυριαρχήσουν με όρους εξουσίας μετά το 1920 θα οδηγήσει στην παρακμή τους. Οι φασίστες του Μουσολίνι με δυναμικές ενέργειες άμεσης δράσης θα καταλαμβάνουν πόλεις και θα ασκούν διευρυμένα και δημόσια πια την τρομοκρατία τους. [17 εφημερίδες, 59 σπίτια του λαού, 119 συμβούλια εργασίας, 107 συνεταιρισμοί, 83 σύνδεσμοι αγροτών, 151 σοσιαλιστικοί σύλλογοι, 151 πολιτιστικές οργανώσεις θα καταστραφούν από τους σκουαντρίστι μόνο το πρώτο εξάμηνο του 1921 στην Κοιλάδα του Πάδου].

Ο κύβος ερρίφθη, η δράση του Μουσολίνι αποτελεί εχέγγυο για την αστική τάξη της Ιταλίας, της οποίας θα γίνει το αγαπημένο παιδί. Με 200.000 μέλη στο Φασιστικό κόμμα το 1921 και άλλα 500.000 άτομα οργανωμένα στα φασιστικά Συνδικάτα, ο Μουσολίνι δείχνει ότι και θέλει αλλά και ότι μπορεί πια να γίνει ο εγγυητής της αναίρεσης μιας προοπτικής που ενέχει το όραμα της προλεταριακής επανάστασης και της κοινωνικής απελευθέρωσης, το φάντασμα της οποίας τρομοκράτησε την αστική τάξη τα προηγούμενα 2 τουλάχιστον χρόνια. Ο Μουσολίνι έχοντας κερδίσει την εύνοια των κεφαλαιοκρατών και μεγαλογαιοκτημόνων θα ζητήσει πια να εκπληρωθεί το μοναδικό σημείο του προγράμματός του: «να κυβερνήσει την Ιταλία». Οι αστοί δεν θα περιμένουμε την ανασυγκρότηση της Αριστεράς θα αρπάξουν την ευκαιρία της οριστικής διάλυσής της, την οποία προσφέρει ο Μουσολίνι. Ήδη άλλωστε οι πολιτικοί του κέντρου συνεργάζονται με τους φασίστες, ενώ καταρτίζουν κοινούς εκλογικούς καταλόγους. Το επόμενο βήμα θα είναι και το τελευταίο. Στην πιο θεατρική κίνηση που είχε ως κατάληξη την κατάληψη της εξουσίας από ένα κόμμα ο βασιλιάς της Ιταλίας Βίκτωρ Εμμανουέλ ΙΙΙ θα παραδώσει την εξουσία στον Μουσολίνι παρότι έχει πάρει διαβεβαιώσεις από τους αρχηγούς των ενόπλων δυνάμεων ότι η πορεία των Φασιστών μπορεί να κατασταλεί χωρίς καμιά δυσκολία μέσα σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα.

Πριν κλείσω αυτή την εισήγηση θα σταθώ σε κάποιους προβληματισμούς τους οποίους γεννά ακόμα και μια επιφανειακή επιθεώρηση του φασισμού. Οι απαντήσεις όμως αντιθέτως είναι αρκετά περίπλοκες ώστε να μπορέσουμε εδώ σήμερα να δώσουμε κάποιες ερμηνείες οι οποίες να ξεδιαλύνουν όλους αυτούς τους προβληματισμούς.

Πια τελικά ήταν η ιδιαίτερη σχέση του φασισμού με την εποχή του; Πια η σχέση του με τους υπόλοιπους πολιτικούς χώρους; Ποιες είναι οι διαφορές του φασισμού-κινήματος με τον φασισμό-καθεστώς; Τι τελικά μπορούμε να αποκαλέσουμε ως φασιστικό και ποιος είναι πραγματικά φασίστας;

Ο φασισμός, ή τουλάχιστον ο πρωτογενής φασισμός του Μουσολίνι θα διαμορφώσει την φυσιογνωμία του παίρνοντας στοιχεία από διάφορους πολιτικούς χώρους. Από τον επαναστατικό συνδικαλισμό και τον αναρχισμό θα πάρει τον βολονταρισμό και τον ακτιβισμό, από την Αριστερά θα πάρει την ιεραρχική δομή ως τρόπου συγκρότησης τόσο του κόμματος-πολιτοφυλακής όσο και την κοινωνία αργότερα, από την άκρα δεξιά θα πάρει τον εθνικισμό από τον γιακωβινισμό θα πάρει τη βία ως αναπόσπαστο κομμάτι της δράσης και της ύπαρξής του. Εάν υπάρχει χώρος από τον οποίο ο φασισμός δεν παίρνει τίποτα είναι το παλιό παραδοσιακό πολιτικό κέντρο. Κι όμως, τι αποκάλυψη ένας πολιτικός σχηματισμός με τα προαναφερόμενα στοιχεία τελικά να αποδεικνύεται ο καλύτερος υπηρέτης -για μια περίοδο τουλάχιστον- της κοινωνικής τάξης που στελεχώνει την ηγεσία του πάλαι ποτέ κεντρώου πολιτικού χώρου.

Εδώ τίθεται και το εξής ζήτημα που δείχνει να ταλανίζει χρόνια την αριστερά. Ήταν ο φασισμός ένα μαζικό κίνημα βάσης, το οποίο είχε ακόμα και προλεταριακά χαρακτηριστικά ή είναι πάντα μια από τα πάνω κατασκευή των καπιταλιστών απλά για να χτυπήσουν την αριστερά. Εδώ είναι σημαντικό να ενσκήψουμε και να κατανοήσουμε μια θέση που πάει λίγο πιο πέρα από όσα οι στενές ιδεολογικές ματιές μπορούν να δουν.

Ο φασισμός μπορεί να είναι και αυτό. Γιατί αποτελεί διαφορετικό σημείο η ανάπτυξη ενός πολιτικού σχηματισμού και άλλο η επιβολή του ως εξουσία. Πολύ απλά για να εδραιωθεί ο φασισμός και να πάρει την εξουσία παντού όπου αυτό έγινε κατορθωτό θα στηριχθεί άνευ όρων από τους καπιταλιστές, για να φτάσουμε όμως στη στήριξη του φασισμού από το κατεστημένο του προηγούμενου συστήματος διαχείρισης πρέπει να έχει αναπτυχθεί αρκετά ώστε να είναι άξιο στήριξης. Οπότε θα πρέπει να υπάρχει ένα κοινωνικό υπόστρωμα το οποίο θα επανδρώσει το φασισμό στα πρώτα στάδια του και υπο ορισμένες συνθήκες μπορεί να τον μαζικοποιήσει σε μεγάλο επίπεδο.

Από μια επεξεργασία της παραδοσιακής αριστεράς πάνω στο φασισμό, η οποία αρνείται να τον αντιστοιχήσει στα κοινωνικο-οικονομικά του στηρίγματα, περνάμε σχεδόν αμέσως σε μια μετα-αριστερή προσέγγιση η οποία επιχειρεί να συνδέσει τον φασισμό με πολιτιστικά και πολιτισμικά χαρακτηριστικά. Κάπως έτσι θα υποστηριχθεί ότι στυλοβάτης του φασισμού είναι ο εγγενής ρατσισμός που ενυπάρχει διάχυτος στην κοινωνία. Λίγοι θα είναι οι μελετητές οι οποίοι θα συνδέσουν τον φασισμό με τα πραγματικά κοινωνικο-οικονομικά του στηρίγματα. Την μερίδα δηλαδή εκείνη των μεσοαστών και μικροαστών οι οποίοι καθώς προλεταριοποιούνται, αποστοιχίζονται ραγδαία από τον παραδοσιακό πολιτικό κορμό στου οποίου το ξήλωμα είναι βασικοί πρωταγωνιστές, παράλληλα όμως σιχαίνονται την Αριστερά και τις συντριπτικές αλλαγές που προτείνει με κεντρική φυσικά την κατάργηση της ατομικής ιδιοκτησίας. Είναι οι οπαδοί της Παλινόρθωσης, της κοινωνικής ειρήνης και ταξικής συμφιλίωσης. Των βασικών προταγμάτων δηλαδή του φασισμού. Ένα ξεχασμένο αλλά σημαντικό και συμβολικό συμβάν είναι η προσπάθεια σε κάποια φάση του μεσοπολέμου να δημιουργηθεί στην Ελλάδα ένα κόμμα των μικροαστών, το οποίο φιλοδοξεί ίσως να οργανώσει τους μικροαστούς ως τάξη για τον ευατό της. Είναι προφανές βέβαια ότι μια εξαρτημένη κοινωνική μερίδα όπως οι μικροαστοί θα συμμαχήσουν με την οικονομική ελίτ για να μπορέσουν να ανέλθουν σε θέσεις εξουσίας. Οι μικροαστοί κερδίζουν εξουσία και το πολιτικο-οικονομικό κατεστημένο την κοινωνική βάση που του έλειπε ώστε να παράγει συναίνεση, να νομιμοποιεί την τυραννία και να καταστέλλει τους διαφωνούντες.

Αυτή ακριβώς είναι η κοινωνική διαφοροποίηση που αποδίδει και το ιδιαίτερο πολιτικό στίγμα του φασισμού. Η βασική διαφοροποίηση του φασισμού από τον συντηρητισμό της δεξιάς ή της κυρίαρχης καπιταλιστικής κουλτούρας αν θέλετε, είναι ότι προσπαθεί να κινητοποιήσει τις μάζες ώστε να ενταχθούν στο πολιτικό προσκήνιο, αντίθετα η παραδοσιακή δεξιά ως αναπόσπαστο τμήμα του think tank της καπιταλιστικής κυριαρχίας θέλει τις μάζες ξαπλωμένες στον καναπέ να παρακολουθούν τις εμπνευσμένες αποφάσεις της για το ένα ή το άλλο θέμα.

Το να αρχίσουμε να ιεραρχούμε την επικυνδινότητα του ενός ή του άλλου σχήματος καταπίεσης είναι νομίζω αρκούντως αφελές. Είτε ως ρομαντικός αντι-ορθολογισμός στην καρδιά του νεωτερισμού, είτε ως αντιδραστικός μοντερνισμός, ή απλά ως μια πολιτική και κοινωνική κατεύθυνση ανελευθερίας σε καιρό κρίσης ο φασισμός αποτελεί άλλη μια -ίσως την πιο αιματοβαμμένη- πλευρά του τέρατος της καταπίεσης και της εκμετάλλευσης, αυτού που πρέπει να σκοτώσει ξανά και ξανά η ανθρωπότητα για να μπορέσει παρά τις μεγάλες χαρακιές που έχει καταφέρει η Εξουσία στο σώμα της να αντικρύσει το πρόσωπό της καθάριο στο ξέφωτο της ελευθερίας.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου