Κυριακή, 24 Απριλίου 2011

Οι ησυχαστικές έριδες & η εξέγερση των Ζηλωτών στη Θεσσαλονίκη (1341-1349)

του Άρη Δ. Τσιούμα

"Όταν μέσα στη σιωπή και την κατάπτωση δεν αντηχούν πια παρα η αλυσίδα του σκλάβου και η φωνή του καταδότη, ο ιστορικός φαίνεται να είναι επιφορτισμένος με την εκδίκηση των λαών." "Satobrian"

Η βαθιά οικονομική, κοινωνική και πολιτική κρίση που μάστιζε στην περίοδο αυτή την Ανατολική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία ήταν φυσικό να προκαλέσει τη δυναμική αντίδραση των λαϊκών στρωμάτων που υφίσταντο άμεσα τις συνέπειες της συνεχούς επιδείνωσης της κατάστασης. Έτσι, στο πρώτο μισό του 14ου αιώνα οι αντιδράσεις κυρίως των αγροτών πήραν τη μορφή ακόμη και οργανωμένων εξεγέρσεων που σε ορισμένες περιπτώσεις έφεραν, για μικρό έστω χρονικό διάστημα, τις λαϊκές δυνάμεις στην εξουσία».


«Σημαντικό ρόλο στη δυναμική αυτή παρέμβαση του λαού στη πολιτική ζωή της αυτοκρατορίας έπαιξαν δυο παράγοντες: Πρώτον, οι εμφύλιοι πόλεμοι που ξέσπασαν με αφορμή τη διαμάχη ανάμεσα στις αρχοντικές οικογένειες -κυρίως των Παλαιολόγων και των Κατακουζηνών- για την κατάληψη του θρόνου της Κωνσταντινούπολης. Και, δεύτερον, οι θρησκευτικές έριδες ανάμεσα στους «ησυχαστές» και τους «ζηλωτές», οι οποίες ξεκινούσαν βέβαια από διαφορές θεολογικού χαρακτήρα, αλλά κατά βάση είχαν και σαφέστατη κοινωνική και πολιτική χροιά».

«Οι «ησυχαστές» ήταν οπαδοί μιας μυστικιστικής θεωρίας που ανέπτυξαν αγιορείτες μοναχοί κατά το 14ο αιώνα. Σύμφωνα με τη θεωρία αυτή, που στηριζόταν κυρίως σε κείμενα του ψευδό-Διονυσίου του Αρεοπαγίτου και του Συμεών του Νέου Θεολόγου (11ος αιώνας) ο άνθρωπος με τη συνεχή προσευχή και την ενασχόληση του νου με ένα μόνο λογισμό (στην προκειμένη περίπτωση την επανάληψη του ονόματος του Ιησού Χριστού) μπορεί να φτάσει στην έκσταση, να δει δηλαδή το Θεό και έτσι να επιτύχει να ενωθεί με Εκείνον σʼ αυτό τον κόσμο. Με τον τρόπο αυτό ο άνθρωπος μπορεί να προαπολαύσει τη μέλλουσα μακαριότητα.

Πέρα απʼ αυτό οι ησυχαστές απέρριπταν τις θεωρίες των αρχαίων Ελλήνων φιλοσόφων - κυρίως του Πλάτωνα και του Αριστοτέλη - σχετικά με τη δημιουργία του κόσμου και θεωρούσαν ως περιττή την μελέτη των έργων τους.».

Σ' αυτό το σημείο θα σταθούμε λίγο γιατί παρουσιάζει ένα έντονο ενδιαφέρον και μπορούν να εξαχθούν πολλά και πολύ χρήσιμα συμπεράσματα. Σε αυτή τη μαρτυρία άρνησης από μερίδα του θρησκευτικού κόσμου μελέτης των αρχαίων Ελλήνων φιλοσόφων βρίσκουμε την αρχή του νήματος που ξετυλίγοντάς το, καταλήγουμε στην κατανόηση των κυρίαρχων συνθηκών της εποχής. Τί εννοούμε;
Τίποτε δεν είναι τυχαίο, πρέπει να αντισταθούμε στις καθετοποιημένες "πραγματικότητες" οι οποίες έχουν τις ρίζες τους, στο πιο προσφιλές λάθος όσων ασχολούνται με την ιστορία που δεν είναι άλλο απ' τον αναχρονισμό. Δεν μπορεί ο μελετητής να εφεύρει αντιστάσεις σε μια εποχή από τις εικόνες που καλύπτουν το φαντασιακό του σε μια άλλη. Όσο κι αν ψάξουμε δεν θα βρούμε άθεους κομμουνιστές στο μεσαίωνα, πολύ απλά γιατί ο -ολοκληρωτικός- μηχανισμός κοινωνικής συνοχής της εποχής είναι η θρησκεία και η πίστη στην "ελέω Θεού" βασιλεία. Θα βρούμε όμως ένα παράξενο είδος κοινοτιστών, αντι-συγκεντρωτιστών και σίγουρα θα βρούμε τις πρώτες ρωγμές φωτός στο σκοτάδι της μεταφυσικής του μεσαίωνα, στην ανάγνωση των αρχαίων Ελλήνων φιλοσόφων, αυτές είναι οι ρωγμές από τις οποίες θα χυθεί αργότερα κι από τη Δύση άπλετο το φώς του ορθολογισμού στα πλαίσια του Διαφωτισμού. Εδώ επίσης παρατηρούμε το πελώριο χάσμα μεταξύ της φιλοσοφίας των θρησκευτικών κατάλοιπων της βυζαντινής περιόδου και αυτής της αρχαίας Ελλάδας που πολύ νεοσκοταδιστές έχοντας προφανή άγνοια ή διαστρεβλώνοντας ηθελημένα την ιστορική αλήθεια προσπαθούν να τις ταυτίσουν. Ο σκοταδισμός της φιλοσοφίας της βυζαντινής περιόδου φτάνει όπως βλέπουμε μέχρι και στην ολοκληρωτική απαξίωση των κειμένων και κυρίως της ανθρωποκεντρικής φιλοσοφίας του αρχαίου ελληνικού πολιτισμού. Αργότερα βέβαια όταν γίνει αντηληπτό το βάρος των κειμένων των αρχαίων ελλήνων φιλοσόφων η εκκλησία θα προσπαθήσει να παραφράσει τα κείμενα του Αριστοτέλη θέλωντας να δημιουργήσει μια νέα βάση στο παλιό πρότυπο του Αυγουστίνου για να στηρίξει τις μεταφυσικές της απόψεις.

«Οι «ζηλωτές» υπήρξαν οπαδοί μιας θρησκευτικής αρχικά θεωρίας, που γεννήθηκε από αντίδραση στη μυστικιστική θεωρία των «ησυχαστών». Κύριος εκφραστής της θεωρίας αυτής υπήρξε ο Βαρλαάμ ο Καλαβρός (1290-1350) ένας λαμπρός λόγιος με βαθειά και πολυμερή μόρφωση. Ο Βαρλαάμ που είχε σπουδάσει στη Δύση, είχε απόλυτη εμπιστοσύνη στους αρχαίους έλληνες φιλοσόφους, τη μελέτη των οποίων θεωρούσε ως απαραίτητη προϋπόθεση για την καλύτερη γνώση όχι μόνον του κόσμου που μας περιβάλλει, αλλά και του ίδιου του Θεού. Πέρα απʼ αυτό ο Βαρλαάμ προσέβαλε την ησυχαστική θεωρία του σύγχρονού του, Γρηγορίου Παλαμά σχετικά με τη δυνατότητα του ανθρώπου να «δει το θείο και άκτιστο φως με τους σωματικούς του οφθαλμούς», καταγγέλοντας τον τελευταίο ότι με την θεωρία του υποστήριζε ουσιαστικά την ύπαρξη 2 θεών: ενός ορατού και ενός αόρατου. Ο Βαρλαάμ μάλιστα προχώρησε και σε επίσημη καταγγελία προς το Οικουμενικό Πατριαρχείο το οποίο όμως σε 3 διαφορετικές συνόδους στα 1341-1351-1368 όχι μόνο αθώωσε τον Γρηγόριο τον Παλαμά αλλά μετά τον θάνατό του τον κατέταξε και στην χορεία των αγίων της Ορθόδοξης εκκλησίας.» Φαίνεται εδώ τόσο ότι μέσα από μια ολοκληρωμένη επαφή και μελέτη τόσο των αρχαίων Ελλήνων φιλοσόφων όσο και των συγχρόνων τότε προοδευτικών κειμένων μπορούσε να συλληφθεί από τότε ήδη η ιδέα για μια δικαιότερη κοινωνική διάρθρωση σε εντελώς νέα βάση σε όλα τα επίπεδα (οικονομία, δικαιοσύνη κλπ). Άλλωστε και οι κοινωνικές θέσεις των Ζηλωτών που εξέθρεψε σε μεγάλο βαθμό ο λόγιος Βαρλαάμ έχουν μια κοινή ρίζα με τους μετέπειτα σοσιαλιστές. Επίσης παρατηρούμε ότι από τότε η επίσημη εκκλησία παρουσίαζε συν τοις άλλοις και πνευματική διαφθορά τασσόμενη ανοιχτά με τους σκοταδιστές σε βάρος των προοδευτικών για την καλύτερη άσκηση εξουσίας στο αμόρφωτο και υποδουλωμένο ποίμνιό της.

Ο "σχετικισμός" στην ανάγνωση και την καταγραφή της μοναδικής της του Χριστού αληθείας από τους εκκλησιαστικούς άρχοντες μόνο τέτοιος δεν είναι. Η ιστορική πείρα έχει δείξει ότι σε άλλη περίπτωση θα θεωρούνταν ξεκάθαρα αιρετική θέση η εν λόγω ανάγνωση των γραφών, μάλιστα υπάρχουν δεκάδες περιπτώσεις αποκηρύξεων και εκτόξευσης κατηγοριών για λιγότερο "τολμηρές" θέσεις. Όμως είναι εμφανής η ιεράρχηση της συνοχής της κυρίαρχης θρησκευτικής ιδεολογίας απέναντι σε προοδευτικά ρήγματα που οδηγούν σε κοινωνικές αναταραχές.

«Το σημαντικότερο ωστόσο στοιχείο στην κίνηση των Ζηλωτών υπήρξε ο κοινωνικός και πολιτικός χαρακτήρας των διεκδικήσεων τους, όπως τουλάχιστον αποδεικνύεται στη Θεσσαλονίκη στα μέσα του 14ου αιώνα, πιο συγκεκριμένα, η υποδούλωση της μικρής και ανίσχυρης Ρωμαϊκής Ανατολικής Αυτοκρατορίας στους Λατίνους της Δύσης και ιδιαίτερα στους Βενετούς, οι αλλεπάλληλες πολεμικές συγκρούσεις που ερήμωσαν κυριολεκτικά την ενδοχώρα της κεντρικής Βαλκανικής (επιδρομές Καταλανών, επέκταση Σέρβων προς νότο, δυναστικοί πόλεμοι ανάμεσα σε οικογένειες που διεκδικούσαν τον θρόνο της Κωνσταντινούπολης), οι θρησκευτικές έριδες, η άγρια εκμετάλλευση των χωρικών από τους «δυνατούς» (δηλ. τους μεγάλους γαιοκτήμονες) και, τέλος, η βαρειά φορολογία επιδείνωσαν σε τέτοιο βαθμό την ίδια τραγική κατάσταση των λαϊκών στρωμάτων της αυτοκρατορίας που χρειαζόταν μια αφορμή, για να ξεσπάσει η λαϊκή δυσφορία. Η αφορμή δόθηκε στα 1341, όταν ο Ιωάννης Κατακουζηνός ανακηρύχθηκε αυτοκράτορας, σφετεριζόμενος το θρόνο από τους νόμιμους διαδόχους της οικογένειας των Παλαιολόγων. Οι ευγενείς και οι πλούσιοι, παίρνοντας με το μέρος τους, τους ησυχαστές, τάχτηκαν με το μέρος του Κατακουζηνού, ενώ η συντριπτική πλειοψηφία του λαού, ακολουθώντας τους ζηλωτές, υποστήριζε τους Παλαιολόγους».

Μπορεί το συνεκτικό στοιχείο να είναι η θρησκεία και γύρω από αυτήν να τοποθετούνται οι κοινωνικές συρράξεις, όμως βλέπουμε ότι υπάρχει μια αναλογία τάξεων-αναγκαιοτήτων και θρησκευτικών αναφορών. Δεν είναι τυχαίος ο χωρισμός λαού-εξουσίας που γίνεται.

Ο καταπιεζόμενος κοινωνικά και οικονομικά λαός ακολουθεί τους Ζηλωτές ενσυνείδητα λόγω του ολοκληρωμένου πολιτικού τους προγράμματος ενάντια στην εξουσία που τους ασκείται από την ανώτερη τάξη των Ελλήνων και των κατακτητών Οθωμανών. Η δυσφορία στρέφεται και σε διοικητικό επίπεδο εναντίον της κεντρικής εξουσίας η οποία αποτελεί ξένο σώμα για τους κατοίκους της Θεσσαλονίκης.

«Η εξέγερση απλώθηκε σε πολλές πόλεις της Μακεδονίας και της Θράκης (Αδριανούπολη, Φέρρες, Ηράκλειο κ.α.) και είχε πολύ έντονο κοινωνικό χαρακτήρα. Ιδιαίτερα στη Θεσσαλονίκη, τη δεύτερη μεγάλη πόλη της αυτοκρατορίας και το σημαντικότερο οικονομικό κέντρο της Βαλκανικής, ο λαός με επικεφαλής τους ζηλωτές κατάφερε να ανατρέψει τους ευγενείς και να πάρει την εξουσία στα χέρια του. Έτσι, για μια ολόκληρη σχεδόν δεκαετία (1341-1349) οι ζηλωτές έθεσαν την πόλη κάτω από τον απόλυτο έλεγχό τους και επιχείρησαν να εισάγουν πρωτοποριακές για την εποχή τους πολιτικές και κοινωνικές μεταρρυθμίσεις. Αν και οι πληροφορίες που μας δίνουν οι πηγές είναι ελάχιστες, γνωρίζουμε ότι οι επαναστάτες κατάργησαν την παλιά νομοθεσία και το παλιό διοικητικό σύστημα, καθιέρωσαν την εκλογή των «κυβερνώντων» και των ανώτερων κληρικών κατευθείαν από τον λαό, επέτρεψαν τη θρησκευτική ελευθερία και διέκοψαν κάθε δεσμό με την κεντρική διοίκηση, δηλαδή με την Κωνσταντινούπολη. Από την άλλη μεριά, στο όνομα της κοινωνικής ισότητας, δήμευσαν τις περιουσίες όχι μόνον των ευγενών και των πλουσίων, αλλά και των μοναστηριών».

Το πολιτικό σύστημα των Ζηλωτών που αποτελεί την πρώτη φιλοσοσιαλιστική-φιλοκομμουνιστική προσπάθεια να φέρει τον ίδιο των λαό στην εξουσία έχει τεράστια λαϊκή απήχηση για περίπου 10 χρόνια, και προσπάθησε να περάσει ανατρεπτικές μεταρρυθμίσεις όπως ανεξιθρησκία, διαχωρισμό εκκλησίας κράτους, δήμευση περιουσιών και αναδιανομή γαιών, κοινωνική δικαιοσύνη, κατάργηση ατομικής ιδιοκτησίας προς όφελος όλου του λαού. Φύσικα πρέπει να εξετάζουμε τα γεγονότα και τις διαδικασίες που διεξάγονται έχοντας συνείδηση του ιστορικού πλαισίου, ώστε να αποφύγουμε έναν λανθάνων αναχρονισμό.

Πάντως άμα ήμασταν έστω και λίγο επιρρεπής στο αναχρονιστικό σφάλμα θα μπορούσαμε να μιλήσουμε για ένα ολοκληρωμένο πρόγραμμα διακυβέρνησης. Ότι θρυλείται εδώ και χρόνια σαν ριζικές τομές από τους σύγχρονους πολιτικούς και δεν αποτολμάτε ποτέ, το έκαναν πράξη λαικοί πριν 700 περίπου χρόνια.
«Τελικά, η πρόωρη αυτή «άνοιξη» της Θεσσαλονίκης, πνίγηκε στο αίμα. Ο Ιωάννης Κατακουζηνός, χρησιμοποιώντας όχι μόνον το δόλο, αλλά και ξένα στρατεύματα -ανάμεσά τους μάλιστα και 20.000 Τούρκους- κατέλαβε τη Θεσσαλονίκη, θανάτωσε τους ηγέτες των ζηλωτών, κατέσφαξε πολλούς από τους οπαδούς τους και επανάφερε την «τάξη» στην καθημαγμένη πόλη. Ύστερα απʼ όλα αυτά δεν είναι βέβαια να απορεί κανείς, γιατί ο λαός της Θεσσαλονίκης αρνήθηκε να στηρίξει της προσπάθειες του Μανουήλ Παλαιολόγου για την υπεράσπιση της πόλης κατά την πρώτη πολιορκία της από τους Οθωμανούς στα 1382-1387".

Επίσης γεγονός αποτελεί ότι αυτοί που βοήθησαν τον Κατακουζηνό και τους συμμάχους του Τούρκους να εκπορθήσουν την πόλη ήταν ο ανώτατος κλήρος της πόλης. Παρατηρούμε με χαρακτηριστική ευκολία πια είναι η στάση αυτών που ακόμα και σήμερα εννοούν να εξαπατούν τον κόσμο όχι μόνο με τις μεταφυσικές δοξασίες τους αλλά και με την κατασκευή του προφίλ του "επαναστάτη υπέρ, έθνους και πατρίδος". Είναι οι ταγματασφαλίτες του διηνεκούς της ιστορίας που θα καταδόσουν τον αγωνιστή για προδότη.

Κάπως έτσι λοιπόν εξηγείτε λογικά και η παρεπόμενη θέση ότι σε πολλά σημεία της βυζαντινής επικράτειας ο λαός υποδέχτηκε τους Οθωμανούς σαν λυτρωτές από την άθλια διοίκηση των αυτοκρατόρων. «Οι ησυχαστικές έριδες έληξαν τελικά με την πλήρη επικράτηση των ησυχαστών. Το κίνημα των ζηλωτών, που με την ριζοσπαστικότητά του έφερνε ένα νέο μήνυμα για την εποχή του, έμελλε να μην έχει καμιά συνέχεια. Έτσι, τα ζωντανά και ανήσυχα στοιχεία του λαού, καταδιωγμένα από τους άρχοντες μιας αυτοκρατορίας που όδευε μοιραία στην καταστροφή, την οποία μόνον οι ζωντανές δυνάμεις του λαού μπορούσαν να διασώσουν, και παρεξηγημένα από μια Εκκλησία που έβλεπε ως μοναδικό τρόπο σωτηρίας την προσήλωση στην ορθόδοξη παράδοση, αδρανοποιήθηκαν αναγκαστικά και περιορίστηκαν να αντιμετωπίζουν παθητικά και μοιρολατρικά τον τεράστιο κίνδυνο που ενσαρκωνόταν στους Οθωμανούς. Σε τελική ανάλυση, γιατί έπρεπε αυτοί να αγωνιστούν ενάντια σʼ εκείνους που οι ίδιοι οι άρχοντες χρησιμοποιούσαν για την ικανοποίηση των προσωπικών τους φιλοδοξιών, αδιαφορώντας για τις συνέπειες των πράξεών τους;»

Τα αποσπάσματα είναι από το βιβλίο του πανεπιστημιακού καθηγητή Ιστορίας Κωνσταντίνου Χατζόπουλου «Επισκόπηση της Ιστορίας του Νέου ελληνισμού (1204-1821), εκδόσεις εταιρεία αξιοποίησης περιουσίας Δ.Π.Θ.

Βιβλιογραφία:
- Ιδεολογικά ρεύματα στους κόλπους του ελληνισμού και της ορθοδοξίας κατά τα χρόνια της τουρκοκρατίας. (Αργυρίου Αστ. Εκδόσεις: Λαογραφική Εταιρεία Λάρισας 1980)
- Ιστορία του νέου ελληνισμού (Βακαλόπουλος Απ. Θεσσαλονίκη)
- Η πολιτική ιδεολογία της βυζαντινής Αυτοκρατορίας (Ελένη Γλύκατζη Αρβελέρ, εκδόσεις: ψυχογιός 1988)
- Κοινωνική δύναμη και πολιτική αυτοδιοίκηση. Οι ελληνικές κοινότητες της τουρκοκρατίας. (Κοντογιώργης εκδόσεις: Λιβάνης 1982)
- Η κομμούνα της Θεσσαλονίκης 1342-1349 (Κορδάτος, εκδόσεις: επικαιρότητα Αθήνα 1977)
- Κοινωνία και εξουσία στην Ελλάδα (Φίλιας εκδόσεις: Γκούντεμπεργκ 1985)

29/07/2008

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου