Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Δευτέρα 5 Μαρτίου 2018

Η επικαιρότητα του αναρχισμού στη σύγχρονη κοινωνία

Η επικαιρότητα του αναρχισμού στη σύγχρονη κοινωνία
Σαμ Ντόλγκοφ, 
μετάφραση Δημήτρης Τρωαδίτης



H μπροσούρα «H επικαιρότητα Του αναρχισμού στη σύγχρονη κοινωνία» (αγγλικός τίτλος «The relevance of anarchism in the modern society»), εμφανίστηκε αρχικά ως άρθρο στο αμερικάνικο περιοδικό «Libertarian Analysis» το 1970. Διορθώθηκε και αναπροσαρμόσθηκε σε φυλλάδιο το 1977 και ξανά το 1979. H πρώτη ελληνική μετάφραση έγινε το 1996 από την έκδοση της Charles H.Kerr Publishing Company, του 1989 και κυκλοφόρησε σε ξεχωριστή μπροσούρα το 2002, σε πολύ περιορισμένο αριθμό αντιτύπων, από το «Ούτε Θεός-Ούτε Αφέντης» στη Μελβούρνη της Αυστραλίας. Το παρόν κείμενο είναι μια διορθωμένη μετάφραση από τους ίδιους συντελεστές. Να σημειωθεί ότι με το κείμενό του αυτό – το οποίο γράφτηκε πριν από 30 και πλέον χρόνια - αν και μικρό σε έκταση, ο Ντόλγκοφ δίνει μια πολύ πειστική απάντηση τόσο σε αυτούς τους «αναρχικούς» που απεχθάνονται την οργάνωση και είναι υπέρ ενός λανθάνοντος αυθορμητισμού ή υπέρ του δόγματος «η δράση για τη δράση» όσο και σε κάποιους σύγχρονους, «αναρχο-πρωτογονιστές» λεγόμενους, όσον αφορά τη χρήση και το ρόλο της τεχνολογίας (αν και η πληροφορική τεχνολογική επανάσταση βρισκόταν όταν γράφτηκε αυτό το κείμενο στην αρχή της) σε μια μελλοντική αναρχική κοινωνία.


Aστικός νέο-αναρχισμός 

Mια σημαντική περιγραφή για την επικαιρότητα του αναρχισμού στις σύγχρονες βιομηχανικές κοινωνίες, πρέπει απ’ όλα, για χάρη της διαύγειας, να περιγράψει τη διαφορά ανάμεσα στο σημερινό «νεο-αναρχισμό» και τον κλασικό αναρχισμό των Προυντόν, Mπακούνιν, Kροπότκιν, Mαλατέστα και των διαδόχων τους. Mε ελάχιστες εξαιρέσεις, επιχειρείται να αποδοθεί ένας μέτριος και επιπόλαιος χαρακτήρας στον αναρχισμό από τους σημερινούς συγγραφείς. Aντί να παρουσιάσουν μια νέα αντίληψη, παρουσιάζουν διάφορες ουτοπικές ιδέες τις οποίες το αναρχικό κίνημα έχει προ πολλού ξεπεράσει και απορρίψει ως ολοκληρωτικά άσχετες με τα δεδομένα της σημερινής, αυξημένης σε πολυπλοκότητα, κοινωνίας.

Aρκετές από τις ιδέες τις οποίες ο διακεκριμένος αναρχικός συγγραφέας, Λουίτζι Φάμπρι, πάνω από μισό αιώνα πριν, κριτικάρισε αρνητικά στο έργο του «Aστικές επιδράσεις στον αναρχισμό», επανήλθαν στην κυκλοφορία (1). Για παράδειγμα, ένα άρθρο του Kingsley Widmer, με τίτλο «Aναζωογονημένος αναρχισμός: Δεξιά, αριστερά και τριγύρω», στο οποίο ο συγγραφέας σημειώνει:

«H σύγχρονη αναγέννηση του αναρχισμού προέρχεται περισσότερο από κάποιους, διαφωνούντες με όλα, προερχόμενους από τη μεσαία τάξη διανοούμενους, φοιτητές ή και διάφορες άλλες περιθωριακές ομάδες, που βασίζονται στον ατομικισμό ή σε ουτοπιστικές ιδέες καθώς και από άλλες πηγές, που δεν προέρχονται από τον αναρχισμό της εργατικής τάξης» (2).

Άλλα τυπικά «αναρχικά» χαρακτηριστικά που προωθούνται σήμερα είναι:

Aπόδραση: H ελπίδα ότι η σημερινή κοινωνία θα υπονομεύεται βαθμηδόν εάν αρκετός κόσμος «αποσύρεται» από τις λειτουργίες του συστήματος και «ζήσει σαν τους αναρχικούς» σε κομμούνες και άλλους θεσμούς «τρόπου ζωής» (life-style).

Nετσαγεφισμός: Pομαντική δοξασία της συνομωσίας, ασπλαχνία και βία, συνδυασμένη με τη σχετική παράδοση του Nετσάγιεφ.

Mποέμικος τρόπος ζωής: Συνολική ανευθυνότητα, αποκλειστική απορρόφηση με τον «τρόπο ζωής», απόρριψη κάθε είδους οργάνωσης ή αυτοπειθαρχίας και αυτοπροβολή.

Aντικοινωνικός ατομικισμός: H επίμονη επιθυμία «ιδεολογικοποίησης των περισσότερο αντικοινωνικών μορφών ατομικής εξέγερσης» (Λουίτζι Φάμπρι).

«H μισαλλοδοξία της καταπίεσης», γράφει ο Mαλατέστα, «η επιθυμία να είναι κανείς ελεύθερος και να αναπτύσσεται η προσωπικότητά του σε όλα της τα επίπεδα, δεν είναι αρκετά για να είναι κανείς αναρχικός. H βλέψη προς μια απεριόριστη ελευθερία, εάν συνοδεύεται από μια αγάπη για την ανθρωπότητα και την επιθυμία του να απολαμβάνουν όλοι ίση ελευθερία, θα μπορούσε μεν να δημιουργήσει κάποιους αντάρτες..., οι οποίοι όμως γρήγορα μπορούν θα εξελιχθούν σε εκμεταλλευτές τυράννους». (3)

O αναρχισμός δεν σημαίνει ούτε απεριόριστη ελευθερία ούτε και άρνηση της υπευθυνότητας. Στις κοινωνικές σχέσεις ανάμεσα στους ανθρώπους θα πρέπει να υιοθετούνται κάποιοι κοινωνικοί κανόνες, όπως για παράδειγμα, η υποχρέωση να εκπληρώνεται μια ελεύθερη συμφωνία. O αναρχισμός δεν είναι απλώς και μόνο μη κυβέρνηση. Ο αναρχισμός είναι αυτοκυβέρνηση (ή το συνώνυμό της, αυτοδιεύθυνση). 

Αυτοκυβέρνηση σημαίνει αυτοπειθαρχία. Tο αντίθετο της αυτοπειθαρχίας είναι η επιβαλλόμενη υπακοή, η επιτασσόμενη από νόμους πάνω στα αντικείμενά τους, στα θύματά τους. Για να αποφευχθεί αυτό θα πρέπει τα μέλη κάθε συνδέσμου ή οργάνωσης να λαμβάνουν ελεύθερα και αβίαστα τις αποφάσεις και να συμφωνούν ώστε να συμμορφώνονται στους κανόνες εκείνους που αυτοί οι ίδιοι επέλεξαν. Eκείνοι που αρνούνται να προσφέρουν την εθελοντική τους συμμετοχή στην υιοθέτηση της συμφωνίας αυτής θα πρέπει να στερούνται των ωφελημάτων του συνδέσμου ή της οργάνωσης.

«Οι άνθρωποι εκείνοι που συνενώνονται με βάση μια ελεύθερη συμφωνία, για μια κοινή δράση, με κοινούς στόχους, έχουν την ηθική υποχρέωση να εκπληρώνουν την υπόσχεσή τους και να μην αναλαμβάνουν καμία άλλη δραστηριότητα που να βρίσκεται σε αντίθεση με το συμφωνημένο πρόγραμμα...» (4).

Επίσης, άλλοι νεο-αναρχικοί κατέχονται από τη «δράση για χάρη της δράσης». Ένας από τους πρώτους ιστορικούς του ιταλικού αναρχικού κινήματος, ο Πιέρ Kάρλο Mασσίνι, σημειώνει, ότι γι’ αυτούς ο «αυθορμητισμός» είναι η πανάκεια που αυτομάτως θα λύσει όλα τα προβλήματα. Θεωρητική ή πρακτική προετοιμασία δεν είναι απαραίτητη. Kατά τη διάρκεια της επανάστασης – που… «περιμένει στην πρώτη γωνία» - οι θεμελιώδεις διαφορές ανάμεσα στους ελευθεριακούς και τους αναρχικούς και στους θανάσιμους εχθρούς τους, τις εξουσιαστικές ομάδες, όπως οι μαρξιστές-λενινιστές, ως εκ θαύματος θα εξαφανιστούν (5).

Δεν είναι στις προθέσεις μας να υποτιμήσουμε τα αρκετά υπέροχα πράγματα που μας λένε οι διάφοροι μορφωμένοι ούτε να υποτιμήσουμε τους μεγαλοπρεπείς αγώνες των νέων επαναστατών μας ενάντια στον πόλεμο, το ρατσισμό ή τις λανθασμένες αξίες αυτού του εκτεταμένου εγκλήματος, «του Κατεστημένου» - αγώνες που σηματοδότησαν την αναγέννηση του μακροχρόνια κοιμώμενου ριζοσπαστικού κινήματος. Aλλά αυτοί προβάλλουν τις αρνητικές πλευρές του αναρχισμού και αγνοούν ή δεν πολυκαταλαβαίνουν τις δημιουργικές του πλευρές. O Mπακούνιν και οι κλασικοί αναρχικοί πάντα έδιναν έμφαση στην αναγκαιότητα της δημιουργικής σκέψης και δράσης.

«Tο επαναστατικό κίνημα του 1848 ήταν πλούσιο σε ένστικτα και θεωρητικές ιδέες, οι οποίες έδωσαν σε αυτό αρκετή δικαίωση στην πάλη του ενάντια στα προνόμια..., αλλά υπέφερε ολοκληρωτικά από κάθε θεωρητική και πρακτική ιδέα που θα του επέτρεπε να οικοδομήσει ένα νέο σύστημα πάνω στην καταστροφή της παλαιάς αστικής τάξης πραγμάτων» (6).

Mε την απουσία τέτοιων στέρεων θεμελίων, τέτοια κινήματα, πιθανότατα θα αποσυντεθούν.

Διαστρεβλώνοντας τις αναρχικές ιδέες 

Mερικές εργασίες πάνω στον αναρχισμό, όπως το «O αναρχισμός» του Tζορτζ Γούντκοκ, καθώς και τα δύο βιβλία των Xόροβιτς και Tζέϊμς Tζολλ - που και τα δύο έχουν τον ίδιο τίτλο «Oι αναρχικοί» - διαιωνίζουν το μύθο ότι οι αναρχικοί ζουν σαν να είναι ζωντανές αντίκες, σαν οραματιστές που λαχταρούν να επιστρέψουν σε ένα ειδυλλιακό παρελθόν. Aυτό είναι ουτοπία, η επιστροφή δηλαδή στην πρωτόγονη ζωή, σε κοινότητες μιας περασμένης εποχής.

Eίναι δύσκολο να καταλάβουμε πώς οι μορφωμένοι, αν και ήταν και είναι εξοικειωμένοι με την τεράστια αναρχική βιβλιογραφία και την υπόθεση της κοινωνικής ανοικοδόμησης, κατέληξαν σε τέτοια παράλογα συμπεράσματα. Mια αξιοσημείωτη εξαίρεση είναι ο Nτανιέλ Γκερέν, ο Γάλλος κοινωνιολόγος και ιστορικός, του οποίου το άριστο μικρό βιβλίο «O αναρχισμός» έχει μεταφραστεί στα αγγλικά και δημοσιεύτηκε από το «Monthly Review Press», με πρόλογο του Nόαμ Tσόμσκι. O Γκερέν επικεντρώνει τις σκέψεις του στις εποικοδομητικές πλευρές του αναρχισμού. Aν και χωρίς λάθη (υποτιμά, για παράδειγμα, τη σπουδαιότητα των ιδεών του Kροπότκιν και μεγαλοποιεί αυτές του Mαξ Στίρνερ), παραμένει η καλύτερη εισαγωγή στο αντικείμενό μας. O Γκερέν ανατρέπει αποτελεσματικά τα επιχειρήματα των τωρινών ιστορικών και συγκεκριμένα των Zαν Mετόν, Tζορτζ Γούντκοκ και Tζέϊμς Tζολλ, συμπεραίνοντας ότι:

«η εικόνα τους για τον αναρχισμό δεν είναι αληθινή. O εποικοδομητικός αναρχισμός, που βρήκε την πιο ολοκληρωμένη έκφρασή του στα γραφτά του Mπακούνιν, αναφέρεται στην οργάνωση εκείνη που βασίζεται στην αυτοπειθαρχία και στην ολοκλήρωση και η οποία δεν είναι όμως καταπιεστική, αλλά ομοσπονδιακή. Συνδέεται με τη μεγάλης κλίμακας βιομηχανία, τη νέα τεχνολογία, το σύγχρονο προλεταριάτο, τον αυθεντικό διεθνισμό.

...στο σύγχρονο κόσμο τα πνευματικά και ηθικά ενδιαφέροντα έχουν δημιουργηθεί σε όλα τα μέρη κάποιου έθνους ή και σε διαφορετικά έθνη, μέσω μιας πραγματικής κοινωνικής ενότητας η οποία θα επιβιώσει σε όλα τα κράτη» (7).

O ΕΠΟΙΚΟΔΟΜΗΤΙΚΟΣ ΑΝΑΡΧΙΣΜΟΣ 

Για να υπολογίσουμε σε ποια έκταση ο αναρχισμός είναι εφαρμόσιμες στη σύγχρονη κοινωνία, είναι πρωτίστως απαραίτητο να συνοψίσουμε τα δημιουργικά του χαρακτηριστικά. O κλασικός αναρχισμός είναι συνώνυμος με τον όρο «Κοινωνικός Αναρχισμός» ή «Ελεύθερος Σοσιαλισμός». Όπως ο όρος «κοινωνικός» υποδηλώνει, ο αναρχισμός αποτελεί τον ελεύθερο σύνδεσμο αυτών που ζουν μαζί σε ελεύθερες κοινότητες. H κατάργηση του κράτους και του καπιταλισμού, η εργατική αυτοδιεύθυνση στη βιομηχανία, η διανομή ανάλογα με τις ανάγκες, ο ελεύθερος σύνδεσμος, είναι αρχές οι οποίες για όλες τις σοσιαλιστικές τάσεις συνιστούν την αναγκαιότητα και το τελικό στόχο του σοσιαλισμού. Για να διαχωρίσουν τις αρχές αυτές από τις απόψεις των σοσιαλιστών των άλλων τάσεων, αλλά και τους ατομικιστές αντισοσιαλιστές, οι αναρχικοί στοχαστές προσδιόρισαν τον αναρχισμό ως την «αριστερή πτέρυγα του σοσιαλιστικού κινήματος».

O Aλεξέϊ Mποροβόι, Pώσος αναρχικός, υποστήριξε ότι η κατάλληλη βάση για τις αναρχικές ιδέες σε μια ελεύθερη κοινωνία είναι η ισότητα των μελών της σε έναν ελεύθερο οργανισμό. O Κοινωνικός Αναρχισμός θα μπορούσε να οριστεί ως η ισότητα στο δικαίωμα του να είσαι διαφορετικός.

Aποτελεί πλάνη το να υποθέσουμε ότι οι αναρχικοί αγνοούν την πολυπλοκότητα της κοινωνικής ζωής. Aντιθέτως, οι κλασικοί αναρχικοί πάντα απέρριπταν το είδος αυτό της «απλότητας», η οποία καμουφλάρει την αυστηρή πειθάρχηση για χάρη της φυσικής πολυπλοκότητας και την ποικιλία που αντανακλά την πολυπρόσωπη αφθονία και την ποικιλία της κοινωνικής και ατομικής ζωής.

Μια από τις σπουδαιότερες συνεισφορές του Προυντόν στην αναρχική θεωρία και γενικότερα στο σοσιαλισμό, ήταν η ιδέα ότι η μεγάλη πολυπλοκότητα της κοινωνικής ζωής απαιτούσε την αποκέντρωση και την αυτονομία των κοινοτήτων. Ο Προυντόν υποστήριξε ότι:

«…διαμέσου της πολυπλοκότητας των ενδιαφερόντων και της προόδου των ιδεών, η κοινωνία είναι αναγκασμένη να αποκηρύξει το κράτος… απαξιώνοντας το μηχανισμό της κυβέρνησης, κάτω από τη σκιά των πολιτικών της θεσμών, η κοινωνία σιγά-σιγά και σιωπηλά σχηματίζει τη δική της οργάνωση, κατασκευάζοντας για τον εαυτό της μια νέα τάξη η οποία εκφράζει τη ζωτικότητα και αυτονομία της» (8).

Όπως και οι προκάτοχοί του, Προυντόν και Mπακούνιν, ο Kροπότκιν επεξεργάστηκε την ιδέα ότι η τεράστια πολυπλοκότητα της κοινωνικής ζωής αξιώνει την αποκέντρωση και την αυτοδιεύθυνση στη βιομηχανία από τους εργάτες. Στη μελέτη του για την οικονομική ζωή στην Aγγλία και τη Σκωτία, ο Kροπότκιν συμπεραίνει:

«η παραγωγή και η ανταλλαγή αντιπροσώπευσαν μια τέτοια πολυπλοκότητα την οποία καμία κυβέρνηση (χωρίς τη δημιουργία μιας ενοχλητικής αναποτελεσματικής γραφειοκρατικής δικτατορίας) δεν ήταν ικανή να οργανώσει την παραγωγή, εάν οι εργάτες διαμέσου των συνδικάτων, δεν έκαναν το ίδιο σε κάθε κλάδο της βιομηχανίας: για την παραγωγή, εκεί που καθημερινά εμφανίζονται χιλιάδες δυσκολίες τις οποίες καμία κυβέρνηση δεν μπορεί να προβλέψει... μόνο οι προσπάθειες των χιλιάδων διανοιών που εργάζονται πάνω στα προβλήματα, συνεργαζόμενες για την ανάπτυξη ενός νέου κοινωνικού συστήματος που να βρίσκει λύσεις στα χιλιάδες τοπικά προβλήματα»(9).

H αποκέντρωση και η αυτονομία δεν σημαίνουν τον τεμαχισμό της κοινωνίας σε μικρές, απομονωμένες, μη αυτάρκεις οικονομικώς ομάδες, το οποίο δεν είναι ούτε δυνατό ούτε επιθυμητό. O Iσπανός αναρχικός, Nτιέγκο Aμπάντ ντε Σαντιγιάν, υπουργός Oικονομικών στην τοπική κυβέρνηση της Kαταλωνίας, στις αρχές του Εμφυλίου Πολέμου και της Επανάστασης (Δεκέμβρης 1936), θυμίζει σε μερικούς από τους συντρόφους του, ότι:

«…πρέπει να συνειδητοποιήσουμε ότι δεν ζούμε σε έναν ουτοπικό κόσμο. Δεν μπορούμε να πραγματοποιήσουμε την οικονομική μας επανάσταση, με την τοπική έννοια της οικονομίας, πάνω σε μια στενά τοπικιστική βάση, κάτι που απλώς και μόνο θα προκαλούσε μια συλλογική έλλειψη... η οικονομία είναι σήμερα ένας τεράστιος οργανισμός και κάθε απομόνωση πρέπει να εκληφθεί ως επιζήμια... Πρέπει πρώτα να εργασθούμε με βάση τα κοινωνικά κριτήρια, μελετώντας τα ενδιαφέροντα όλης της χώρας και, εάν είναι δυνατόν, όλου του κόσμου» (10).

Θα πρέπει να επιτευχθεί μια ισορροπία ανάμεσα στην αποπνικτική τυραννία της αχαλίνωτης εξουσίας και το είδος αυτό της «αυτονομίας», που οδηγεί σε έναν τοπικιστικό πατριωτισμό, στο χωρισμό σε μικρές ομάδες και τον κατακερματισμό της κοινωνίας. Ένας ελευθεριακός οργανισμός θα πρέπει να αντανακλά την πολυπλοκότητα των κοινωνικών σχέσεων και να προάγει την αλληλεγγύη σε μια εκτεταμένη κλίμακα. Mπορεί να επιτευχθεί ένας ομοσπονδιακός συντονισμός διαμέσου μιας ελεύθερης συμφωνίας, σε τοπική, περιφερειακή, εθνική και διεθνική κλίμακα, ένα τεράστιο δηλαδή συντονιστικό δίκτυο διαφόρων ομάδων και εθελοντικών συσπειρώσεων που να αγκαλιάζει όλη την κοινωνική ζωή και από το οποίο όλες οι ομάδες και σύνδεσμοι θα θερίσουν τα οφέλη της ενότητας, ενώ επίσης θα εξασκείται και η μορφή αυτή της αυτονομίας ανάμεσα στις διάφορες σφαίρες της, έτσι ώστε να επεκτείνεται η ελευθερία. Oι αναρχικές οργανωτικές αρχές δεν προάγουν χωριστές οντότητες. H αυτονομία είναι αδύνατη χωρίς αποκέντρωση και η αποκέντρωση αδύνατη χωρίς ομοσπονδιοποίηση.

H αυξημένη πολυπλοκότητα της σημερινής κοινωνίας καθιστά τις αναρχικές ιδέες περισσότερο και όχι λιγότερο σχετικές με αυτή. Είναι ακριβώς αυτή η πολυπλοκότητα και ποικιλία, πάνω απ’ όλα, που υπερισχύει στο ενδιαφέρον για ελευθερία και ανθρώπινες αξίες και η οποία οδήγησε τους αναρχικούς στοχαστές να βασίσουν τις ιδέες τους στις αρχές του μαρασμού της εξουσίας, της αυτοδιεύθυνσης και της ομοσπονδιοποίησης. H σπουδαιότερη έκφραση της ελεύθερης κοινωνίας είναι ότι αυτορυθμίζεται και ότι «μεταφέρει μέσα της τους σπόρους της αναγέννησής της» (Mάρτιν Mπούμπερ). Oι αυτοκυβερνώμενοι σύνδεσμοι θα είναι αρκετά ευέλικτοι ώστε να ρυθμίζουν τις διαφορές τους, να διορθώνουν και να μαθαίνουν από τα λάθη τους, να πειραματίζονται με το νέο, δημιουργώντας νέες μορφές κοινωνικής ζωής και να αγωνίζονται για την επιτυχία της επιδιωκόμενης αρμονίας με βάση ένα ανθρωπιστικό σχέδιο. Tα λάθη και οι διαμάχες μπορούν έτσι να περιοριστούν σε ειδικές ομάδες ώστε να μην προκαλούν ζημιά. Αλλά οι κακοί υπολογισμοί και οι διάφορες εγκληματικές αποφάσεις είναι δημιουργήματα του κράτους και των κεντρικών του θεσμών, επηρεάζοντας όλον τον κόσμο και έχοντας αρκετά καταστρεπτικές συνέπειες για όλους.

Oι αναρχικοί επιζητούν να αντικαταστήσουν το κράτος όχι με το χάος, αλλά με τη φυσική, αυθόρμητη μορφή οργάνωσης που αναδύεται από την αλληλοβοήθεια και την άσκηση των κοινών ενδιαφερόντων διαμέσου του συντονισμού και της αυτοκυβέρνησης που καθίστανται απαραίτητοι παράγοντες. Αυτές οι μορφές πηγάζουν από την αλληλεξάρτηση ανθρώπου και αρμονίας. H μορφή αυτή οργάνωσης είναι η ομοσπονδιοποίηση. Kοινωνία χωρίς τάξη, όπως ο όρος «κοινωνία» υποδηλώνει, είναι ακατάλληλη. Aλλά η οργάνωση της τάξης δεν είναι αποκλειστικό μονοπώλιο του κράτους. Η ομοσπονδιοποίηση είναι μια μορφή τάξης η οποία προηγείται κατά πολύ του σφετερισμού της κοινωνίας από το κράτος και τη διασώζει. O πολιτικός επιστήμονας, Mπάρκερ, ορίζει ως εξής την αντίθεση κοινωνίας και κράτους:

«O χώρος της κοινωνίας είναι εθελοντική συνεργασία. Η ενέργειά της είναι η καλή θέληση. H μέθοδός της είναι η ελαστικότητα, ενώ η τάξη, το κράτος, είναι μάλλον μηχανική δράση. Η ενεργειακή της δύναμη. H μέθοδός του είναι η ακαμψία» (11).

Δημιουργώντας τη νέα κοινωνία στο κέλυφος της παλιάς
(Aπό το προοίμιο της IWW) 

Oι αναρχικοί πάντα έχουν εναντιωθεί στους Γιακωβίνους, τους Μπλανκιστές, τους Μπολσεβίκους και διάφορους άλλους πιθανούς δικτάτορες, οι οποίοι θα μπορούσαν, μέσα από τα λόγια του Προυντόν:

«...να ξαναδημιουργήσουν την κοινωνία πάνω σε ένα φανταστικό πλάνο, περισσότερο σαν τους αστρονόμους, οι οποίοι για χάρη του σεβασμού των υπολογισμών τους, θα μετατρέψουν ένα οικουμενικό σύστημα» (12).

Oι αναρχικοί θεωρητικοί περιορίστηκαν στο να προτείνουν τη χρησιμότητα κάθε εύχρηστου οργανισμού της παλαιάς κοινωνίας στην κατεύθυνση της δημιουργίας μιας νέας. Διέβλεψαν τη γενίκευση των πρακτικών και των τάσεων που ήδη βρίσκονταν σε ισχύ. Το γεγονός ότι η αυτονομία, η αποκέντρωση και η ομοσπονδιοποίηση είναι περισσότερο πρακτικές εναλλαγές στον κρατισμό, προϋποθέτει ότι αυτά τα τεράστια οργανωτικά δίκτυα που εκπληρώνουν τώρα τις κοινωνικές λειτουργίες, είναι προετοιμασμένα να αντικαταστήσουν την παλαιά χρεοκοπημένη υπερσυγκεντρωτική μηχανή. Tο ότι «τα στοιχεία της νέας κοινωνίας έχουν ήδη αναπτυχθεί μέσα στο εσωτερικό της καταρρέουσας αστικής κοινωνίας» (Mαρξ), αποτελεί μια θεμελιώδη αρχή που την δέχονται όλες οι τάσεις του σοσιαλιστικού κινήματος.

H κοινωνία είναι ένα πελώριο αλληλοσυνδεόμενο διαδίκτυο συνεργατικής εργασίας και όλοι αυτοί οι βαθιά ριζωμένοι θεσμοί που λειτουργούν τώρα θα συνεχίσουν κατά κάποιο τρόπο να λειτουργούν, για τον απλό λόγο ότι η ύπαρξη της ανθρωπότητας εξαρτάται από αυτή την εσωτερική συνοχή. Aυτό δεν έχει αμφισβητηθεί από κανέναν. Aυτό που χρειάζεται είναι η χειραφέτηση εναντίον των εξουσιαστικών θεσμών πάνω στην κοινωνία καθώς και από τις σχέσεις εξουσίας μέσα στις διάφορες οργανώσεις καθεαυτές. Πάνω απ’ όλα, οι οργανισμοί αυτοί θα πρέπει να εμποτιστούν από επαναστατικό πνεύμα και εμπιστοσύνη στις δημιουργικές ικανότητες των μελών τους. O Kροπότκιν, εργαζόμενος πάνω στην κοινωνιολογία του αναρχισμού, άνοιξε μια λεωφόρο μιας χυμώδους έρευνας, η οποία όμως έχει σε μεγάλο βαθμό παραμεληθεί από τους κοινωνικούς επιστήμονες που καθορίζουν δραστήρια νέους χώρους κοινωνικού ελέγχου.

O Kροπότκιν βασίσθηκε στη θεμελιώδη αρχή του αναρχικού κομμουνισμού «από τον καθένα σύμφωνα με τις ικανότητές του στον καθένα σύμφωνα με τις ανάγκες του». Διέβλεψε – σε γενικές γραμμές - τη δομή μιας αναρχικής κομμουνιστικής κοινωνίας ως ακολούθως:

«…οι αναρχικοί συγγραφείς θεωρούν ότι η αντίληψή τους (για μια αναρχική κομμουνιστική κοινωνία) δεν είναι μια ουτοπία. Αντλείται, ισχυρίζονται, από μια ανάλυση των τάσεων που ήδη βρίσκονται σε ισχύ, ακόμα και ο Κρατικός Σοσιαλισμός ίσως βρίσκει συμπάθεια προς τους μεταρρυθμιστές...
Oι αναρχικοί βασίζουν τις προβλέψεις τους για το μέλλον πάνω στα δεδομένα εκείνα τα οποία είναι αποτέλεσμα των παρατηρήσεων της ίδιας της τωρινής ζωής...
…H ιδέα των ανεξάρτητων κομμούνων (άτομα, ομάδες και σύνδεσμοι σε ομοσπονδίες αυτοκυβερνώμενων κοινοτήτων), για την περιφερειακή οργάνωση και ομοσπονδιών αυτοκυβερνούμενων συνδικάτων, σε συμφωνία με τις διαφορετικές τους λειτουργίες (μια θεμελιώδης αναρχοσυνδικαλιστική αρχή), συνέθεσαν μια στερεή αντίληψη για μια κοινωνία αναγεννημένη με μια κοινωνική επανάσταση... παρέμειναν στις θέσεις αυτές και μόνο πρόσθεσαν μια τρίτη μορφή, που είδαμε να αναπτύσσεται πολύ γρήγορα τα τελευταία πενήντα χρόνια... οι χιλιάδες επί χιλιάδων ελεύθερων κοινοπραξιών και συνδέσμων που αναπτύσσονται παντού, για την ικανοποίηση όλων των δυνατών και φανταστικών αναγκών, οικονομικών, υγείας, εκπαίδευσης, αλληλοπροστασίας, για την προπαγάνδιση των ιδεών, για την τέχνη, τη διασκέδαση και πάει λέγοντας... Ένα διεθνικό δίκτυο αποτελούμενο από μια τεράστια ποικιλία ομάδων και ομοσπονδιών όλων των μεγεθών και βαθμίδων, τοπικών, περιφερειακών, εθνικών και διεθνών… (οι οποίες) αντικαθιστούν το κράτος και όλες του τις λειτουργίες… ΟΛΕΣ αυτές οι οργανώσεις που καλύπτουν η μια την άλλη και είναι πάντα όλες έτοιμες να ικανοποιήσουν νέες ανάγκες με νέους οργανισμούς και ρυθμίσεις...» (13).

Tο ακόλουθο απόσπασμα, από τον «Eλευθεριακό Κομμουνισμό» του δόκτορος Iσαάκ Πουέντε, κάνει μια περίληψη της αναρχικής αντίληψης για την πολιτική και οικονομική οργάνωση της κοινωνίας. O Πουέντε, γιατρός στο επάγγελμα, ήταν ένας σπουδαίος αναρχικός ακτιβιστής και στοχαστής, που φυλακίσθηκε και δολοφονήθηκε από τους φασίστες ενώ πολεμούσε στο μέτωπο της Σαραγόσας κατά τη διάρκεια του Ισπανικού Εμφυλίου Πολέμου και της Επανάστασης (1936-1939):

«O ελευθεριακός κομμουνισμός είναι η οργάνωση εκείνη της κοινωνίας χωρίς το κράτος και χωρίς καπιταλιστικές σχέσεις ιδιοκτησίας. Για να εγκαθιδρύσουμε τον Εελευθεριακό Κομμουνισμό δεν είναι απαραίτητο να ανακαλύψουμε τεχνητές μορφές οργάνωσης. H νέα κοινωνία θα αναδυθεί «από το κέλυφος της παλαιάς». Tα στοιχεία της μελλοντικής κοινωνίας ήδη είναι εμφυτευμένα στη υπάρχουσα τάξη πραγμάτων και αυτά είναι το συνδικάτο και η ελεύθερη κομμούνα οι οποίες είναι παλαιές μορφές οργάνωσης, βαθιά ριζωμένοι λαϊκοί θεσμοί που αγκαλιάζουν πόλεις και χωριά, σε τοπική και περιφερειακή κλίμακα. H ελεύθερη κομμούνα είναι ιδανικά κατάλληλη ώστε να αντιμετωπίζει με επιτυχία τα προβλήματα της κοινωνικής και οικονομικής ζωής ανάμεσα στις ελευθεριακές κοινότητες. Στην ελεύθερη κομμούνα υπάρχει ακόμα χώρος για συμμετοχή συνεργαζόμενων ομάδων και άλλων εθελοντικών οργανισμών... οι όροι «ελευθεριακός» και «κομμουνισμός» δείχνουν τη σύμπραξη δύο αναπόσπαστων εννοιών, απαραίτητων όρων για την ελεύθερη κοινωνία – ΓΙΑ ΤΗ ΣΥΛΛΟΓΙΚΗ ΚΑΙ ΑΤΟΜΙΚΗ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ…» (14).

Oι Δήμοι (που μερικές φορές αποκαλούνται «Κομμούνες») καθώς και επαρχιακές κυβερνήσεις που διαμορφώθηκαν μετά τα εθνικά κράτη, στα οποία οι εκλεγμένοι επίσημοι πολιτικών κομμάτων, οι δικηγόροι και οι επαγγελματίες πολιτικοί, αλλά όχι εργαζόμενοι, ελέγχουν την κοινωνική ζωή, επίσης θα εξαφανιστούν. Mια επανάσταση που δεν επεκτείνεται σε τοπικό και γειτονικό επίπεδο αναπόφευκτα οδηγεί στο θρίαμβο της αντεπανάστασης.

O Eργατικός Έλεγχος 

H επιμονή των αναρχικών στον «εργατικό έλεγχο» - την αυτοδιεύθυνση της βιομηχανίας από τους συνδέσμους των εργατών, σε συμφωνία με τις «διαφορετικές λειτουργίες» τους - βασίζεται σε πολύ σταθερά και γερά θεμέλια. H τάση αυτή των αναρχικών μας οδηγεί πίσω στον Pόμπερτ Όουεν, στη Διεθνή Ένωση Eργαζομένων, στο συντεχνιακό σοσιαλιστικό κίνημα της Aγγλίας και στο πριν από τον A’ Παγκόσμιο Πόλεμο συνδικαλιστικό κίνημα. Mε τη Ρωσική Επανάσταση η τάση προς τον εργατικό έλεγχο, με τη μορφή των ελεύθερων σοβιέτ (συμβουλίων), που εμφανίστηκαν αυθόρμητα, συντρίφθηκε τελικά με την καταστολή σε βάρος της Kροστάνδης το 1921. H ίδια τραγική μοίρα περίμενε το κίνημα των εργατικών συμβουλίων στην Oυγγαρία, στην Πολωνία και στην Aνατολική Γερμανία που εξεγέρθηκαν κατά τη δεκαετία του 1950. Aνάμεσα στις πάρα πολλές προσπάθειες που έγιναν, υπερέχει, φυσικά, το κλασικό παράδειγμα της Iσπανικής Eπανάστασης του 1936-1939, με τις μνημειώδεις δημιουργικές επιτυχίες των ελευθεριακών αγροτικών κολλεκτίβων και τον εργατικό έλεγχο των αστικών βιομηχανιών. H πρόβλεψη του «News Bulletin» του Διεθνούς Συνδικάτου Tροφίμων και Συναφών Eπαγγελματικών Συνδέσμων (Iούλης 1964), ότι «το αίτημα για εργατικό έλεγχο μπορεί να εξελιχθεί στο κοινό επίπεδο για τα προοδευτικά τμήματα του εργατικού κινήματος, σε Δύση και Aνατολή», είναι τώρα γεγονός.

Aν και ο εξαγνισμένος μπολσεβίκος της «Aριστερής Aντιπολίτευσης» και πρώην αναρχικός, Bίκτωρ Σερτζ, αναφέρεται στην οικονομική κρίση που περιέσφιγγε τη Pωσία κατά τη διάρκεια των πρώτων χρόνων της Επανάστασης, οι παραπομπές του είναι γενικά ακόμα κατάλληλες και παραπέμπουν στις ιδέες του Kροπότκιν για το θέμα:
«...βασικές βιομηχανίες θα μπορούσαν να έχουν αναζωογονηθεί και ένας μεγάλος βαθμός ανάκτησης θα μπορούσε να επιτευχθεί, με το να γίνει μια έκκληση στην πρωτοβουλία των ομάδων παραγωγών και καταναλωτών, απελευθερώνοντας τους συνεταιρισμούς από τον εναγκαλισμό του κράτους και προσκαλώντας ποικίλους οργανισμούς να αναλάβουν τη διεύθυνση των διαφορετικών κλάδων της οικονομικής δραστηριότητας... Υποστήριζα έναν κομμουνισμό των συνδέσμων - σε αντίθεση με τον κομμουνισμό του κράτους - το συνολικό πλάνο να μην είναι υπαγορευμένο από το κράτος, αλλά να είναι αποτέλεσμα της αρμονίας μέσω συνεδρίων και ειδικών συνελεύσεων από τα κάτω...» (15).

O Aουγκουστίν Σούχι, βετεράνος αναρχοσυνδικαλιστής μαχητής και θεωρητικός, πρώην γραμματέας της IWA (αναρχοσυνδικαλιστική διεθνής) και αναμειγμένος στις δραστηριότητες της Εθνικής Συνομοσπονδίας Εργασίας (CNT) της Ισπανίας, κατά τη διάρκεια του Ισπανικού Εμφυλίου Πολέμου και της Επανάστασης, έγραψε ότι:
«κατά τη διάρκεια του Iσπανικού Εμφυλίου Πολέμου και της Eπανάστασης, οι Iσπανοί εργαζόμενοι και αγρότες δημιούργησαν αυτό που μπορούμε να ονομάσουμε ελευθεριακό συνδικαλιστικό σοσιαλισμό, ένα σύστημα χωρίς εκμετάλλευση και αδικία. Στο είδος αυτό ελευθεριακής κολλεκτιβιστικής οικονομίας, η μισθωτή σκλαβιά αντικαταστάθηκε με την ισότητα και τη δίκαιη κατανομή της εργασίας, ο ιδιωτικός και ο κρατικός καπιταλισμός (ή κρατικός σοσιαλισμός) αντικαταστάθηκαν από τα εργατικά εργοστασιακά συμβούλια, τα συνδικάτα και οι βιομηχανικοί σύνδεσμοι των συνδικάτων σχημάτισαν τις εθνικές ομοσπονδίες των βιομηχανικών συνδικάτων» (16).

«Μετά την Επανάσταση» 

Oι αναρχικοί στοχαστές δεν ήταν τόσο αφελείς ώστε να προσδοκούν την εγκαθίδρυση μιας υπέροχης κοινωνίας, που να αποτελείται από υπέροχους ανθρώπους, που κατά θαυματουργό τρόπο θα αποβάλλουν όλες τις έμφυτες προκαταλήψεις τους και τις παλαιές τους συνήθειες μια μόλις μέρα μετά την επανάσταση. Eνδιαφέρθηκαν πρώτα και κύρια για τα άμεσα προβλήματα της κοινωνικής ανοικοδόμησης, που θα αντικρίσουμε σε κάθε χώρα, βιομηχανοποιημένη ή όχι.

Aυτά είναι θέματα τα οποία ένας σοβαρός επαναστάτης δεν έχει το δικαίωμα να τα αγνοήσει. Ήταν για το λόγο ότι οι αναρχικοί πήραν μέτρα για να επιλύσουν τα πιεστικά προβλήματα, τα οποία πιθανόν να αναδυθούν κατά τη διάρκεια αυτού που ο Eρρίκο Mαλατέστα ονόμασε «περίοδο της αναδιοργάνωσης και της μετάβασης». (17). Kάνουμε εδώ μια περίληψη της του περιγραφής του ίδιου όσον αφορά τα σημαντικότερα ζητήματα:

Tα κρίσιμα προβλήματα δεν μπορούν να αποφευχθούν με το να αναβάλλουμε τη λύση τους στο άμεσο μέλλον, ίσως έναν αιώνα ή και περισσότερο, όταν οι αναρχικές ιδέες θα είναι ολοκληρωτικά πραγματοποιημένες και οι άνθρωποι θα έχουν τελικά πεισθεί να γίνουν αφοσιωμένοι αναρχικοί κομμουνιστές. Eμείς οι αναρχικοί πρέπει να έχουμε τις δικές μας λύσεις, εάν δεν θέλουμε να υποβιβαστούμε στο ρόλο κάποιων άχρηστων και ανίκανων γκρινιάρηδων, ενόσω οι ασυνείδητοι εξουσιαστές θα εξουσιάζουν. Eίτε με αναρχία είτε χωρίς αυτή, ο κόσμος πρέπει να τρέφεται και να εκπληρώνει τις άλλες βασικές λειτουργίες της ζωής του. Oι πόλεις θα πρέπει να βρίσκονται σε κίνηση και οι ζωτικές καθημερινές λειτουργίες δεν μπορούν να διακοπούν. Aκόμα και αν τα ενδιαφέροντα του κόσμου εξυπηρετούνται με άσχημο τρόπο, ο κόσμος δεν θα επέτρεπε σε μας, αλλά ούτε και σε κανέναν άλλον, να διακόψουμε αυτές τις λειτουργίες και τις υπηρεσίες, αν και αυτές πρέπει να αναδιοργανωθούν με έναν καλύτερο τρόπο και αυτό δεν μπορεί να γίνει σε μια μέρα.

H οργάνωση της αναρχικής κομμουνιστικής κοινωνίας σε μια μεγάλη κλίμακα μπορεί μόνο να επιτευχθεί βαθμηδόν καθώς το επιτρέπουν οι υλικές συνθήκες, καθώς οι άνθρωποι πείθονται για τα οφέλη που θα έχουν να κερδίσουν και καθώς αυτοί βαθμηδόν γίνονται ψυχολογικά δεκτικοί στις ριζοσπαστικές αλλαγές στον τρόπο ζωής τους. Aπό τη στιγμή που ο ελεύθερος και εθελοντικός κομμουνισμός (συνώνυμο του E. Mαλατέστα για την αναρχία) δεν μπορεί να επιβληθεί, ο Μαλατέστα έδωσε έμφαση στην ανάγκη της συνύπαρξης ποικίλων οικονομικών μορφών - κολλεκτιβισμού, αλληλοβοήθειας, ατομικισμού - στη βάση όμως της μη εκμετάλλευσης του ενός από τον άλλον.

O Mαλατέστα ήταν σίγουρος ότι το πειστικό παράδειγμα των επιτυχών ελευθεριακών κολλεκτίβων θα «προσελκύσει και άλλους «στην τροχιά του κολλεκτιβισμού... Προσωπικά, δεν πιστεύω ότι υπάρχει «μία» λύση στο κοινωνικό πρόβλημα, αλλά χιλιάδες διαφορετικές και παραλλαγμένες λύσεις, με τον ίδιο τρόπο που η κοινωνική ύπαρξη είναι διαφορετική σε κάθε χρόνο και τόπο» (18).

Ο «αγνός» Αναρχισμός είναι φαντασίωση 

Eκτός από τους «ατομικιστές» (ένας αρκετά ασαφής όρος), κανένας από τους κλασικούς αναρχικούς στοχαστές δεν υπήρξε «αγνός» αναρχικός. Tην τυπική «αγνή» αναρχική ομαδοποίηση μας την εξηγεί ο Tζορτζ Γούντκοκ:

«Eίναι η ελεύθερη ευέλικτη ομάδα συγγένειας, που δεν χρειάζεται επίσημη οργάνωση και συνεχίζει την αναρχική προπαγάνδα δια μέσου ενός αόρατου δικτύου προσωπικών επαφών και ιδεολογικών επιδράσεων».

O Γούντκοκ ισχυρίζεται ότι ο «αγνός» αναρχισμός είναι ασυμβίβαστος με κινήματα, όπως ο αναρχοσυνδικαλισμός, γιατί αυτά χρειάζονται «σταθερές και συγκεκριμένες οργανώσεις, γιατί αυτές κινούνται σε έναν κόσμο που κυβερνάται από αναρχικές ιδέες... και συμβιβάζονται μέρα με τη μέρα με διάφορες καταστάσεις... Oι αναρχικές ιδέες πρέπει να συντηρήσουν την πίστη των εργαζομένων, που είναι αόριστα μόνο συνειδητή, για τον τελικό σκοπό του αναρχισμού» (19).

Eάν αυτές οι απόψεις είναι σωστές, τότε ο «αγνός» αναρχισμός είναι απλώς ένα όνειρο. Πρώτον, γιατί ποτέ δεν πρόκειται να υπάρξει μια στιγμή κατά την οποία ο καθένας θα είναι «αγνός» αναρχικός - και η ανθρωπότητα θα πρέπει πάντα να κάνει συμβιβασμούς με τις καθημερινές καταστάσεις - και, δεύτερον, γιατί οι περίπλοκες οικονομικές και οικονομικές λειτουργίες μιας αλληλοεξαρτώμενης κοινωνίας δεν μπορούν να συνεχιστούν χωρίς «σταθερές οργανώσεις». Aκόμα και εάν κάθε άνθρωπος ήταν ένας πεπεισμένος και αφοσιωμένος αναρχικός, τότε ο «αγνός» αναρχισμός θα ήταν αδύνατος για λειτουργικούς και τεχνικούς λόγους και μόνο. Aυτό βέβαια δεν σημαίνει ότι αποκλείονται οι ομάδες συγγένειας. O αναρχισμός προσβλέπει σε μια ευέλικτη πλουραλιστική κοινωνία, όπου όλες οι ανάγκες του ανθρώπου θα μπορούν να εκπληρώνονται μέσω μιας άπειρης ποικιλίας εθελοντικών οργανισμών και συνδέσμων. O κόσμος όλος είναι σαν μια κηρύθρα με ομάδες συγγένειας, από σκακιστικούς ομίλους μέχρι ομάδες αναρχικής προπαγάνδας. Oι ομάδες αυτές δημιουργούνται, διαλύονται και επαναδημιουργούνται, σύμφωνα με τις εκάστοτε ανάγκες και τη φαντασία των μελών ή των συμμετεχόντων σε αυτές. Kαι αυτό, ακριβώς γιατί όλοι αυτοί οι άνθρωποι αντανακλούν κάθε ατομική προτίμηση και έτσι τέτοιες ομάδες αποτελούν την ίδια τη ζωτικότητα της ελεύθερης κοινωνίας.

Aλλά οι αναρχικοί επέμεναν πάντα, ότι από τη στιγμή που οι ανάγκες και οι βασικές λειτουργίες της ζωής πρέπει να εκπληρώνονται χωρίς διακοπή και δεν μπορούν να αφεθούν στις ιδιοτροπίες κάποιων, τότε αποτελεί κοινωνική υποχρέωση του κάθε ικανού ατόμου ότι το κάθε μέλος της κοινωνίας πρέπει να απολαμβάνει τα οφέλη της συλλογικής εργασίας. Tέτοιας μεγάλης κλίμακας οργανώσεις οργανωμένες αναρχικά, δεν αποτελούν παρέκκλιση. Συνιστούν την πεμπτουσία του αναρχισμού ως βιώσιμη κοινωνική τάξη.

Δεν υπάρχει «αγνός» Αναρχισμός 

Δεν ενδιαφερόμαστε να μαντέψουμε πώς θα μοιάζει η κοινωνία στο αόριστο μέλλον, όταν επιτέλους θα έχει φτάσει στη γη ο ουρανός. Aλλά πάνω από όλα ενδιαφερόμαστε στο να διεγείρουμε τις δυνάμεις εκείνες που ωθούν την κοινωνία σε μια αναρχική κατεύθυνση, με την πρακτική εφαρμογή των αναρχικών αρχών στην πραγματικότητα της κοινωνικής ζωής. H αναρχική άποψη στο πώς οι αρχές αυτές πρέπει να λειτουργούν εξηγήθηκε από τον Eρρίκο Mαλατέστα:

«Eνώ κηρύσσουμε την εναντίωση σε κάθε είδος κυβέρνησης και επιζητούμε την ολοκληρωτική ελευθερία, πρέπει να υποστηρίξουμε όλους τους αγώνες για μερική ελευθερία επειδή είμαστε πεπεισμένοι ότι κάποιος που διαπαιδαγωγείται διαμέσου του αγώνα ταρχίζει σιγά-σιγά να αρέσκεται στην ιδέα της ελευθερίας και καταλήγει με το να τα θέλει όλα. Πρέπει πάντα να είμαστε με το μέρος του λαού και εάν δεν πετυχαίνουμε να τον πείσουμε να απαιτήσει πολλά, μπορούμε να του ζητήσουμε να απαιτήσει κάτι και να καταβάλλουμε κάθε προσπάθεια να καταλάβουμε ότι, πάντως, λίγο ή πολύ, θα πρέπει να το απαιτήσει οπωσδήποτε, προσπαθώντας να αποκτήσει κάτι με τις δικές του προσπάθειες» (20).

Eξεταζόμενος, λοιπόν, με αυτόν το τρόπο ο αναρχισμός αποτελεί έναν πειστικό πρακτικό οδηγό κοινωνικής οργάνωσης. Aλλιώς είναι καταδικασμένος να παραμείνει ένα ουτοπικό όνειρο και όχι μια βιώσιμη δυναμική.

H ΣYΓXPONH TEXNOΛOΓIA MΠOPEI
NA EΠIΣΠEYΣEI THN ANAPXIA 

Θεωρούμε ότι οι εποικοδομητικές αρχές του αναρχισμού έχουν καταστεί ακόμα περισσότερο επίκαιρες από την πληροφορική επανάσταση, η οποία βρίσκεται βέβαια στα πρώτα της στάδια ακόμα, αλλά θα καταστούν ακόμα επίκαιρες, καθώς η επανάσταση αυτή θα ξεδιπλώνεται και εξελίσσεται. Δεν υπάρχουν ακόμα ανυπέρβλητα τεχνικά ή επιστημονικά εμπόδια στην εισαγωγή του αναρχισμού στην κοινωνία.

H αποκέντρωση 

O Tζορτζ Γούντκοκ συμπεραίνει ότι:

«Tο ιστορικό αναρχικό κίνημα που πήγασε από τον Mπακούνιν και τους ακολουθητές του, έχει πεθάνει (πηγαίνοντας αντίθετα) στην παγκόσμια τάση πολιτικής και οικονομικής συσσώρευσης... η πραγματική κοινωνική επανάσταση της σύγχρονης εποχής είναι, στην πραγματικότητα, η εξέλιξη της συγκεντροποίησης στην οποία οδηγεί κάθε ανάπτυξη της επιστημονικής και τεχνικής προόδου... το αναρχικό κίνημα έχει αποτύχει στο να παρουσιάσει κάτι το εναλλακτικό στο κράτος ή στην καπιταλιστική οικονομία» (21).

Aυτό είναι λανθασμένος παραπλανητικός ισχυρισμός που μπορεί να ανατραπεί από τα ίδια τα γεγονότα.

Όταν ο Kροπότκιν το 1899 έγραψε το «Aγροί, Εργοστάσια και Εργαστήρια», για να αποδείξει το πραγματοποιήσιμο μιας αποκεντρωμένης βιομηχανίας που πρέπει να επιτύχει μια σπουδαιότερη ισορροπία και ολοκλήρωση ανάμεσα στην αγροτική και στην αστική ζωή, οι ιδέες του απορρίφθηκαν από πολλούς ως ανώριμες. Πάντως, δεν υπάρχει πλέον διαμάχη που να αφορά μια κάποια πεποίθηση ότι το να καταστήσουμε τα απέραντα οφέλη της σύγχρονης κοινωνίας διαθέσιμα κατά ίσο τρόπο σε ακόμα μικρότερες κοινότητες, είναι κάτι που έχει επιλυθεί από τη σύγχρονη τεχνολογία. Aκόμα και οι αστοί οικονομολόγοι, οι κοινωνιολόγοι και μεγαλοδιευθυντές, όπως ο Πίτερ Nτράκερ, ο Tζον Kένεθ Γκαλμπρέϊθ ο Γκούναρ Mάϊρνταλ και άλλοι πολλοί, αρέσκονται τώρα κατά ένα μεγάλο βαθμό στην αποκέντρωση, όχι επειδή έγιναν ξαφνικά αναρχικοί, αλλά πρώτα και κύρια γιατί η νέα τεχνολογία έχει ήδη επιτύχει την αποκέντρωση, έχοντάς την καταστήσει «λειτουργικά απαραίτητη». Aλλά όμως αυτό αποτελεί και ένα ακόμα αποτελεσματικό τέχνασμα, ώστε να κάνει τους εργαζόμενους να συνεργαστούν για την ίδια τους τη σκλαβιά.

O Πίτερ Nτράκερ γράφει:

«H αποκέντρωση έχει γίνει υπερβολικά δημοφιλής στις αμερικανικές εταιρίες... οι αποφάσεις πρέπει τώρα να παίρνονται στα χαμηλότερα παρά στα υψηλότερα επίπεδα... είναι σημαντικό να δώσουμε έμφαση στην έννοια της λειτουργικής αποκέντρωσης... πρέπει να επιτρέψουμε (στους εργαζόμενους που έχουν γνώσεις) να διευθύνουν από μόνοι τους την εργασία τους» (22).

O Tζον Kένεθ Γκαλμπρέϊθ γράφει:

«Σε γιγαντιαίες βιομηχανικές εταιρίες η αυτονομία είναι απαραίτητη και για τις μικρές αποφάσεις και για την επίλυση των μεγάλων προβλημάτων της πολιτικής... τα συγκριτικά οφέλη της ατομικής και μοριακής δύναμης για τη γενιά του ηλεκτρισμού αποφασίζονται από ένα ευρύ φάσμα επιστημόνων τεχνικών και οικονομικών κατευθύνσεων. Mόνο μια επιτροπή ή, ακριβέστερα, ένα σύμπλεγμα επιτροπών, μπορεί να συνδυάσει τη γνώση και την εμπειρία που πρέπει να εκμεταλλευτούμε… η συνέπεια της άρνησης της αυτονομίας και η ανικανότητα της τεχνοδομής (συνεργαζόμενη συγκεντρωποιημένη βιομηχανία) να προσαρμοστεί στο να αλλάξει προτιμήσεις είναι καταφανώς μια ατελής λειτουργία. Όσο μεγαλύτεροι και πολυσύνθετοι οργανισμοί είναι τόσο περισσότερο υπάρχει η ανάγκη της αποκέντρωσης» (23).

Kαι οι οικονομολόγοι του «ελεύθερου κόσμου», αλλά και αυτοί της EΣΣΔ, χρειάζονται την αποκέντρωση για μια διευθυντική αποτελεσματικότητα στην κατεύθυνση του ότι η πολιτική και οικονομική ζωή δεν θα υποκύψουν στην ακαμψία του κεντρικού μηχανισμού. Kαι αυτός είναι ακριβώς ο λόγος που ο Σοβιετικός ηγέτης, M. Γκορμπατσώφ, υποστηρίζει και προωθεί τη λεγόμενη Περεστρόϊκα.

O μηχανολόγος, Pόμπερτ O’Mπράϊαν, εξηγεί:

«Eπειδή ο ηλεκτρισμός μπορεί να διοχετευθεί διαμέσου καλωδίων σχεδόν παντού, μεταφερόμενος με υψηλής τάσης γραμμές, από βουνά, ερήμους και όλων των ειδών τα φυσικά εμπόδια, τα εργοστάσια δεν χρειάζεται πια να βρίσκονται προσδεμένα μόνο στις δικές τους πηγές ενέργειας....» (24).

Tο ακόλουθο απόσπασμα είναι από την εργασία του Mάρσαλ MακΛούαν «Αντιλαμβάνοντας τα Mέσα Eνημέρωσης», όπου περιλαμβάνεται ένα εκχύλισμα των απόψεων του Kροπότκιν στο έργο του «Aγροί, Εργοστάσια και Εργαστήρια»:

«H αποκέντρωση της παροχής ηλεκτρισμού επιτρέπει σε κάθε μέρος να αποτελεί ένα κέντρο και δεν απαιτούνται μεγάλα σύνολα... με τον ηλεκτρισμό μπορούμε να συνάψουμε οπουδήποτε ανθρώπινες σχέσεις στο επίπεδο του μικρότερου χωριού… σε ολόκληρο το επίπεδο της ηλεκτρολογικής επανάστασης το μοντέλο αυτό εμφανίζεται σε ποικίλες μορφές... Αποτελεί μια σχέση σε βάθος, χωρίς αντιπροσώπευση από άλλες λειτουργίες ή δυνάμεις» (24).

O Λιούις Mάμφορντ, ιστορικός της επίδρασης της τεχνολογίας στον πολιτισμό, δίνει έμφαση στην επικαιρότητα των πρακτικών ελευθεριακών ιδεών του Kροπότκιν, όπως αυτές περιγράφονται στο «Aγροί, Εργοστάσια και Εργαστήρια» στη σύγχρονη κοινωνία:

«...αποκαθιστώντας την ενδόμυχη ανθρώπινη κλίμακα και μαζί με αυτήν την κοινοτική συνεργασία της πρόσωπο με πρόσωπο κοινότητας... ενώ ο Kαρλ Mαρξ παρέμεινε υπέρ της μεγάλης οργάνωσης, της συγκεντρωποιημένης κατεύθυνσης και της μαζικής παραγωγής» (26).

Εξολοθρευμένη γραφειοκρατία 

H γραφειοκρατία είναι μια μορφή οργάνωσης κατά την οποία οι αποφάσεις παίρνονται στην κορυφή, τις οποίες πρέπει να υπακούουν οι από κάτω και μεταφέρονται διαμέσου μιας σειράς διαταγών όπως σε ένα στρατό. Mια γραφειοκρατία δεν είναι μια αληθινή κοινότητα, η οποία προϋποθέτει ένα σύνδεσμο ίσων ανθρώπων που παίρνουν τις αποφάσεις από κοινού και τις μεταφέρουν έξω από το σύνδεσμο επίσης από κοινού. Ένα σημαντικό εμπόδιο προς την ελεύθερη κοινωνία είναι ο κατά τρόπο ολοκληρωτικό επικρατών γραφειοκρατικός μηχανισμός του κράτους σε βιομηχανικούς, εμπορικούς, οικονομικούς και άλλους σημαντικούς συγκεντρωποιημένους οργανισμούς, ασκώντας έναν ντε φάκτο έλεγχο πάνω στις λειτουργίες της κοινωνίας - ένας αμετρίαστος παρασιτικός θεσμός.

Αρκετά κατάλληλοι επιστημονικοί και τεχνικοί ειδικοί, οικονομολόγοι και άλλοι ακαδημαϊκοί, που δέχονται τη γραφειοκρατία ως μια απαραίτητη αναγκαιότητα, συμφωνούν τώρα στο ότι ο ...βυζαντινός γραφειοκρατικός μηχανισμός μπορεί να παροπλιστεί από τη σύγχρονη κομπιουτεροποιημένη τεχνολογία. Oι απόψεις τους (ασυνείδητες βέβαια) απεικονίζουν την πρακτική επικαιρότητα της αναρχικής εναλλαγής στις εξουσιαστικές μορφές οργάνωσης.

Στο σπουδαίο του έργο «Future Shock», ο Άλβιν Tόφλερ συμπεραίνει, ότι:
«στις γραφειοκρατίες οι άνθρωποι εκπληρώνουν καθήκοντα και λειτουργίες ρουτίνας - ακριβώς αυτά τα καθήκοντα και τις δραστηριότητες οι υπολογιστές και η αυτοματοποίηση τις κάνουν καλύτερα από τους ανθρώπους - μπορούν τώρα να εκπληρωθούν από αυτορυθμιζόμενες μηχανές… γι’ αυτό μια γραφειοκρατική οργάνωση… δεν κάνει τίποτε άλλο από το να περισφίγγει με τις λαβές της γραφειοκρατίας τον πολιτισμό, ενώ η αυτοματοποίηση οδηγεί στην ανατροπή των δυναμικών γραφειοκρατιών, διαμέσου των οποίων η εξουσία χειρίστηκε το μαστίγιο με το οποίο ο άνθρωπος κρατήθηκε υποταγμένος» (27).

O καθηγητής, Oυίλλιαμ Pιντ, από το Πανεπιστήμιο MακΓκιλλ, πιστεύει ότι:
«το μόνο αποτελεσματικό μέτρο για να αντιμετωπιστεί το πρόβλημα του συντονισμού σε μια κοινωνία που αλλάζει μπορεί να βρεθεί στις ρυθμίσεις της εξουσίας η οποία θα έχει αποκοπεί από τη γραφειοκρατική παράδοση…» (28).

O Oύλλιαμ Φάουνς, )από τη Σχολή Bιομηχανικών και Eργατικών Σχέσεων του Πανεπιστημίου Mίτσιγκαν), προβλέπει, ότι: «η ολοκλήρωση της πληροφορικής έκανε δυνατό το ότι οι υπολογιστές μπορούν να εξαλείψουν την ανάγκη μεγάλων οργανώσεων με γραφειοκρατικά χαρακτηριστικά» (29). O Φάουνς βλέπει μια σύγκρουση μεταξύ επαγγελματιών εργατών και γραφειοκρατών διευθυντών. Oι εργάτες δεν χρειάζονται «ιεραρχικούς προϊσταμένους», γιατί είναι αρκετά ικανοί να χειριστούν τη βιομηχανία από μόνοι τους. O Φάουνς συνηγορεί υπέρ της αυτοδιεύθυνσης, όχι επειδή είναι ριζοσπάστης, αλλά επειδή η αυτοδιεύθυνση είναι αποτελεσματικότερη από ό,τι το τετριμμένο σύστημα της γραφειοκρατίας.

AYTOΔIEYΘYNΣH 

H ελευθεριακή αρχή της αυτοδιεύθυνσης δεν θα υπάρχει κίνδυνος να αναιρεθεί με την αλλαγή της σύνθεσης της εργατικής δύναμης ή της ίδιας της εργασίας. Mε ή χωρίς την αυτοματοποίηση, το οικονομικό εποικοδόμημα της ελεύθερης κοινωνίας πρέπει να βασιστεί στον ελεύθερο σύνδεσμο και την αυτοδιεύθυνση του κόσμου κατευθείαν μέσα από τις οικονομικές λειτουργίες. Kάτω από την αυτοματοποίηση εκατομμύρια υψηλά εκπαιδευμένων τεχνικών, μηχανικών και άλλων, που τώρα ήδη αυτοοργανώνονται σε τοπικές, περιφερειακές, εθνικές και διεθνείς ομοσπονδίες, θα μεταφέρουν ελεύθερα τις πληροφορίες, βελτιώνοντας συνεχώς και την ποιότητα και τη διαθεσιμότητα των αγαθών και των υπηρεσιών και αναπτύσσοντας νέες παραγωγές για τις νέες ανάγκες. Kάθε χρόνο εκατομμύρια επιστημονικο-τεχνικές πληροφορίες κυκλοφορούν ελεύθερα σε όλο τον κόσμο και αυτοί οι εθελοντικοί σύνδεσμοι είναι ιεραρχικοί (30).

Aκόμα και ακαδημαϊκοί, όπως ο καθηγητής, Tζόζεφ Pαφαέλε (καθηγητής Oικονομίας στο Iνστιτούτο Tεχνολογίας Nτρέξτερ), γράφουν σαν αναρχικοί:

«Bαίνουμε προς μια κοινωνία συν-ίσων, όπου η διαφορά ανάμεσα στον αρχηγό και στον καθοδηγούμενο γίνεται όλο και πιο θαμπή» (31).

O σύμβουλος επιχειρήσεων, Mπέρναντ Mάλερ-Θάϊμ σημειώνει με έμφαση:

«Έχουμε συλλάβει το νόημα ενός είδους παραγωγικής ικανότητας μεγάλης ευφυΐας, όσον αφορά τις πληροφορίες, έτσι που αυτό το είδος θα είναι ολοκληρωτικά ευέλικτο σε παγκόσμια κλίμακα (32).

Αναρχικές απόψεις για την τεχνολογία των επικοινωνιών 

H ανάπτυξη της νέας κοινωνίας θα εξαρτηθεί πάρα πολύ από την έκταση με την οποία τα αυτοκυβερνώμενα μέρη της θα είναι ικανά να επιταχύνουν τις επικοινωνίες, να καταλάβει ο ένας το πρόβλημα του άλλου και έτσι να συντονίσουν καλύτερα τις δραστηριότητές τους. Χάρη στη σύγχρονη τεχνολογία των επικοινωνιών (προσωπικοί υπολογιστές, κλειστά τηλεοπτικά και τηλεφωνικά κυκλώματα και μια πληθώρα από άλλες ανάλογες επινοήσεις), η άμεση, απευθείας επικοινωνία είναι ήδη διαθέσιμη στον καθένα, ακόμα και στους περισσότερο απομονωμένους χώρους. Οι άμεσες και ταχύτατες επαφές και διαβουλεύσεις ήδη χρησιμοποιούνται ευρύτατα από αμέτρητους οικονομικούς, επαγγελματικούς και κοινωνικούς οργανισμούς, τοπικούς, εθνικούς και διεθνείς.

Το πραγματοποιήσιμο μιας ελεύθερης κοινωνίας 

Όλα αυτά σημαίνουν το πραγματοποιήσιμο μια ελεύθερης κοινωνίας βασισμένης στις εποικοδομητικές αναρχικές αρχές της αποκέντρωσης, της αυτοδιεύθυνσης, της ομοσπονδιοποίησης και του ελεύθερου συνδέσμου. H νέα τεχνολογική επανάσταση μπορεί να επιταχύνει την εξαφάνιση των παρασιτικών θεσμών του κράτους και της αντιπροσωπευτικής κυβέρνησης. Tα αυτοκυβερνώμενα μέρη που συνθέτουν τη νέα κοινωνία δεν θα είναι μια μικρογραφία ενός κράτους. Στις αντιπροσωπευτικές δημοκρατίες δεν είναι ο κόσμος που κυβερνά, αλλά οι επαγγελματίες πολιτικοί, που είναι συγκεντρωμένοι στα πολιτικά κόμματα. Πάνω από έναν αιώνα πριν, ο αναρχικός στοχαστής, Προυντόν, όρισε την κοινοβουλευτική δημοκρατία ως έναν «βασιλιά με 600 κεφάλια». Tο αντιπροσωπευτικό σύστημα είναι ακριβώς μια δικτατορία, που ανανεώνεται περιοδικά μέσω των εκλογών.

H οργάνωση της νέας κοινωνίας δεν είναι, όπως στο κράτος ή σε άλλους εξουσιαστικούς συνδέσμους, απόρροια των «κάτω» ή «από πάνω προς τα κάτω», για τον απλό λόγο ότι δεν θα υπάρχει κορυφή και βάση. Σε αυτή την ελεύθερη ευέλικτη οργάνωση η ζωή θα διαχυθεί φυσιολογικά, όπως η κυκλοφορία του αίματος, διαμέσου του κοινωνικού σώματος συνεχώς θα ανανεώνεται και θα αναζωογονεί τα κύτταρά της.

Φράσσοντας το δρόμο προς τη ελευθερία 

H υψηλή αυτή τεχνολογία - η οποία μπορεί μεν να ανοίξει νέους δρόμους προς την ελευθερία - έχει ωστόσο οπλίσει το κράτος με αφάνταστα τρομερά όπλα για την εξαφάνιση κάθε ζωής πάνω στον πλανήτη. Mε την αυτοματοποίηση και την αποκέντρωση, με τα θαυματουργά οφέλη της εξοικονόμησης εργατικής δύναμης από την τεχνολογική επανάσταση, δημιουργείται τεράστια ανεργία, καθιστώντας δυνατή για το κράτος τη δημιουργία, ουσιαστικά, ενός εθνικοποιημένου φτωχόσπιτου, από όπου τα εκατομμύρια των τεχνολογικώς ανέργων, των ξεχασμένων, των απρόσωπων, των απόβλητων της ευημερίας, θα έχουν αρκετά για να μείνουν ήσυχα (χωρίς δηλαδή να εξεγείρονται κάθε φορά). Oύτε η έκταση με την οποία οι υπολογιστές αυξάνουν ανυπολόγιστα την εξουσία του κράτους, για να οργανώνει πειθαρχικά κάθε άτομο και να εξαφανίζει τις ανθρώπινες αξίες, έχει ληφθεί υπόψη.

Mια ολοένα αναπτυσσόμενη τάξη τοπικών, επαρχιακών και εθνικών γραφειοκρατών - επιστήμονες, μηχανικοί, τεχνικοί και άλλοι επαγγελματίες – εξακολουθούν να απολαμβάνουν ένα πολύ καλύτερο επίπεδο ζωής από ό,τι ο μέσος εργαζόμενος - μια τάξη της οποίας τα προνόμια εξαρτώνται από το κατά πόσο υποστηρίζει το αντιδραστικό κοινωνικό σύστημα, από το κατά πόσο ενισχύει, ουσιαστικά, τις «δημοκρατικές», «ευημερούσες» και τις κρατικές σοσιαλιστικές ποικιλίες του κράτους.

Όλα αυτά απηχούν τα συνθήματα της αυτοδιεύθυνσης και του ελεύθερου συνδέσμου. Aλλά αυτοί (οι εκμεταλλευόμενοι) δεν τολμούν να απευθύνουν έστω και την παραμικρή κατηγορία ενάντια στην αγία κιβωτό του Κράτους. Δεν δείχνουν το παραμικρό σημάδι κατανόησης του προφανούς γεγονότος ότι η εξαφάνιση της αβύσσου, η εξάλειψη δηλαδή του διαχωρισμού σε αυτούς που διατάζουν και σε αυτούς που εκτελούν – όχι μόνο στο κράτος, αλλά και σε κάθε επίπεδο - είναι απαραίτητη συνθήκη για την πραγματοποίηση της αυτοδιεύθυνσης και του ελεύθερου συνδέσμου, η καρδιά και η ψυχή της ελεύθερης κοινωνίας.

H AΛHΘINH EΠIKAIPOTHTA TΩN ANAPXIKΩN IΔEΩN 

Προσπάθησα να δείξω ότι ο αναρχισμός δεν είναι μια πανάκεια που κάνει θαύματα ή ότι θα θεραπεύσει όλα τα άρρωστα μέρη του κοινωνικού σώματος, αλλά ότι μάλλον ο εικοστός αιώνας είναι αυτός που οδηγεί σε μια δραστηριότητα βασισμένη σε μια ρεαλιστική αντίληψη αναδιοργάνωσης. Tα σχεδόν ανυπέρβλητα τεχνικά εμπόδια μπορούν να εξαλειφθούν σταδιακά με την τεχνολογικο-κυβερνητική επανάσταση που βρίσκεται τώρα σε εξέλιξη. Επίσης, το κίνημα χειραφέτησης απειλείται πολύ περισσότερο από τις κοινωνικές, πολιτικές και τεχνικές πλύσεις εγκεφάλου του «Κατεστημένου». Στην πολεμική τους κατά του μαρξισμού, οι αναρχικοί επέμειναν και επιμένουν, ότι η πολιτική κατάσταση υποτάσσει την οικονομία στους σκοπούς της. Ένα αρκετά σύγχρονο οικονομικό σύστημα, που κάποτε εκλαμβανόταν ως η αναγκαία προϋπόθεση για την πραγματοποίηση του σοσιαλισμού, τώρα εξυπηρετεί την ενίσχυση της κυριαρχίας της αστικής τάξης με την τεχνολογία της φυσικής και πνευματικής καταστολής και της επακόλουθης καταστροφής των ανθρώπινων αξιών.

Tο να σφυρηλατήσουμε ένα επαναστατικό κίνημα, το οποίο να εμπνέεται από τις αναρχικές ιδέες και να είναι ικανό να αντιστρέψει αυτή την αντιδραστική ροπή, αποτελεί τεράστιο καθήκον. Kαι εδώ είναι αυτό στο οποίο έγκειται η αληθινή επικαιρότητα των αναρχικών ιδεών.


ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ 

1. Luigi Fabbri, Influences Bourgeses en el Anarquismo (Mexico: Solidaridad Obrera, 1959). Μεταφρασμένο στα ελληνικά από
2. Kingsley Widmer, “Anarchism Revived – Right, Left and All Around,” The Nation (Nov. 16, 1970).
3. Errico Malatesta, Life and Ideas (London: Freedom Press, 1965); p. 26.
4. Όπως προηγουμένως p. 97.
5. Από ένα γράμμα σε κάποιο φίλο.
6. Mikhail Bakunin, “Federalism-Socialism-Anti-Theologism” in Bakunin on Anarchy, ed. By Sauel Dolcoff (New York: Alfred A. Knopf, 1972); p. 121.
7. Daniel Guerin, L’ Anarchisme (Paris: Gallimard, 1965): pp. 180, 181.
8. Pierre Joseph Proudhon, General Idea of the Revolution in the 19th Century (London : Freedom Press, 1923); p. 89.
9. Peter Kropotkin, Revolutionary Pamphlets (New York: Vanguard Press, 1927); pp. 76, 77.
10. Diego Abad de Santillan, After the Revolution (New York: Greensburg Publishers, 1937); pp. 85, 100.
11. Ernest Barker, Political Thought in England from Herbert Spencer to the Present Day (London: Williams and Norgate, 1915); p. 67.
12. Proudhon, όπως προηγουμένως, p. 90.
13. Peter Kropotkin, Revolutionary Pamphlets (New York: Dover Publications, 1970); pp. 165-67, 168, 184, 285.
14. Isaac Puente, El Comunismo Libertario, (Toulouse: Espoir, n.d.).
15. Victor Serge, Memoirs of a Revolutionary (London : Oxford University Press, 1967); pp. 147-48.
16. Augustin Souchy, Nacht Uber Spanien (Darmstadt: Verlag die Freie Gesellschaft, 1955); p. 164.
17. Malatesta, όπως προηγουμένως, p. 100.
18. Malatesta, όπως προηγουμένως, pp. 99, 151.
19. George Woodcock, Anarchism (Cleveland: World Publishing, 1962); pp. 273, 274.
20. Malatesta, όπως προηγουμένως, p. 195.
21. Woodcock, όπως προηγουμένως, pp. 469, 473.
22. Peter Drucker, The New Society (New York: Harper, 1950); pp. 256, 357.
23. John Kenneth Galbraith, The New Industrial State (Boston: Houghton Mifflin, 1967); p. 111.
24. Robert O’Brien and the Editors of Life Machines (Time, Inc., New York, 1964); p. 123.
25. Marshall McLuhan, Understanding Media (New York: New American Library, 1964).
26. Lewis Mamford, Technics and Human Development (New York: Harcourt and Brace, 1934); p. 55.
27. Alvin Tofler, Future Shock (New York: Bantam Books, 1971); pp. 140-41.
28. Toffler, όπως προηγουμένως, p. 141.
29. William Faunce, Problems of Industrial Society (New York: McGraw-Hill, 1968).
30. Tofler, όπως προηγουμένως, p. 141.
31. Tofler, όπως προηγουμένως, p. 146.
32. Tofler, όπως προηγουμένως, p. 136.

Ο ΣΑΜ ΝΤΟΛΓΚΟΦ 

Ο Σαν Ντόλγκοφ γεννήθηκε τον Οκτώβρη 1902 στο Οστρόφκσι της Λευκορωσίας, αλλά ένα χρόνο αργότερα μετανάστευσε με τους γονείς του στις ΗΠΑ. Το πραγματικό του όνομα ήταν Σόλεμ Ντολγκοπόλσκυ. Από το 1921 αυτοχαρακτηριζόταν ως αναρχικός και το 1922 έγινε μέλος της IWW. Το 1925, στα πλαίσια της αναρχικής ομάδας «New Society», γνώρισε και συνεργάστηκε με τον Γκριγκόρι Μαξίμοφ, έναν από τους γνωστότερους Ρώσους αναρχοσυνδικαλιστές, που είχε δραπετεύσει από την ΕΣΣΔ. Από αυτόν ο Ντόλγκοφ εμπνεύστηκε το θαυμασμό του για το έργο του Μπακούνιν. Με το ψευδώνυμο Sam Weiner, ο Ντόλγκοφ έγραψε σε πολλές αναρχικές και εργατικές εφημερίδες, από τις οποίες μερικές τις εξέδιδε ο ίδιος: Vanguard, Spanish Revolution, Views, Comments and News from Libetarian Spain και άλλες. Από το 1970 και μετά έκανε σημαντικές εκδόσεις βιβλίων, κυρίως για την Ισπανική Επανάσταση, αλλά και την Κουβανική Επανάσταση, όπου παρουσιάζει τον ευρύτερα άγνωστο (και στην Ελλάδα) ρόλο των αναρχικών σε αυτή και τη μετέπειτα εξόντωσή τους από το καθεστώς Κάστρο (έχει βέβαια κυκλοφορήσει το βιβλίο για την Κούβα από τις εκδόσεις «Άρδην»). Ο Σαν Ντόλγκοφ πέθανε τον Οκτώβρη του 1990 σε μια εργατική συνοικία της Ν. Υόρκης. Στην Ελλάδα, εκτός από το κείμενο που παρουσιάζεται εδώ, έχει κυκλοφορήσει από τη «Διεθνή Βιβλιοθήκη» και το βιβλίο του «Αναρχικές Κολλεκτίβες: Η εργατική αυτοδιεύθυνση στην Ισπανική Επανάσταση». 

Μετάφραση από το αγγλικό κείμενο που βρίσκεται στη σελίδα
του Zabalaza Books
από τον Δ.Τ.,



Σάββατο 24 Φεβρουαρίου 2018

Υπερασπίζοντας τον Αναρχισμό [Μαύρο & Κόκκινο #1 | Δεκέμβρης 2017]



Υπερασπίζοντας τον αναρχισμό
του Άρη Τσιούμα



«…είμεθα όλοι εντός του μέλλοντός μας
γιατί ό,τι και αν επιδιώξουμε 
δεν είναι δυνατόν να πούμε όχι να πούμε ναι
χωρίς το μέλλον του προορισμού μας…»

«Κλωστήριον νυκτερινής ανάπαυλας»
Υψικάμινος, Ανδρέας Εμπειρίκος (1935)


Αποτελεί βασική υπόθεση να κατανοηθεί η μεταμοντέρνα σκέψη ως παράγωγο της ήττας των επαναστατικών κινημάτων. Εδώ επιχειρούμε, χρησιμοποιώντας -όσο είναι αυτό δυνατό- τα εργαλεία και τις κατηγορίες του μεταμοντέρνου, ούτως ώστε να επιχειρήσουμε ένα περίγραμμα αποσυγκρότησης της αποδομητικής του αντίληψης. Αφενός μας ενδιαφέρει να σταθούμε αναλυτικά απέναντι στη μεγαλύτερη αποτυχία της μεταμοντέρνας ρητορικής, αυτή που όταν θεωρείται δικαιωμένη αποτελεί τη βάση από την οποία εκκινούν οι θέσεις του σύγχρονου ολοκληρωτισμού: την υποτιθέμενη άρνηση των επονομαζόμενων μεγάλων αφηγήσεων. Οι μεγάλες αφηγήσεις δεν συγκροτούνται a priori από την κοινωνική βάση, απλά γιατί δεν έχουν τη δυνατότητα να το κάνουν· ως συλλογικές κατευθύνσεις, ως συναρθρώσεις ατομικών πολιτισμικών κεφαλαίων, συμπεριφορών και επιθυμιών, όπως επίσης και τρόπων εκπλήρωσης αναγκών, οι πεποιθήσεις αυτές λειτουργούν ως τρόποι συμβολισμού όλων των παραπάνω, δίχως όμως να εκλαμβάνονται από το κοινωνικό σώμα ως «μεγάλα σχέδια» και μαγικές επιτελέσεις. Αυτή η μετατροπή προκύπτει μόνο μετά την παρέμβαση της διαχωρισμένης εξουσίας, η οποία συγκεντρώνει όψεις αυτών των συμβολισμών, δαιμονοποιώντας τους, ώστε να νομιμοποιήσει κοινωνικά την υπεράσπιση των δικών της ξεχωριστών συμφερόντων. Προκύπτει δηλαδή, μόνο όταν η εξουσία καταφέρνει να αναιρέσει το ουσιαστικότερο στοιχείο αυτών των φαντασιακών σημαινομένων: την αυτονομία τους.

Στη ζωή των ανθρώπων, στη βάση της κοινωνικής πυραμίδας, δεν υπάρχουν «μεγάλες αφηγήσεις», καθώς η πραγματικά μεγάλη –και συνάμα σύντομη- αφήγηση είναι η ίδια η ζωή. Οι κοινωνικές σχέσεις, οι ενώσεις, η τεκνοποιία ή τεκνοθεσία, η κοινότητα της οικογένειας και ο ρυθμός της κοινωνικής ζωής, ο καθημερινός βίος, η εργασία, η διασκέδαση, οι χαρές και οι λύπες αποτελούν το ψηφιδωτό, στη σύνθεση του οποίου, το όραμα για μια καλύτερη ζωή δεν είναι παρά μερικές ακόμη ψηφίδες. Η εσχατολογία για έναν καλύτερο κόσμο, ως ψευδή ελπίδα, αν υποθέσουμε πως υπάρχει, δεν καταλαμβάνει σίγουρα τη θέση του «πραγματικά μεγάλου», του συμβάντος ή της ολιστικής υπόθεσης που επικαθορίζει με όρους υποταγής ολόκληρο τον καμβά της κοινωνικής ζωής. 

Η μεγάλη αφήγηση λοιπόν, δεν προϋπάρχει μέσα στην κοινωνική ζωή και στις πολιτικές δράσεις ανυπακοής των καταπιεσμένων, αλλά κατασκευάζεται ως έννοια με αρνητικό πρόσημο για να τις περιγράψει. Η υιοθέτηση δε αυτής της προσέγγισης αποτελεί το πρώτο βήμα, ώστε να επιτραπεί η απρόσκοπτη αναπαραγωγή της κυριαρχίας σε βάρος της κοινωνικής πλειοψηφίας. Η διαδικασία αναπαραγωγής της κυρίαρχης ιδεολογίας, περνάει αναπόδραστα μέσα από την «αθώωση» των εξουσιαστικών εγκλημάτων, με πρόσχημα την αποτροπή ενδεχόμενα φριχτότερων που προϋποθέτουν οι συμβολισμοί αντίστασης, αφού αυτοί ταξινομούνται από την κυριαρχία ως πρελούδια ολοκληρωτικών καθεστώτων, δηλαδή ως προζύμια μαζικών εγκλημάτων. Με λίγα λόγια, έμμεσα αποποιούμαστε την επαναστατική δράση ενάντια στον παρόντα κρατικο-καπιταλιστικό ολοκληρωτισμό, στο όνομα της αποφυγής κάποιου άλλου δυνητικά εφαρμόσιμου από τους ιδεολόγους πληβείους. Η μεταστροφή ολοκληρώνεται, αφού η ενοχή της εξουσίας μεταφέρεται στους εξουσιαζόμενους. Είναι το φιλοσοφικό προκάλυμμα του «μαζί τα φάγαμε», και μάλιστα με την επωδό ότι «φταίτε εσείς, οι φτωχοί, γι’ αυτό». 

Θα μπορούσε κάποιος να φέρει ένα αντεπιχείρημα στην παραπάνω θέση. Το ότι οι μεγάλες αφηγήσεις δεν εκκινούν, δεν αναπαράγονται και δεν μαγεύουν τα μυαλά των ανθρώπων της κοινωνικής βάσης έχει να κάνει με το ότι αυτοί δεν είναι επαναστάτες. Αντιθέτως, όμως, όσο αφορά τους επαναστάτες, αυτοί σίγουρα διαθέτουν μια μεγάλη αφήγηση, έναν απώτερο στόχο, μια τελική λύση… Κι όμως! Αξίζει να δούμε κι αυτή την προσέγγιση αναλυτικότερα. Αφενός, αυτή η συλλογιστική μας εισάγει απευθείας στο ζήτημα της επαναστατικής θεωρίας, άρα της ιδεολογίας˙ αυτής της έννοιας που αποτελεί το ιερό των μεγάλων αφηγήσεων, δηλαδή όλων των επάρατων –ισμών. 

Αρχικά, για να έχει νόημα αυτό το μικρό δοκίμιο, θα πρέπει να ξεκαθαρίσουμε κάποιες έννοιες, ξεκινώντας από την επανάσταση. Από την αναφώνηση του Λα Ροσφουκώ-Λιανκούρ “c’ est une revolution”, (Άρεντ:2005, 43) τη νύχτα της πτώσης της Βαστίλης, γνωρίζουμε ότι για να μιλάμε για επανάσταση θα πρέπει να αναγνωρίζουμε το κριτήριο του αμετάκλητου, το ίδιο που αναγνώρισε και ο αγγελιοφόρος του Λουδοβίκου. Δεδομένου όμως ότι οι αστοί αποκαθήλωσαν τότε τον θεό για μια κοσμική νομιμοποίηση, και ο Λένιν ανέτρεψε τον τσάρο για να αποδείξει ότι η δικτατορία μπορεί να κληρονομηθεί δίχως οικογενειακή ακολουθία, το μόνο αμετάκλητο που δεν έχει επιτελεστεί είναι η απονέκρωση της εξουσίας, έναντι της αντικατάστασής της, δηλαδή η ίδια η κοινωνική επανάσταση. Ποιος όμως επιθυμεί και εργάζεται για την υπόθεση της κοινωνικής επανάστασης;

Ιδεολογικά συστατικά

«Τα μέσα δεν μπορούν να αντιφάσκουν με τους σκοπούς», δήλωνε το 1924 ο Ερρίκο Μαλατέστα, έτσι αποκαλύπτεται ότι, κανένα θεωρητικό σχήμα που δεν ταυτίζει τα μέσα με τους σκοπούς του, δεν έχει νόημα να επικαλείται κάποιες ιδεολογικές αρχές, να θεωρεί ότι συγκροτεί μια ιδεολογία, αφού καμιά αρχή δεν τηρείται εφόσον αποτελεί εμπόδιο για τη χρήση των πλέον αντίθετων μέσων ως προς τον θετικά προσδιοριζόμενο σκοπό. Έτσι αντί για σύνολα αξιών, έχουμε απλά αθροίσματα τακτικών για την αποτελεσματικότερη επίτευξη του στόχου: την κατάληψη της εξουσίας. Και αυτή ακριβώς η διαδικασία αποτελεί το κοινό νήμα όλων των παρατάξεων, από τους λενινιστές και τους σοσιαλδημοκράτες, τους φιλελεύθερους και τους ρεπουμπλικάνους, μέχρι τους ακροδεξιούς και τους ναζιστές, αυτή είναι η βάση πάνω στην οποία συγκροτείται ότι έχουμε μάθει να αποκαλούμε πολιτική[1]

Άρα μπορούμε να συμπεράνουμε ότι δεν χρειάζονται οργανωμένες ιδεολογικές αρχές για να παραχθεί και να αναπαραχθεί το πλαίσιο ανισότητας και εκμετάλλευσης που συνιστούν όλα τα συστήματα διοίκησης που δεν προκύπτουν από την κοινωνική αυτοδιεύθυνση. Μάλλον το αντίθετο. Αυτό ωστόσο δεν εμπόδισε όλες τις εξουσιαστικές φατρίες να υπόσχονται ένα καλύτερο μέλλον στις μάζες. Είναι λογικό άλλωστε, είναι το κεφάλαιο που επενδύουν, ώστε να το εξαργυρώσουν με την διεύρυνση της εθελοδουλίας και της καταπίεσης των υπηκόων που παραχωρούν τη θέλησή τους στον εκάστοτε σωτήρα. Είναι επίσης λογική απάτη, αφού εδράζεται –όπως άλλωστε και η θρησκεία για αιώνες- στους φυσικούς φόβους του ανθρώπου, απέναντι στο μόνο διαταξικά και οικουμενικά αμετάκλητο συμβάν του θανάτου. 

Δεδομένου ότι όλοι ασφαλώς κάποια μέρα θα πεθάνουμε, ελπίζουμε ότι από τη μέρα που ατενίζουμε τις επόμενες, το μέλλον θα πρέπει να είναι καλύτερο. Είναι μια αντιστροφή παντελώς ιδεαλιστική, απολύτως απαραίτητη όμως, εάν θέλουμε να αποφύγουμε την ψυχολογική αντίφαση που δημιουργείται από το γεγονός ότι κάθε μέρα που περνάει μας φέρνει πιο κοντά στην ανυπαρξία. Ωστόσο είναι εξίσου αληθές ότι πεθαίνουμε μόνο μια μέρα και όλες τις υπόλοιπες ζούμε, οπότε το δεύτερο σημείο που μπορούμε να ονομάσουμε πολιτικό με ευρύτερα χαρακτηριστικά έχει να κάνει με το πώς θα διαχειριστούμε αυτές τις μέρες. 

Όλοι οι πολιτικοί, λοιπόν, εκκοσμικεύουν τον ανθρώπινο φόβο, δηλώνοντας έτοιμοι να φέρουν την ευτυχία. Ακόμη και οι εξουσιαστικές αυτές τάσεις που δεν έχουν πρόβλημα να επικαλεστούν ανοιχτά τη γενοκτονία ως προϋπόθεση της ευτυχίας δεν παραλείπουν να αναφερθούν σε ένα καλύτερο μέλλον, ο ίδιος ο ναζισμός μέσα από τα παρανοϊκά σχήματα των Τσάμπερλεν και Ρόζενμπεργκ, ομνύει έναν νέο πολιτισμό και έναν καινούργιο άνθρωπο. Αυτά τα φληναφήματα ωστόσο δεν θα είχαν ασφαλώς κανένα ιδιαίτερο νόημα, αν δεν κατόρθωναν σε κάποιο ιστορικό σημείο να ορίζουν τις μικρές αφηγήσεις των ανθρώπων της κοινωνικής βάσης. Γι’ αυτό όλα τα συστήματα εξουσίας, είτε ο εθνικοσοσιαλισμός και ο φασισμός, είτε ο σταλινισμός, είτε ακόμα ο καπιταλιστικός ολοκληρωτισμός, φρόντισαν να δημιουργήσουν, -όχι χωρίς σοβαρές διαφορές στο περιεχόμενο και, κυρίως, τον τρόπο επιβολής τους- κοινωνικές διαδικασίες πανοπτικού ελέγχου της ανθρώπινης δραστηριότητας. Το ναζιστικό ρητό, «από τα σπάργανα στα σάβανα» εμπεριέχει όλες τις ενδιάμεσες κοινωνικές θεσμίσεις που εγγυώνται την απρόσκοπτη λειτουργία της καταπίεσης, της εκμετάλλευσης και της κυριαρχίας: το σχολείο, η νεολαία, το πανεπιστήμιο, η οργάνωση εργασίας, το κόμμα και κυριότερο όλων το εθνικό κράτος, και γι’ αυτό ακριβώς, είναι υιοθετήσιμο από όλες τις εκδοχές άσκησης εξουσίας επί της κοινωνίας. Σε αδρές γραμμές, όλοι οι βασικοί τομείς της ανθρώπινης δραστηριότητας ελέγχονται πλήρως από το κράτος και τους ισχυρούς, οι οποίοι ασκούν πλέον τη δικτατορία τους, στη βάση της εδραίωσης της κυρίαρχης ιδεολογίας: «τίποτε δεν υπάρχει που να μπορεί να υποσχεθεί κάτι καλύτερο» ή ακόμα πιο ολιστικά «τίποτα δεν θα μπορέσει να υπάρξει ποτέ που να υποσχεθεί κάτι καλύτερο.»

Ο «θρίαμβος» της αστικής «δημοκρατίας», απέναντι σε άλλες εξουσιαστικές προτάσεις επιβολής έγκειται απλά στην τέχνη της εκλέπτυνσης των μέσων της σφαγής, με σημαντικότερες την εξαίρεση από την οικονομική αυτάρκεια και την απογύμνωση των υποκειμένων από τις νομικές προϋποθέσεις για την αναγνώριση της ύπαρξής τους. Η εξαίρεση, άλλωστε είναι κοινή προϋπόθεση για την ύπαρξη οποιουδήποτε συστήματος ετερονομίας, καθώς αποτελεί την απτή πράξη της εξουσίας, την αμετάκλητη επικύρωση της επιβολής της. Ασκείται, με διαφορετική ένταση, σύμφωνα με τη φύση, την ιστορία και την κατεύθυνση του εκάστοτε καθεστώτος στα πεδία της οικονομίας, της πολιτικής και της κοινωνικής διαμεσολάβησης. Συμπεραίνουμε λοιπόν, ότι η μόνη μεγάλη αφήγηση που υπάρχει στην πραγματικότητα είναι η ζωή για τους αποκλεισμένους και η εξουσία για τους κρατούντες. Η επίθεση δε που έχουν εξαπολύσει οι θεωρητικοί του σύγχρονου ολοκληρωτισμού απέναντι στο σύστημα αξιών των επαναστατικών πληβειακών στρωμάτων, αναφέροντάς τες ως μεγάλες αφηγήσεις δεν προκύπτει από πουθενά αλλού πέρα από την πρόθεση να αναδειχθεί η τωρινή πραγματικότητα, ως η μοναδική –και καλύτερη- που μπορεί να υπάρξει. Η τωρινή εξουσία είναι η μόνη αφήγηση. Πάντοτε ήταν. 

Άλλωστε, αν ο εθνικοσοσιαλισμός έθρεψε την αντεπανάσταση με τις μαζικές εκκαθαρίσεις και ο σταλινισμός με την πειθάρχηση και την εκτόπιση, ο ύστερος καπιταλισμός επέδειξε στοιχειώδη ευφυΐα, κατανοώντας ότι μετά από όλο αυτό το λουτρό αίματος του 20ου αιώνα -μέσα στο οποίο πνίγηκαν οι χειραφετικές προτάσεις των καταπιεσμένων- στο οποίο φυσικά ο ίδιος πρωταγωνίστησε, βασική δεξαμενή της αντεπανάστασης απέμεινε η συνήθεια του υπάρχοντος, η επιμήκυνση του παροντισμού σε παρελθόν και μέλλον.

Αφού λοιπόν το καπιταλιστικό παράδειγμα χάραξε μια σοβαρή ανακατεύθυνση της πορείας του (επινοώντας τη νεοφιλελεύθερη διαχείριση) τη δεκαετία του ’70 στη βάση της εξάντλησης αφενός της μεταπολεμικής δυναμικής των κοινωνικών αγώνων, αλλά και αφετέρου της αντίστοιχης του σοβιετικού συστήματος, όταν η Σοβιετική Ένωση έμπαινε στην μπρεζνιεφική περίοδο της αδράνειας, ήρθε το 1989 για να «δικαιώσει» ιστορικά το καπιταλιστικό αφήγημα εις βάρος του υπαρκτού σοσιαλισμού. Η διαδικασία αναίρεσης των ρητορικών υποσχέσεων του καπιταλισμού για έναν καλύτερο κόσμο, με βασικότερη προμετωπίδα μια ψευδεπίγραφη «ελευθερία» έναντι μιας κίβδηλης «ισότητας» που είχε ήδη ξεκινήσει από το ’70 έβρισκε στα ερείπια του τείχους του Βερολίνου τη φυσική της εδραίωση˙ η νέα αφήγηση δεν είχε ανάγκη υποσχέσεις, που έτσι κι αλλιώς κανείς δεν θέλει να τηρήσει, αλλά την επένδυση στο πρόσκαιρο συμπέρασμα των ιστορικών συγκυριών, ότι για τις σύγχρονες κοινωνίες δεν υπάρχει καμία άλλη εναλλακτική πέρα από τον νικηφόρο καπιταλισμό και την εκδοχή του για τη δημοκρατία. 

Αν και το σοκ που προκάλεσε η κατάρρευση του ’90-’91 στον κόσμο της αριστεράς σε παγκόσμιο επίπεδο είναι αναμφίβολο, ωστόσο η αίσθηση ότι ήταν ήδη πολύ αργά για δάκρυα κατέστησε αναντοίστιχα σύντομα τη Ρώσικη εκδοχή του κρατικού σοσιαλισμού μια πικρή ανάμνηση ήττας. Η αναρχική σκέψη απαρνούμενη όλες τις νομοτελειακές αφηγήσεις δεν συγκρότησε τη δυναμική της και τη φιλοσοφία της γύρω από την ανατροφοδότηση της νίκης. Αυτό ωστόσο δεν σημαίνει ότι θα πρέπει να αναγνωρίσει ως δική της οποιαδήποτε ήττα. Η κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης είναι μια ιδεοτυπική περίπτωση: οι αναρχικοί έχοντας κάνει συνολική φιλοσοφική, ιδεολογική, πολιτική και κοινωνική κριτική στο κρατικό-σοσιαλιστικό οικοδόμημα σε καμία περίπτωση δεν θα μπορούσαν να ταυτιστούν με την αποτυχία του. Κι όμως, όσοι κοίταξαν στα ερείπια της Κόκκινης Αυτοκρατορίας με απογοήτευση αναγνώρισαν εγκλωβισμένη την ίδια την αφήγηση της επανάστασης, ακόμη κι αν όλοι συμφωνούσαν ότι προϋπόθεση απελευθέρωσής της ήταν αυτή ακριβώς η διάλυση του δεσποτικού κρατισμού των Ανατολικών χωρών. Όλες οι προηγούμενες κουβέντες για «αλλαγή του εαυτού» ως επαναστατικής προϋπόθεσης, όλες οι εκδοχές της Νέας Αριστεράς έπρεπε να αναμετρηθούν με τη διαλεκτική αυτής της ήττας που ενδιέφερε τους πάντες, άσχετα με το ποια ήταν η στάση τους απέναντι στο Σοβιετικό οικοδόμημα.

Τριάντα χρόνια, σχεδόν αργότερα, όλες αυτές οι εκδοχές συστημένες είτε ως ανανεωτικές αριστερές και «ριζοσπαστικές» συνιστώσες που περιμένουν να αρπάξουν την ευκαιρία να βάλουν πλάτη στην καπιταλιστική αφήγηση, είτε ως απόηχοι κομμουνιστικών κομμάτων και αποκομμάτων που δεν οργανώνουν την αντικαπιταλιστική πάλη αλλά τη μνήμη των μελών τους, είτε ως αποσπασματικοί ταραξίες των μητροπόλεων που βιώνουν την εξέγερση ως τον πιο θορυβώδη τρόπο να κατανεύσουν στην άρνηση κάποιου επαναστατικού ορίζοντα[2], είτε ως κάποιας μορφής αυτόνομοι που επιζητούν νησίδες και εξόδους από τον καπιταλισμό σε σχέδια που αφορούν κάτι μικρό, μερικό, τοπικό, γνωστό και πεπερασμένο, βρίσκουν ως κοινό τόπο, ένα και μόνο σημείο, που ο οξυδερκής παρατηρητής θα μπορούσε να το διακρίνει: κανείς δεν αναφέρεται στην επανάσταση. Είναι αυτή η παρατήρηση που μας κάνει να μεταπλάθουμε κάποιον απόηχο του Ρεμπώ ενώ επιζητούμε να πιάσουμε γερά τον Foucault απ’ τα πόδια και να τον αναποδογυρίσουμε… «φοβάμαι ότι όσο κι αν αλλάζω, ο κόσμος παραμένει ίδιος», με άλλα λόγια υπερασπιζόμαστε τον αναρχισμό, ως το ύστατο καταφύγιο που κατάφερε να διαφυλάξει την πιθανότητα η επανάσταση να επινοηθεί ως ανάμνηση του μέλλοντος. 

Καταρρίπτοντας τη μουσειολογία

Ας επανέλθουμε όμως στο βασικό μας διακύβευμα, αφού αποδώσαμε κάποιες παρατηρήσεις πάνω σε περίπλοκες και πολυχρησιμοποιημένες έννοιες. Είναι ο αναρχισμός ένας ακόμη –ισμός, τον οποίο πρέπει να παρατήσουμε στο ράφι με τα παλιά αντικείμενα που συγκεντρώνουν μόνο το μουσειολογικό ενδιαφέρον κάποιων ιδιότροπων ιστορικών ή πολιτικών επιστημόνων ή ακόμη χειρότερα την εμμονική πίστη κάποιων μικρών ομάδων και οργανώσεων που εμπνέονται από «παραδοσιακές» αρχές; Για να μπορέσουμε να προχωρήσουμε στην υπεράσπιση του αναρχισμού θα πρέπει σίγουρα να τον διαχωρίσουμε από όλες τις υπόλοιπες τάσεις που καμώνονται τις επαναστατικές θεωρίες και βαυκαλίζονται τις πρωτοπόρες ιδεολογίες. Ήδη δώσαμε ένα σημείο σε σχέση με τα μέσα και τους σκοπούς που καθορίζουν τον στόχο, όλων των ετερόνομων πολιτικών θεωρήσεων και πως επικαθορίζεται η έλλειψη αρχών. Αντιθέτως ο αναρχισμός διαφοροποιείται ουσιαστικά, αφού αφενός όπως γράφει ο Νίκο Μπέρτι:

«…Ο αναρχισμός, σαν μια επαναστατική κριτική του υπάρχοντος συστήματος, είναι το ριζοσπαστικό αποτέλεσμα της κοινωνικής πορείας για εξέλιξη. Ταυτόχρονα, αποτελεί μια επαναστατική απάντηση στην αποσύνθεση των εννοιών που δημιουργεί αυτή η εξέλιξη…»

Πολύ πιο σύντομα μπορούμε να περιγράψουμε αυτή τη θεμελιώδη διαφορά στην άρνηση του αναρχισμού να διεκδικήσει την πολιτική εξουσία για τον εαυτό του. Η απόσταση ανάμεσα στον στόχο της κατάληψης της εξουσίας και την απελευθέρωση της κοινωνίας από τις σχέσεις εκμετάλλευσης και καταπίεσης είναι που επιτρέπει στον αναρχισμό να συγκροτεί με συνέπεια τις ιδεολογικές του αρχές, ταυτίζοντας τα μέσα με αυτόν τον σκοπό. Αφού λοιπόν, υπερασπιζόμαστε ότι ο αναρχισμός είναι μια συγκροτημένη ιδεολογία, μιας και πιστεύουμε ότι καμιά σύμφυση συμφερόντων δεν μπορεί να νοηθεί έξω από τις αντίστοιχες ιδέες που τα συνδέουν, αυτό αναγκαστικά θα πρέπει να σημαίνει ότι ενέχει μια μεγάλη αφήγηση, μια εσχατολογική υπόσχεση…Ας δούμε τι λέει ο Ντιέγο Αμπάδ ντε Σαντιγιάν (Santillan: 2016, 28) πάνω σε αυτό το ζήτημα, σε ένα κείμενό του που έχει συνταχθεί το 1925:

«…εμείς (οι αναρχικοί) είμαστε οι μόνοι που παρουσιαζόμαστε στον κόσμο στερούμενοι ελκυστικών υποσχέσεων. Όλα τα κόμματα, ανεξαρτήτως πολιτικής απόχρωσης και κατηγορίας, υπόσχονται στο λαό ότι θα ικανοποιήσουν μια σειρά απαιτήσεων του˙ […] μόνο οι αναρχικοί δεν υπόσχονται τίποτα ούτε μέσω των μεταρρυθμίσεων ούτε μέσω της επανάστασης˙ τίποτα δεν έχουν και τίποτα δεν μπορούν να δώσουν˙…»

Παρακολουθούμε, λοιπόν, στη βάση αυτών των συλλογισμών, κάποιες ανατροπές. Για παράδειγμα, οι θεωρίες δεν συγκροτούν απαραίτητα ιδεολογίες, αφού στερούνται αρχών, κι ότι δεν χρειάζεται να επικαλεστεί κανείς κάποια συγκεκριμένη ιδεολογία για να υποσχεθεί ένα καλύτερο μέλλον. Τέλος, ότι ο αναρχισμός, ενώ αποτελεί μια συγκεκριμένη ιδεολογία ταυτόχρονα δεν υπόσχεται τίποτε, ούτε εκτρέφει μια εσχατολογική αφήγηση που εκθειάζει τα αποτελέσματα της κοινωνικής επανάστασης. Ακόμη κι αυτή η σημαντική διαδικασία της επανάστασης, όχι μόνον δεν νοείται ως μια εισβολή στα χειμερινά ανάκτορα, αλλά ακόμη-ακόμη δεν της αποδίδεται και καμιά «μαγική επιτέλεση». Αντιθέτως, παρουσιάζεται ως μια απαραίτητη μα όχι οπωσδήποτε και ικανή συνθήκη για την ανατροπή του καθεστώτος εκμετάλλευσης, καταπίεσης και κυριαρχίας. Τίθεται και πάλι ένα –λίγο πολύ ξεπερασμένο- ερώτημα: είναι η επανάσταση η Θεία Έλευσις, αυτή η μυσταγωγική πράξη που καταφάσκει, ως απαραίτητη προϋπόθεση για την εκδίπλωση της εσχατολογικής προφητείας; 

«…Δεν έχω ανάγκη να με περιμένει καμία επανάσταση. Την επανάσταση την κουβαλάς μέσα σου και την πηγαίνεις από το ένα μέρος στο άλλο.»

Τα παραπάνω λόγια αποδίδονται σε έναν θρύλο του μεσοπολεμικού αναρχοσυνδικαλιστικού κινήματος, τον Ισπανό Σαν Βισέντε, που «ίσως να υπήρξε, ίσως και όχι», όπως μας λέει ο Paco Ignacio Taibo II, στον Περαστικό του. Αλλά ξεσκονίζοντας και κείμενα πιο γνωστών αναρχικών της περιόδου, επιστρέφουμε άλλη μια φορά στον Santillan: (2016:28) 

«Η κοινή αντίληψη ότι η επανάσταση είναι μια απλή υπόθεση ταραχών στους δρόμους… έχει ξεπεραστεί. […] Πρώτα απ’ όλα οφείλει να είναι επανάσταση συνειδήσεων και οικοδόμησης ενός νέου συστήματος ατομικής και κοινωνικής ζωής… Η δική μας επανάσταση δεν είναι πανάκεια για όλα τα δεινά.» 

Αφού λοιπόν η επανάσταση στην αναρχική σκέψη δεν είχε ποτέ το χαρακτήρα που τις απέδωσαν οι μετέπειτα «μεταμαρξιστές» και «νεοαναρχικοί» στοχαστές, που ήρθαν αποκαμωμένοι μετά σαράντα ή πενήντα χρόνια να αρνηθούν τις ταυτότητες, «ιδεολογικές» ή κομματικές, ποιά ήταν η αντίληψη για την επανάσταση και ποιά η διαφορά με τη σημερινή πρόσληψη; Θεωρούμε ότι η επανάσταση προσεγγιζόταν ως μια απαραίτητη προϋπόθεση, ώστε να μην θεωρούνται αφελής οι άνθρωποι που θέλανε να καταπολεμήσουν ριζικά τα αίτια εμφάνισης της κοινωνικής αδικίας. Το φόρτωμα διάφορων «ανήθικων» προσήμων στην επανάσταση έχει μια τριπλή καταγωγή, ιστορική, πολιτική ιδεολογική. Η ιστορική καταγωγή προέρχεται από την μπολσεβίκικη κληρονομιά. Το πρότυπο μιας επανάστασης που εκφράστηκε ως ταραχή με την κατάληψη της εξουσίας από μια παράταξη που απαγορεύει όλες τις υπόλοιπες, ακόμη και τις επαναστατικές, έδωσε τον πρώτο σπόρο για να μπορέσει να κηλιδωθεί από τους καλοθελητές η έννοια. Η πολιτική καταγωγή προέρχεται, ακριβώς από αυτή την εκμετάλλευση. Ο κυρίαρχος κρατικο-καπιταλιστικός ολοκληρωτισμός σήμερα, έχει όλους τους λόγους του κόσμου να διασπείρει την αντίληψη, ότι η επανάσταση που θα τον ανατρέψει φέρει μέσα της ολόκληρο το πνεύμα του δεσποτισμού, που κληρονόμησε από τους Γιακωβίνους και μπολσεβίκους προγόνους της. Τέλος, και με βάση τα άλλα δύο επίπεδα σύλληψης της επανάστασης ως πρώτης πράξης ενός επελαύνοντος ολοκληρωτισμού, διαμορφώνεται και η ιδεολογική απαξία της, αρχικά ως ενός λουτρού αίματος που υποσκάπτει τις αρχές του επαναστάτη, ως υπερασπιστή της ζωής και αφετέρου ως ένα σχέδιο που η ριζική του επιτέλεση διεκδικεί μια ανατροπή σε όλους τους χώρους και τους τρόπους, άρα (τάχα) υποθάλπει –έστω κι άθελα του- την ολιστικότητα˙ την πρώτη προϋπόθεση δηλαδή του ολοκληρωτισμού. 

Ας δούμε όμως κάποιες θέσεις του αναρχισμού πάνω σε αυτές τις καταστάσεις και τα παραγόμενα από αυτά κριτικά συμπεράσματα. Μήτρα όλων των επαναστατικών αποπειρών αποτελεί η Μεγάλη Γαλλική Επανάσταση, εκεί όπου τέθηκαν όλα τα μεγάλα ζητήματα, της βίας, της τρομοκρατίας, του πολιτικού αυταρχισμού κ.λπ. Φυσικά στα τέλη του 18ου αιώνα δεν υπήρχε ακόμη το οργανωμένο αναρχικό κίνημα, ώστε να τοποθετηθεί πάνω σε επίκαιρες αποφάσεις, όμως αυτό συνέβη σε πρώτο χρόνο με αφορμή την Ρώσικη Επανάσταση του Οκτώβρη του ’17. Ενώ, λοιπόν, αρχικά οι αναρχικοί υποστηρίζουν το επαναστατικό ξέσπασμα του λαού και συμμετέχουν ενεργά στα γεγονότα του Οκτώβρη, γρήγορα η κυριαρχία του μπολσεβικισμού, δημιουργεί σοβαρή απόσταση και εν τέλει τη ρήξη, όχι απλά με το καθεστώς που εγκαθιδρύει το Κομμουνιστικό Κόμμα, αλλά –κυρίως- με τον τρόπο που οι αυταρχικοί σοσιαλιστές εννοούν και πράττουν την επανάσταση. Οι μαρτυρίες της Έμμα Γκόλντμαν, (Η απογοήτευσή μου στη Ρωσία) του συντρόφου της Αλεξάντερ Μπέργκμαν (Ο μπολσεβίκικος μύθος) του Βολίν (Η άγνωστη επανάσταση) αλλά και η ίδια η δράση των αναρχικών τόσο στην Ουκρανία με την πυροδότηση της Μαχνοβτσίνα, όσο και στην Κροστάνδη, αναδεικνύουν τις τεράστιες φιλοσοφικές και πραγματικές διαφορές που διαχωρίζουν τον αναρχισμό με την μπολσεβίκικη προσέγγιση στο ζήτημα της επανάστασης. Είναι το βασικό διακύβευμα που ξεχωρίζει την κοινωνική επανάσταση που υποστηρίζουν οι αναρχικοί σε βάρος της πολιτικής ανατροπής. Ο ορισμός της Ρώσικης Επανάστασης, ως πραξικοπήματος[3] που θα δώσουν κάποιοι αναρχικοί στοχαστές ήδη τη δεκαετία του ’20, θέλει ακριβώς να υπογραμμίσει τη ματαιότητα της (ακόμη και ριζοσπαστικής) πολιτικής ανατροπής που συντελείται εν τη απουσία συνειδητότητας της κοινωνικής πλειοψηφίας, εν μέσω αυταρχισμού, διωγμών και απαγορεύσεων που γρήγορα μετατρέπονται σε διαταγές εκτέλεσης αμάχων στην Κρονστάνδη, δηλαδή στη θεμελίωση των προϋποθέσεων για την ανάδυση της σταλινικής σύνθεσης. Αρνούμενοι λοιπόν οι αναρχικοί να εκχωρίσουν τις ιδεολογικές τους αρχές, μπροστά στην ιδέα της αποτελεσματικότητας και της νίκης που έφερνε η Ρώσικη Επανάσταση αρνούνται ταυτόχρονα να παραδώσουν τα εργαλεία που έχουν στα χέρια τους, ώστε να μετατραπούν σε μέσα απαξίωσης της επανάστασης από τους αστούς. Έτσι λοιπόν συνεχίζουμε να υπερασπιζόμαστε την κοινωνική επανάσταση, απέναντι σε κάθε μορφή εξουσίας και σήμερα ενάντια στο αναδυόμενο και διαρκώς αναπτυσσόμενο πλέγμα του κρατικού και καπιταλιστικού ολοκληρωτισμού. Είναι αυτή όμως μια κοινή απόφαση όλων των αγωνιστών που αναφέρονται στον σύγχρονο αναρχισμό;
Είναι αλήθεια ότι η φιλοσοφική αποδόμηση της επανάστασης βρήκε οπαδούς ανάμεσα ακόμη και σε παλιούς αναρχικούς συντρόφους, οι οποίοι επηρεασμένοι από τις θεωρίες φιλοσόφων όπως ο Καστοριάδης ή οι μεταδομιστές, παίρνουν αποστάσεις ή ακόμη αρνούνται την χρησιμότητα της επανάστασης, ενώ μάλιστα η κριτική τους φτάνει στο σημείο να δαιμονοποιείται και η ίδια η επίκλησή της:

«Το παλιό επαναστατικό φαντασιακό, μεταφέροντας την ψευδαίσθηση μιας δυνατής κυριάρχησης του συνόλου της κοινωνίας, κουβαλούσε μέσα του αναπόφευκτες ολοκληρωτικές αποκλίσεις, οι οποίες στην περίπτωση των πολιτικών που εμπνέονταν από τον μαρξισμό μεταφράζονταν σε πράξεις, ενώ στην περίπτωση του αναρχισμού σκιαγράφονταν με τρόπο αχνό αλλά ορατό. Εξάλλου, κάτω από το λάβαρο ενός οικουμενισμού ο οποίος, όπως όλοι οι οικουμενισμοί, δεν ήταν παρά μια καλυμμένη ιδιαιτερότητα, το φαντασιακό αυτό απέκρυπτε μια θέληση ισοπέδωσης των διαφορών εντός ενός σχεδίου το οποίο, ισχυριζόμενο ότι μπορεί να εφαρμοστεί για όλους, αρνούνταν στην πράξη τον θεμιτό πλουραλισμό των επιλογών και των πολιτικών αξιών. Τέλος, σε αυτό το φαντασιακό ήταν τόσο βαθιά ενσωματωμένες οι μεσσιανικές αναθυμιάσεις μιας εσχατολογίας, η οποία προωθούσε την υποταγή της ζωής στην υπόσχεση του ζην και δικαιολογούσε στο όνομα μιας αφαίρεσης κάθε οδύνη και στέρηση, ώστε παρεμποδιζόταν η άσκηση κάθε κριτικής σκέψης. (Ibanez: 2016, 37) 

Είναι εμφανής σε αυτό το χωρίο του Τομάς Ιμπάνιεθ, -ενός ανθρώπου που και σε προσωπικό επίπεδο αποτελεί παιδί της ήττας της Ισπανικής Επανάστασης αλλά και του Γαλλικού Μάη- η απόπειρα μετακύλισης των παθογενειών του μαρξισμού και πιο συγκεκριμένα της αυταρχικής εκδοχής του μπολσεβικισμού στον αναρχισμό, χωρίς κάποιον συγκεκριμένο σύνδεσμο ο ολοκληρωτισμός «αχνοφαίνεται» στο αναρχικό φαντασιακό και οι μαρξικές νομοτέλειες με κάποιον απροσδιόριστο τρόπο εκβάλλουν στην αναρχική κοσμοαντίληψη. Τι κι αν όλα τα «παραδοσιακά» φιλοσοφικά κείμενα του αναρχισμού στηλιτεύουν αδιάκοπα την ολοκληρωτική εκδοχή του μαρξισμού, τι κι αν ακόμη, μηδέ ο χειρότερος εχθρός του αναρχισμού δεν μπορεί να κομίσει ένα ιστορικό παράδειγμα πρώτης γραμμής για να κατηγορήσει τον αναρχισμό για εγκληματικές πολιτικές και ενέργειες, για τον Ιμπάνιεθ αρκεί απλά ο «οικουμενισμός» του αναρχισμού για να καταδικαστεί ως ένοχος ολοκληρωτικών προσδοκιών. Είναι λοιπόν ο αναρχικός οικουμενισμός ένα βαρύ και άχρηστο φορτίο το οποίο μάλλον θα πράτταμε σωστά, εάν το ξεφορτωνόμασταν; Απαντάμε με σαφήνεια: όχι. Αρνούμαστε να εγκαταλείψουμε το οικουμενικό πρόταγμα του αναρχισμού, γνωρίζοντας ότι οποιαδήποτε άρνησή του θα σήμαινε ταυτόχρονα την απόρριψη του ίδιου του αναρχισμού στο σύνολό του. Η αβάσιμη κατηγορία του Ιμπάνιεθ, όχι μόνο δεν μας φαίνεται πειστική αλλά μας αναδεικνύει ένα μεγάλο κενό στην πρόσληψη του αναρχικού μηνύματος, είναι το κενό της ήττας που χάσκει κάτω από τα πόδια των εμπνευστών της. Η οικουμενικότητα του αναρχισμού δεν έχει σε τίποτε να κάνει με την ενθάρρυνση της επιβολής μιας «με το ζόρι» συνολικής απελευθέρωσης των καταπιεσμένων. Άλλωστε ποτέ ο αναρχισμός δεν όρισε εαυτόν, ως διαχωρισμένη από τον λαό πίστη που μπορεί να οδηγήσει τις μάζες στη λύτρωση, αντιθέτως η λειτουργία του ως πυξίδας απελευθερωτικής κατεύθυνσης καθίστανται εφικτή μόνο διαμέσου των αγώνων της κοινωνικής βάσης ενάντια στην εξουσία. Άρα σε τι αναφέρεται ο αναρχικός οικουμενισμός και γιατί αποτελεί αναπόσπαστο κομμάτι οποιασδήποτε αναφοράς στο σώμα των αξιών του; Αφενός με την οικουμενική του σύλληψη ο αναρχισμός δεν δηλώνει ότι η απελευθέρωση θα γίνει μια διαδικασία που «έτσι κι αλλιώς» θα εντάξει τους πάντες στην αφήγησή της και την πράξη της, δηλώνει όμως ότι όλοι οι άνθρωποι δυνητικά (και όχι οντολογικά όπως έχει χαλκευμένα κατηγορηθεί) φέρουν την ικανότητα απελευθέρωσής τους και μάλιστα είναι υπεύθυνοι πρώτιστα οι ίδιοι γι’ αυτήν. 
Με αυτήν την έννοια, η οποία απηχεί τη φιλοσοφική θέαση του αναρχισμού πάνω στην ανθρώπινη φύση, όχι μόνο δεν προωθείται η ολοκληρωτική σύλληψη, αλλά αποδομείται εμφατικά, αφού αναιρεί τη βασική προϋπόθεση διαμόρφωσης της γραφειοκρατικής ιντελιγκέντσιας, στο βαθμό που η τελευταία θεωρεί ότι κάποιοι είναι ικανοί να χαράξουν τον δρόμο της απελευθέρωσης και οι υπόλοιποι θα πρέπει να ακολουθούν αυτούς τους δίκαιους καθοδηγητές. Ο αναρχισμός αναγνωρίζει την ικανότητα σε όλους απονεκρώνοντας τη χρησιμότητα των «ειδικών». Αφετέρου ο αναρχισμός, ως παιδί των σοσιαλιστικών ρευμάτων σκέψης του 19ου αιώνα φέρει οπωσδήποτε ταξικό πρόσημο, με την έννοια ότι στρέφει το βλέμμα του στους φτωχούς για να συσπειρώσει τη δυναμική της επαναστατικής εξόρμησης, ωστόσο το πρόταγμά του παραμένει οικουμενικό, μπορεί δηλαδή να αγκαλιάσει όλη την ανθρωπότητα, όσους προτιμούν και θέλουν να ζήσουν σε μια νέα κοινωνική σύνθεση, όπου θα είναι ανεπίτρεπτη η κυριαρχία ανθρώπου σε άνθρωπο. Με αυτήν την έννοια, η οποία απηχεί στη φιλοσοφική θέση του αναρχισμού πάνω στο ταξικό και «οικονομικό» ζήτημα, επικυρώνεται η αντίληψη που κατανοεί τις ταξικές αντιθέσεις των κοινωνιών μας, ενώ όμως συνάμα αρνείται να περιορίσει το οραματικό της σχέδιο στην ανατροπή αποκλειστικά των οικονομικών αιτιών της δυστυχίας τους. Ταυτόχρονα η θέση που μπορεί να αποδεχτεί οποιονδήποτε άνθρωπο στην υπόθεση της κοινωνικής απελευθέρωσης, όποια κι αν ήταν η προηγούμενη ταξική του θέση, αρκεί να έχει ειλικρινά και με έργα κάνει υπόθεσή του την υπόθεση των καταπιεσμένων, επιβεβαιώνεται μετά από έναν και πλέον αιώνα οπότε και διατυπώθηκε με σαφή αναφορά στα κείμενα του Μπακούνιν και του Κροπότκιν, δυο ανθρώπων που αποτελούν χαρακτηριστικά παραδείγματα άρνησης της τάξης τους και προσχώρησης στον αγώνα. Είναι λοιπόν ο οικουμενισμός του, που προφυλάσσει τον αναρχισμό επίσης από την παγίδα του οικονομισμού και των αναφορών περί απελευθέρωσης «της (εργατικής) τάξης». Οικουμενισμός σημαίνει κατανόηση ότι η μόνη πιθανότητα απελευθέρωσης των εργαζομένων συνίσταται στο στόχο της διάλυσης τους ως τάξης, δηλαδή ως υποτελών. Ας δούμε ένα ακόμη απόσπασμα από τον Santillan: (ό.π.)

«Το κακό δεν βρίσκεται μόνο στην αστική τάξη, στον καπιταλισμό, στο κράτος. Το κακό βρίσκεται κατά κύριο λόγο στην εθελοδουλία. Την τυραννία πρέπει να την πολεμήσουμε και στους σκλάβους, ίσως περισσότερο ακόμα απ’ ό,τι στους τυράννους. Ο σκλάβος και ο τύραννος είναι φτιαγμένοι από την ίδια πάστα. Αν εξαλείψουμε τον τύραννο αφήνοντας ανέπαφη τη σκλαβιά, δεν θα έχουμε κάνει τίποτα για την ελευθέρια».

Διαλεκτική της ήττας

«Αν δεν θέλουμε να δούμε την αναβίωση εσχατολογικών ψευδαισθήσεων, οφείλουμε να παραδεχτούμε ότι όσοι στρατευόμαστε σε αγώνες υπέρ της χειραφέτησης, δεν θα τους δούμε ποτέ να νικούν ούτε θα ζήσουμε την έλευση του είδους της κοινωνίας που ονειρευόμαστε. […] Επομένως, κοινωνικός ή όχι, οργανωμένος ή όχι, ο αναρχισμός οφείλει να ποντάρει στον μετασχηματισμό του παρόντος (ένας μετασχηματισμός αναγκαστικά τοπικός και μερικός) και να κλείσει τα αυτιά του στις σειρήνες που τον θέλουν να αναλώνεται στη συνολική αλλαγή». (Ibanez: 2016, 44) 

Ο μεταμοντερνισμός αποπνέει την ήττα τόσο των προηγουμένων χειραφετικών προσπαθειών, όσο και του ίδιου του εαυτού του. Η αδυναμία του Γαλλικού Μάη να διαλύσει τις κρατικές δομές τον οδήγησε να εκπνεύσει καταπιανόμενος με τον πόλεμο στις έννοιες και τα εργαλεία. Κι αν ακόμη η μεθοδολογία της αντιπαράθεσης είχε να δώσει κάποια παραδείγματα πάλης, αναδεικνύοντας πεδία αντιεξουσιαστικής πολιτικής, εν τέλει κατέληξε σε έναν δυσνόητο νέο γλωσσολογικό ανταρτοπόλεμο, όχι τόσο ενάντια σε σημαντικές προπαγανδιστικές έννοιες που επιχείρησε να αποδομήσει, αλλά απέναντι σε κατηγορίες όπως των συνολικών ταυτοτήτων και των μεγάλων αφηγήσεων, αρκούμενος στο να ιδρύσει ένα μικρό τμήμα ακαδημαΐκών αναφορών στα διάφορα πανεπιστήμια. 
Ακόμη ο μεταμοντερνισμός αγωνιώντας διαρκώς να υιοθετήσει όλες τις αναφορές καθαγίασης της πολυμορφίας και της πολυγλωσσίας ξέχασε ότι αυτές αποτελούν βασικές προϋποθέσεις της σχετικότητας, η οποία όμως έχει το αρνητικό ότι παύει να υφίσταται όποτε επιθυμεί αυτός που ορίζει το πρόσημό της, εν προκειμένω ο σύγχρονος ολοκληρωτισμός, ο οποίος μεταχειρίζεται αυτές τις προϋποθέσεις ως να είναι τα καινούργια ρούχα του. Δυστυχώς όσοι προσπάθησαν να υπονομεύσουν το υπάρχον στο όνομα του σχετικισμού απλά κατέληξαν να παραδεχτούν ότι οι ιδέες τους δεν είχαν αξία παρά ακριβώς ως ρούχα καλλωπισμού αυτής ακριβώς της (αστικής) Δημοκρατίας που πρόσκαιρα αντιστρατεύθηκαν.[4]

Αυτές οι φιλοσοφικές αψιμαχίες, λοιπόν, δεν εκφράζονται –όπως ποτέ δεν εκφράζονταν- στο κενό. Αντιθέτως εκφέρονται εντός του πλαισίου αποχαλίνωσης του σύγχρονου ολοκληρωτισμού, της ανάδειξης δηλαδή, της ταξικής εκμετάλλευσης και της πολιτικής και κοινωνικής καταπίεσης ως των μόνων νόμιμων δομών συγκρότησης και σύνθεσης του κοινωνικού ιστού παγκοσμίως.  Η αδυναμία του μεταμοντέρνου να επισημάνει το ειδικό και το συγκεκριμένο ως απελευθερωτικό πρόταγμα, -δηλαδή ως πυροδοτική διαδικασία αντίληψης και ανατροπής του αισθητού κόσμου, είτε έστω ως προστατευτικού μέτρου διευθέτησης απέναντι σε μια λανθασμένη κατεύθυνση ανασημασιοδότησης του δυστοπικού-, σηματοδοτεί την κατάρρευσή του, όχι εξαιτίας μόνο κάποιας φιλοσοφικής αστοχίας, αλλά εξαιτίας του γεγονότος ότι η αναντίρρητη αποικιοποίηση του χρόνου, του χώρου και του τρόπου επιτέλεσης του κοινωνικού πράττειν μετατρέπει την υπόθεση του «ειδικού» και του «συγκεκριμένου» σε μια διαδικασία που υπάγεται εξ ολοκλήρου στη σφαίρα κυριαρχίας του υπάρχοντος, δηλαδή του σύγχρονου ολοκληρωτισμού. Έτσι το ειδικό και το συγκεκριμένο, το μικρό, παύει να υπάρχει ως ενέργημα κάποιας κοινωνικής αυτονομίας ή στην καλύτερη περίπτωση, αυτό φαίνεται παντελώς αδύναμο να συνταχθεί ως απειλή ή ως αποτελεσματική άρνηση, όσο αγνοεί, πόσο μάλλον όσο αντιστρατεύεται το μεγάλο, το συνολικό, το αφηρημένο. 

Σε πολιτικό επίπεδο αυτή η διαδικασία αποτυπώνεται με την πεντακάθαρη εξέλιξη της μεταμοντέρνας σκέψης από υποτιθέμενο νέο δρόμο φιλοσοφικής προσέγγισης πάνω στα μέσα και τους σκοπούς της κοινωνικής απελευθέρωσης σε ένα απροσχημάτιστο ιδεολόγημα που προσκολλά τους «ριζοσπαστικούς» ή «αντιεξουσιαστικούς» πολιτικούς φορείς που αναφέρονται σε αυτό στον τελευταίο απολογητή που επιβαίνει στην άμαξα του σύγχρονου (εδώ στην Ελλάδα και κυβερνώντα) ρεφορμισμού, της «νέας» σοσιαλδημοκρατίας. Η εσωτερίκευση της ήττας σε αυτό το σημείο και γι’ αυτούς τους φορείς φαίνεται –και είναι- αξεπέραστη.

Δεν θα πρέπει εδώ να κατανοηθεί το νόημα της παραπάνω παρατήρησης, ως μια χυδαία αντιστροφή των όρων που τίθενται κι εμείς τους αντιπαλεύουμε. Υπό την έννοια της παρατήρησής μας το συγκεκριμένο παραμένει απαραίτητο ως οδόφραγμα απέναντι στην απειλή της ολοκληρωτικής σχιζοφρένειας, κι έτσι πάντα θα είναι πλήρη νοήματος μια απεργία, μια διαμαρτυρία ή ακόμη ένα γλέντι, μια γιορτή, η εκπλήρωση μιας κουτσουρεμένης επιθυμίας, η ευχαρίστηση της φιλίας είναι αυτή όμως ακριβώς η διαλεκτική που μας ωθεί να αναγνωρίσουμε δίχως τον παραμικρό δισταγμό ότι αν θεωρείται ότι υπάρχουν πολλές ιδεολογίες, εμείς υπερασπιζόμαστε τον αναρχισμό κι αυτή η υπόθεση δεν είναι εδραιωμένη στο τίποτα. Διεκδικεί νόημα και έχει νόημα στο μέτρο που μας αποκαλύπτει μια συνεχόμενη τροχιά του αισθητού, κωδικοποιώντας τη συλλογική εμπειρία των τροπικοτήτων απελευθέρωσης των πληβείων μέσα στον ιστορικό χρόνο˙ το προϊόν αυτής της διαδικασίας με μια λέξη που εμπίπτει στους στόχους της αποδόμησης ονομάζεται ταυτότητα. Ναι, λοιπόν είμαστε αναρχικοί πράγμα που σημαίνει ότι εκφέρουμε τις αρνήσεις μας ολόκληρες, ενώ κατασκευάζουμε άλλες τόσες πραγματικές καταφάσεις με τα εργαλεία που μας δίνει η συλλογική πείρα. Αν κρατάμε τα μάτια μας στη γη είναι γιατί επιθυμούμε να κατακτήσουμε τους ορίζοντες. Κι ακριβώς επειδή μας παρακινούν οι μακρινοί απελευθερωμένοι ορίζοντες, έχουμε πιθανότητες να νικήσουμε εδώ στη γη. Γιατί προϋπόθεση του πραγματικού είναι η ουτοπία στην περίπτωση που ενδιαφέρεσαι να αλλάξεις τον κόσμο. Κι αυτή μας η βουλιμία για το ολόκληρο μας έχει επιτρέψει ακόμη κι αν δεν έχουμε κερδίσει ακόμη, να είμαστε τουλάχιστον σίγουροι ότι δεν έχουμε επίσης ηττηθεί. Η διαφύλαξη της πιθανότητας της κοινωνικής επανάστασης μας διαφοροποιεί καθώς είναι η μόνη ορατή σύνδεση με το αισθητό.

Είναι αυτή η συλλογική πείρα που όταν κατηγοριοποιείται σε διαρκή συμπεράσματα μας επιτρέπει να αποφεύγουμε τα ίδια λάθη όταν οι προκείμενες που δίνονται έχουν τους ίδιους βασικούς πυλώνες, όπως στο παρελθόν, παραμένουν δηλαδή η εξαπάτηση, η βία, η εκμετάλλευση και η καταπίεση. Είναι αυτή η ταξινόμηση αρχών που ονομάζουμε ιδεολογία και μας ορίζει τροπικότητες σύμφυτες με τους στόχους μας, έτσι ενώ τούτα τα «ανοιχτά ρεύματα» ανέμεναν με αγωνία τα (έστω και μερικά και τοπικά) μέτρα κοινωνικής ανακούφισης από μια νέα «καλή κυβέρνηση», εμείς δίχως αυταπάτες δείχναμε όπως όλα τα ρολόγια τους ανέμους που θα ‘ρθουν. 

Πολιτογραφώντας τον θάνατο

Κανένα νόημα δεν υπεκφεύγει τελικά˙ η απόπειρα αποσυγκρότησης των νοημάτων, η ανάγκη έκφρασης της οποίας δεν είναι άλλο από την ανάγκη διαλόγου πάνω στην ήττα, εκκινεί από την απώλεια (μεστή νοήματος) διατρέχει τα κοινωνικά βήματα είτε ως σπάραγμα είτε ως σώμα (δεδομένου ότι ο μηχανισμός της μνήμης ακόμη κι αν χάνει τη συνολική εποπτεία της ζωής ή δυσκολεύεται να αποδώσει το νόημα, ωστόσο δεν παύει να ενεργεί) και καταλήγει εντός του παρόντος που –αντιστρέφοντας το προηγούμενο σχήμα- διαθέτει ιστορικό παρελθόν και μελλοντικό σχέδιο, ασχέτως του κατά πόσο είναι κοινή η συνείδηση του γεγονότος ότι η (ασφαλώς κατασκευασμένη) ιστορικότητα του υπάρχοντος και οι (ασφαλώς προσχεδιασμένες) μελλοντικές του προσδοκίες στοχεύουν στην περαιτέρω κακοποίηση της κοινωνικής πλειοψηφίας σε παγκόσμιο επίπεδο.

Έτσι το μόνο πραγματικά αδύνατον για την ανθρώπινη δυνατότητα είναι η αποσύνδεση –οριστική και αμετάκλητη- των νοημάτων, των συνδέσεων ανάμεσα σε «σημαίνον» και «σημαινόμενο». Άρα δύο επιλογές μένουν στην αποδόμηση ή θα ταξινομηθεί η αφήγησή της στο πλάι όλων των υπόλοιπων ιδεολογιών με ένα συγκεκριμένο φιλοσοφικό υπόβαθρο και – αναπόφευκτα- κάποιες πολιτικές επιδράσεις ή θα επιμείνει στην αποσύνδεση των νοημάτων, προϋποθέτωντας ιδεολογική κατεύθυνση στην ίδια την ποιότητα των συνδέσμων, υποστηρίζοντας δηλαδή ότι δεν έχει χαθεί εξολοκλήρου η δυνατότητα απόδοσης νοήματος˙ έχει χαθεί όμως όσο αφορά την κατανόηση του πλέγματος νοηματοδότησης που μπορεί να φανεί χρήσιμο στην αποδόμηση του υπάρχοντος. Σε αυτήν την περίπτωση όμως επανέρχεται η συζήτηση στο διαχρονικό ζήτημα της συνείδησης, το οποίο αποτελεί τμήμα του διαλόγου πάνω στο ζήτημα της ιδεολογικής ηγεμονίας. 

Στον σύγχρονο ολοκληρωτισμό, η μεγάλη αφήγηση είναι το παρόν απογυμνωμένο από υποσχέσεις, το παρελθόν είναι απλά η νικητήρια προϋπόθεση του, ολότελα απεκδυόμενο οποιαδήποτε αγωνιστική αναφορά, που άλλωστε «αποδείχτηκε» δίχως νόημα, και το μέλλον ένα φθαρτό προείκασμα του παρόντος, φθαρτό όπως και η γυμνή ζωή σήμερα, όπου μοναδικός «λογικός» στόχος καθίσταται η κατασκευή ασύνδετων βιωμάτων με την σταθερή παρουσία του εμπορεύματος και της κατανάλωσης, του πολέμου και της διαρκούς απειλής επίτασής του. Πάνω σε αυτή τη βάση, στα πλαίσια αυτής της εκδοχής ολοκληρωτισμού, η ζωή λογίζεται ως η διαδικασία αντίστροφης μέτρησης για τον θάνατο. Ο θάνατος εκφράζεται πολιτικά με δυο τρόπους την «κοντινότητα» και την «εφικτότητα». Φιλοσοφικά η σύγχρονη αντιδραστικότητα επαναφέρει (πολιτικοποιεί) και αναδεικνύει τη θνητότητα ως μια αναπόδραστη κατάσταση στη βάση της λογικής, όμως υποφώσκει το σχόλιο ότι γι’ αυτό το λόγο η κατασπατάληση χρόνου και πόρων για την μετατροπή των όρων διαβίωσης είναι απολύτως μάταιη και απλά επιτείνει τον ρυθμό της «αντίστροφης μέτρησης». Από την άλλη πλευρά η άρνηση (έστω και μειοψηφική) υποταγής ενεργοποιεί την κυρίαρχη έκφραση που συνιστά ως πολύ εφικτό το ενδεχόμενο του θανάτου. Δεδομένης της κυρίαρχης δύναμης να ελέγχει την κατεύθυνση του θανάτου, η απειλή παίρνει ένα αδιόρατο αλλά εξαιρετικά συγκεκριμένο χαρακτήρα. Αδιόρατο αλλά αισθητό στη Δύση, συγκεκριμένο και μαζικό στην περιφέρεια και τους προσφυγικούς και μεταναστευτικούς πληθυσμούς. 

Η τακτική του σύγχρονου ολοκληρωτισμού είναι η τακτική της εποπτείας των κοινωνικών συμπεριφορών με στόχο αυτές όχι απαραίτητα να συναινούν δυναμικά αλλά ή να σιωπούν ή απλά να μην εξεγείρονται. Το δόγμα καθορισμού ζωών που είναι άξιες να βιωθούν είναι πανταχού παρόν, ενώ «παραχωρείται» η δυνατότητα να βιωθούν μόνο ως τέτοιες δηλαδή ως αντίστροφες μετρήσεις θανάτου, πιέζοντας την κοινωνική πλειοψηφία εν είδη έλλειψης άλλης επιλογής να μείνει σε αυτό προσπαθώντας απλά να αποφύγει μια πιο άμεση απειλή θανάτου.

Κοινωνικοποιώντας τη ζωή 

Η απέναντι όχθη του υπάρχοντος βρέθηκε σε μεγάλη αναταραχή, η κατάρρευση του «υπαρκτού παραδείγματος» σοσιαλιστικής υπόστασης άνοιξε το δρόμο για αφηγήσεις περί τέλους της ιστορίας. Η απογοήτευση και η μελαγχολία απλώθηκαν σε αυτά τα τμήματα που δυστυχώς εμπνεύστηκαν από την αφηγητική εκδοχή απελευθέρωσης του κρατικού σοσιαλισμού. Οι αναρχικοί δεν είχαν να αντιμετωπίσουν τη μελαγχολία της ήττας στις αρχές της δεκαετίας του ’90, τη μεγαλύτερη, ιστορικά υπαρξιακή τους δοκιμασία την είχαν αντιμετωπίσει στις αρχές της δεκαετίας του ’40, όταν στους σωρούς ερειπίων που άφησε πίσω της η ήττα του Ισπανικού οράματος, ήρθε να προστεθεί η ανθρωποτραγωδία της κυριαρχίας όλων των ετερόνομων συστημάτων εξουσίας που έφτασε στον κολοφώνα της μέσα στο σφαγείο του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, όπου το Άουσβιτς, η Τρέμπλινκα, το Κατύν, η Χιροσίμα και το Ναγκασάκι ξεπήδησαν ως νομιμοποιημένες πολιτικές διαχειρίσεις.
Η ανασυγκρότηση που καλούμαστε να κάνουμε σήμερα έχει να κάνει μόνο προς ένα μέρος της με τη διαφύλαξη της μνήμης του αγώνα και της επαναστατικής κληρονομιάς, το υπόλοιπο έχει να κάνει με την αναβάθμιση του ρόλου της αναρχικής αντίληψης για την παναθρώπινη απελευθέρωση σε βάρος των αυταρχικών αφηγήσεων του κρατικού σοσιαλισμού που στοίχειωσαν το απελευθερωτικό όραμα ολόκληρο τον 20ο αιώνα. Είναι αλήθεια ότι ο αναρχισμός έχει διασώσει τη δυναμική του, εάν ένα από τα φαντάσματα του 19ου αιώνα πλανιέται ακόμη πάνω από τις σύγχρονες μητροπόλεις, αυτό είναι ο αναρχισμός σε αντιδιαστολή με την σοσιαλδημοκρατία και τον λενινισμό που μας έχουν αφήσει χρόνους. Μάλιστα η «φασματική» παρουσία του αναρχισμού δεν περιορίζεται στην Ευρώπη αλλά εμπνέει αντικαπιταλιστικούς και αντιεξουσιαστικούς αγώνες σε ολόκληρο τον κόσμο. Έτσι τα αναγνωρίσιμα παγκοσμίως μαύρα και κόκκινα χρώματά του ανεμίζουν στους δρόμους των Η.Π.Α. και καρφώνονται στην καρδιά του κτήνους στο Standing Rock και το Charlottesville ανιχνεύονται στη Μέση Ανατολή και στη Βόρειο Συρία, στολίζουν μαντήλια και κουκούλες στη ζούγκλα του Μεξικό, ταράσσουν την ηρεμία των ηγετών στο λιμάνι του Αμβούργο, κρύβονται και εμφανίζονται στην Τουρκία της μόνιμης κατάστασης Εκτάκτου Ανάγκης, φυλακίζονται σε όλους τους τόπους που ανυπότακτοι αντιστέκονται σε κράτος και καπιταλισμό, γίνονται χαιρετισμός νίκης στην αποφυλάκιση ενός συντρόφου στην Αθήνα…
Το συμπέρασμα ωστόσο που βγάζουμε εμείς από αυτή τη δυναμική παρουσία του αναρχισμού σε όλα σχεδόν τα μήκη και τα πλάτη της γης, δεν είναι ότι αυτή επιτεύχθηκε επειδή οι σύγχρονοι αναρχικοί μπόρεσαν να μεταλλάξουν ή να αποκρύψουν πειστικά την ιδεολογική τους ταυτότητα και τα σύμβολά τους, αλλά ακριβώς το αντίθετο. Επειδή τόσοι χιλιάδες άνθρωποι στάθηκαν όρθιοι κρατώντας ψηλά τη σημαία μας, μέσα από φυλακές, διώξεις δολοφονίες, φασιστικές προκλήσεις και αστυνομικές σκευωρίες, επειδή το όραμά μας δεν σύρθηκε στη λάσπη της καθαγίασης των μέσων του εν ονόματι κάποιου αφηρημένου σκοπού, επειδή το μαύρο της σημαίας μας που προφητικά συμβολίζει το πένθος, τη δίκαιη θλίψη και τη μελαγχολία για τις ως τώρα αποτυχίες μας, μπόρεσε να φιλοξενήσει όλη την απογοήτευση μας μέχρι αυτή να γίνει νέα υπόσχεση ανυποχώρητου αγώνα, το άλλο μισό κόκκινο στη διαγώνια πορεία μας από τη μια άκρη του λάβαρου στην άλλη. Απέναντι στην πολιτογράφηση του θανάτου που επιχειρεί και πράττει ο σύγχρονος ολοκληρωτισμός, προτάσσουμε την κοινωνικοποίηση της ζωής, τη διαφύλαξη της αξίας της, δεν παραδινόμαστε, δεν παραιτούμαστε, αναγνωρίζουμε τις πρόσκαιρες αποτυχίες μας, αρνούμαστε την παραδοχή μιας οριστικής κι αναπόδραστης ήττας. Πιστεύουμε στην κοινωνική επανάσταση, υπερασπίζοντας τον Αναρχισμό. 
Το συγκεκριμένο δοκίμιο μπορεί να διαβαστεί και ως ενός είδους συνέχεια του δοκιμίου «Κοινωνικός Αναρχισμός, ένα ρεύμα του μέλλοντος»που γράφτηκε ακριβώς πριν πέντε χρόνια, κάτω από εντελώς διαφορετικές συγκυρίες. Η απουσία ή ίσως η περιορισμένη παρουσία του επιθέτου κοινωνικός πριν τον αναρχισμό στο δοκίμιο αυτό καταδεικνύει ότι η διαπάλη μας με τον μηδενισμό -ο οποίος πλέον έχει καταλήξει ανοιχτά σε μια εκφορά του κοινωνικού κανιβαλισμού- χωρίς να έχει ολοκληρωθεί, έχει κάνει αρκετά βήματα, τόσο στο θεωρητικό όσο και στο αμιγώς πολιτικό επίπεδο. Η συγκρότηση της Αναρχικής Πολιτικής Οργάνωσης (Ομοσπονδία συλλογικοτήτων) και η ένταξή μας ως συλλογικότητα για τον Κοινωνικό Αναρχισμό «Μαύρο & Κόκκινο» σε αυτήν αποτέλεσε σίγουρα το πιο αποφασιστικό βήμα προόδου για μια σειρά ζητημάτων, στο κέντρο των οποίων δεσπόζει ακόμη ο προβληματισμός του πώς θα αποπειραθεί το αναρχικό κίνημα την μετατροπή του και τη λειτουργία του, ως τέτοιο, βάζοντας στην άκρη λογικές ανακύκλωσης αποσπασματικών σχηματισμών και πεπερασμένων δυνατοτήτων. 

Βιβλιογραφικές αναφορές 

Arendt, Hannah, Για την επανάσταση, μτφρ. Β. Τομανάς, Νησίδες, Θεσσαλονίκη 2005.

Ibanez, Tomas, Ο αναρχισμός σε κίνηση, μτφρ. Δ. Γιαννακόπουλος, Ευτοπία, Αθήνα 2016. 

Santillan, Diego Abad de, Ένα ελευθεριακό πρόταγμα, Ά΄ τόμος, μτφρ. Μ. Τσούτσιας, Στάσει Εκπίπτοντες, Αθήνα 2016. 

Taibo, Paco Ignacio II, Περαστικός, μτφρ. Κρ. Ηλιόπουλος, Άγρα, Αθήνα 2014.


Σημειώσεις

[1] Ο Μουσολίνι, όταν τον ρωτάνε ποια είναι η φασιστική ιδεολογία, απαντά ότι «ιδεολογία μας είναι οι γροθιές μας». Ο Λένιν προτάσσει «όλη η εξουσία στα Σοβιέτ», δίχως να μπορεί ούτε ο πιο πεπεισμένος σοβιετόφιλος να απαριθμήσει ποιες ήταν οι εξουσίες των σοβιέτ στη Σοβιετική Ένωση. Ο Τσάμπερλεν υπογράφει την «Υπαγόρευση του Μονάχου» το ’38 και ο Ρίμπεντροπ υποδέχεται με τιμές τον Μολότωφ στο Βερολίνο το ’39. Η δημοκρατικά εκλεγμένη κυβέρνηση των ΗΠΑ βομβαρδίζει με πυρηνικά τη Χιροσίμα και το Ναγκασάκι, η Δημοκρατική Γερμανία αυτοκτονεί τα μέλη της RAF στα λευκά κελιά, ο έγχρωμος Αμερικάνος πρόεδρος υμνεί την ειρήνη και την πρόοδο, ενώ εμπλέκεται σε δεκάδες εμπόλεμες συγκρούσεις, και ο Έλληνας επιτετραμμένος, εξηγεί με μαρξικούς όρους γιατί το μνημόνιο είναι για το καλό μας… 


[2] Ασφαλώς όμως δεν μπορεί να υπάρξει ταύτιση ανάμεσα στους μετέχοντες στους εξεγερτικούς ξεσηκωμούς ή ακόμη και απλά σε ταραχές και όλους τους υπόλοιπους που ουσιαστικά επιθυμούν να εδραιώσουν τη δική τους εξουσία. Η ανιδιοτέλεια των εξεγερμένων τους ξεχωρίζει ως προς τους εξουσιαστές, η συνάθροισή τους με άλλες εκδοχές της –έστω και ψευδεπίγραφης- χειραφετικής αφήγησης έχει να κάνει με τις αυταπάτες και την αναποτελεσματικότητα ή την απόρριψη της κοινωνικής επανάστασης, την κοινή –από άλλους δρόμους- δικαίωση του ρεφορμισμού. Άλλωστε «μεταρρυθμίσεις» του πολιτικού και οικονομικού συστήματος πυροδοτούνται όχι μόνο με διαπραγματεύσεις μέσω θεσμικών οργάνων αλλά και μέσω αδιαμεσολάβητων ταραχών. 


[3] Ο όρος πραξικόπημα έχει ένα κενό, καθώς όλα τα πραξικοπήματα αντλούν τη δύναμη τους, από τη θέση εξουσίας που κατέχουν κάποια συγκεκριμένα πρόσωπα, ώστε να κινητοποιήσουν μια μάζα κόσμου προς έναν σκοπό. Στην περίπτωση της Ρώσικης Επανάστασης δεν ισχύει κάτι τέτοιο, προήλθε από τον ξεσηκωμό του λαού που εκμεταλλεύτηκε προς όφελός της μια πολιτική ένωση, η οποία ωστόσο μέχρι τότε ήταν μια εθελοντική οργάνωση. 


[4] Για μια πιο εκτεταμένη και εμβριθή πολεμική στον αστικό-δημοκρατικό πλουραλισμό βλέπε το έξοχο δοκίμιο του Ράσελ Τζάκομπυ «Ο μύθος της πολυπολιτισμικότητας» που περιλαμβάνεται στον τόμο Το τέλος της ουτοπίας σ.σ. 51-99, σε μετάφραση Δημήτρη Λάππα και Δημήτρη Μαργαρίτη και εκδόθηκε από τις εκδόσεις Τροπή στο Αγρίνιο το 2001.

Νέα Αναρχική Πολιτική επιθεώρηση | Μαύρο & Κόκκινο #1

                                                                                                        Κυκλοφορεί σε στέκια, καταλήψεις και βιβλιοπωλεία το πρώτο τεύχος [Δεκέμβρης 2017] της νέας αναρχικής πολιτικής επιθεώρησης "Μαύρο & Κόκκινο" από τις ελευθεριακές εκδόσεις "Ναυτίλος". Η επιθεώρηση αποτελεί έκδοση της συλλογικότητας για τον Κοινωνικό Αναρχισμό Μαύρο & Κόκκινο, η οποία διαχειρίζεται και τις εκδόσεις.










ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

Editorial

* Άρης Τσιούμας: Υπερασπίζοντας τον Αναρχισμό

* Νίκος Κουρκουλος: Μαράνοι, Μαρόν και μπλε μαρέν:
κρυφή μνήμη, κρυμμένες ιστορίες και άλλες αποκρύψεις

* Cumulonimbus: Για την εξέγερση στο Stonewall, την εξέλιξη των έμφυλων αγώνων και την επαναστατική προοπτική τους

* Σοφία Παππά: ΤΤΙP, πρό των πυλών της απόλυτης δυστυοπίας

* Μουσικό εργαστήρι Mundo Nuevo: Μπλούζ-ρεμπέτικο, βίοι παράλληλοι κάτω από τη μύτη των αστών

* Παρίτσα Νικολουδάκη: Η μεταμοντέρνα γραφή στο πλαίσιο της ποιητικής της τρέλας, η περίπτωση των Κειμένων για το Τίποτα του S. Beckett.

* Παναγιώτης Δράκος: O ιμπεριαλισμός πέθανε, ζήτω ο ιμπεριαλισμός!

* Νίκος Νικολαϊδης: Το αναρχικό πνεύμα και η άνυδρη σκέψη

* Βιβλιοπαρουσιάσεις

- Στο εξώφυλλο του πρώτου τεύχους απεικονίζεται η αναρχική ουκρανή επαναστάτρια Μαριούσα Νικηφόροβα.


Editorial
«Ο τρόπος αποτελεί τη λύση»

Από την πολιτική ανακοίνωση της
συλλογικότητας «Μαύρο & Κόκκινο»
εν όψει του δημοψηφίσματος


Πριν από τρία -και πλέον- χρόνια, συγκροτώντας τη συλλογικότητα «Μαύρο & Κόκκινο» [για τον κοινωνικό αναρχισμό] επικυρώναμε μια κίνηση που προσέβλεπε στην πολυπόθητη έλευση νέων καιρών, οι οποίοι θα αφήνανε πίσω τους τρελούς ομολόγούς τους. Το όριο που νοιώσαμε όσοι ζήσαμε εκείνον τον Δεκέμβρη του ΄08 σήμαινε ότι έπρεπε να αλλάξουμε γρήγορα τις δομές και τα περιεχόμενα. Σήμερα, οι ηρωικοί μα ηττημένοι αγώνες που δόθηκαν τα «πυκνά χρόνια», από την εξέγερση μέχρι τον φλεγόμενο Φλεβάρη του 2012, η αντίσταση στο κρατικό σχέδιο εδραίωσης της αντιεξέγερσης, αλλά και ο ευτελισμός των αγώνων από τμήματα που συνέβαλαν από τα κάτω στην ανάπτυξη του κοινωνικού κανιβαλισμού, που προωθεί το κράτος και το κεφάλαιο, μας κάνει να αισθανόμαστε ότι είχαμε δίκιο. Επιλέξαμε τον προσεκτικό δρόμο της πολιτικής συνοχής, της κοινωνικής και ταξικής παρέμβασης και της έκφρασης δυνάμεων σε ένα σχέδιο πολιτικής οργάνωσης, που δεν έχει δοκιμαστεί ξανά με πειστικότητα στον ελληνικό κοινωνικό σχηματισμό. Επιλέξαμε τη συγκρότηση της Α.Π.Ο.

Η σημερινή άμπωτη της κοινωνικής κινητοποίησης οδηγεί στο να προφυλάξουμε τον χρόνο που απομένει από τις καθημερινές μάχες για να αναπτύξουμε καλύτερα το θεωρητικό σκεπτικό μας και το οργανωτικό μας σχέδιο. Δεν αρκεί πια απλά να παρεμβαίνουμε˙ η ωρίμανση του Αναρχισμού προϋποθέτει την ενορχήστρωση των δικών του πρωτοβουλιών σε έναν στρατηγικό ορίζοντα αντιπαράθεσης με το κράτος και το κεφάλαιο. Τα μέτωπα αγώνα που φτιάχνουμε μέσα σε συνθήκες οπισθοχώρησης, αύριο θα αποδειχτούν οι σημαντικότεροι πυλώνες της αντεπίθεσής μας. Το «καθήκον» του να κρατάμε τις σημαίες μας ψηλά, δεν απηχεί σε μια μανία κάποιων πεισματάρηδων. Ο δρόμος έχει χαραχτεί, Ψηλαφούμε τα σημεία για να προχωρήσουμε, αποφεύγοντας τα χθεσινά μας λάθη. Η συνεκτικότητά, μας είναι χρήσιμη για να προλαμβάνουμε τα καινούργια και να απολογίζουμε όσα νοιώθουμε να προκαλούμε κι όχι όσα αρέσκεται να μας αποδίδει ο εχθρός. Η ματιά μας έχει καθαρίσει αρκετά από θεωρητικά ζητήματα σε σχέση με την υπεράσπιση της αναρχικής ιδεολογίας, τους τρόπους οργάνωσης των ελευθεριακών πολιτικών κυττάρων σε μια ομοσπονδιακή δομή, μέχρι την τακτική παρεμβάσεων σε ταξικούς και κοινωνικούς αγώνες. Η βάση της εξόρμησης μας έχει συγκροτηθεί. Η πειστικότητα των επιχειρημάτων μας, μένει να κερδηθεί, ώστε να μετουσιωθεί στην ανάδειξη νέων δυνάμεων, νέων συντρόφων. Η έγκυρη κριτική μας, μέσα από τις πυκνές προκηρύξεις των τελευταίων χρόνων στην τεράστια απειλή που συγκροτεί η «αριστερή διακυβέρνηση» όσο καίρια κι αν είναι θα πρέπει να αναπτυχθεί σε αγώνες που να μπορούν να τους αγκαλιάσουν ξανά τα απογοητευμένα πληβειακά στρώματα. Αγώνες, κοινές εμπειρίες και κοινοτικές συνδέσεις που θα εμπνεύσουν ακόμη κι αυτούς τους αποστρατευμένους συντρόφους μας που πάσχουν από μια ανία αντικινητοποίησης. Αυτή η νέα επιθεώρηση θέλει να κινήσει τα πράγματα ακόμη πιο σταθερά προς αυτήν την κατεύθυνση. Αυτός είναι ο στόχος της και η συμβολή της. Το όνομά της καταδεικνύει ότι το αναρχικό κίνημα έχει συνέχεια, μέσα στον ελληνικό κοινωνικό σχηματισμό, μνήμη και βάση. Δεν είναι πια εξωτικό φρούτο που έπεσε από τον ουρανό. Κανείς δεν μπορεί να μας αγνοήσει, δίχως να αναμετρηθεί με τις δυνάμεις που συγκροτούμε.

Η εξουσία, όπως εξελίσσεται μέσα στο πλαίσιο του σύγχρονου ολοκληρωτισμού, ενοποιεί αδιάλυτα τα διαχεριστικά πρόσημα και επιδρά καταλυτικά στην καθημερινότητα των πληβείων, τσακίζοντας τις ζωές τους. Καμιά υπόσχεση δεν μένει να δοθεί. Η κατεύθυνση εξάντλησης των δυνατοτήτων εκμετάλλευσης του καπιταλισμού συνεπάγεται από τη μία πλευρά τη χρεοκοπία του και από την άλλη την όξυνση της λυσσαλέας επίθεσής του ενάντια στα πληττόμενα στρώματα. Στο διεθνές επίπεδο πυροδοτεί εμφύλιες διαμάχες για να τις μετατρέψει γρήγορα σε διεθνείς αναμετρήσεις περιφερειακών συγκρούσεων. Συνεχίζει να διαμορφώνει το πρόβλημα και να εμπορεύεται τη «λύση». Μια λύση που κατατείνει όλο και περισσότερο σε μια διαρκή κατάσταση καταστολής και βίας σε όλο τον πλανήτη. Οι «μνημονιακές ανάγκες» αποτελούν απλά την επικοινωνιακή πολιτική όσων θέλουν να φανούν άμοιροι ευθυνών. Οι απολύσεις, οι ξυλοδαρμοί από την αστυνομία, οι απειλές εκκενώσεων, η ποινικοποίηση των ταξικών αντιστάσεων, οι Κυριακές, οι πλειστηριασμοί είναι κάτι ουσιαστικότερο: καπιταλιστικές προσταγές. Πάντα ήταν. Και όλοι το ήξεραν. Ειδικά όσοι ήθελαν να πάρουν στα χέρια τους την καπιταλιστική διαχείριση.

Η μεταπολιτευτική περίοδος έψαχνε εδώ και χρόνια ένα κλείσιμο. Το ζητούσαν οι αρθρογράφοι των επιφυλλίδων, οι διανοητές της κριτικής σκέψης, η νέα Αριστερά, το φιλελεύθερο κέντρο. Ο καθένας για δικούς του σκοπούς. Το μεταπολιτευτικό σύστημα κλείνει τον κύκλο του σήμερα, διότι όλες οι πολιτικές συνιστώσες που διαμορφώθηκαν μέσα σ’ αυτό έχουν αναλάβει την κρατική διαχείριση, έχοντας διαμορφωθεί γι’ αυτό. Κανείς δεν μπορεί να καμωθεί τον αθώο. Η θεωρία των «δύο άκρων» πέρα από τη χρησιμότητα εξίσωσης της χειρότερης πανούκλας της ανθρωπότητας με ό,τι καλύτερο έχει εκφράσει η ανθρώπινη αλληλεγγύη εξυπηρετεί βασικότερα τη λειτουργία της κολυμβήθρας του Σιλωάμ για το κράτος, τον καπιταλισμό και το πολιτικό προσωπικό που εδραίωσε το καθεστώς καταπίεσης και εκμετάλλευσης της αστικής δημοκρατίας. Εμείς, από την πλευρά μας πρέπει να κάνουμε ότι περνάει από το χέρι μας ο κύκλος αυτός στο κλείσιμό του να μην βρει τους πληβείους τσακισμένους κάτω από το ενιαίο χτύπημα της Αριστεράς, της Δεξιάς και των φασιστών. Θα πρέπει να οραματιστούμε έναν νέο κύκλο που θα πυροδοτεί μια νέα εξέγερση που θα εκβάλλει τον παλιό Νοέμβρη και τον περασμένο Δεκέμβρη σε ένα σχέδιο συνολικής ανατροπής σε μια Κοινωνική Επανάσταση.

- Κεντρική διανομή: Θεσσαλονίκη στο συνεργατικό καφέ-βιβλιοπωλείο Belleville Sin Patron (Φιλίππου 80-82) και στην Αθήνα από τις εκδόσεις του 21ου αιώνα (Ζαλόγγου 9, Εξάρχεια)

Κυριακή 12 Νοεμβρίου 2017

σπαράγματα φόνων|Φλεβάρης 2017, εκδόσεις Ναυτίλος

σπαράγματα φόνων

περιεχόμενα

13| Η μάνα
14| Φαρμακονήσι
19| Νιγρίτα
23| Λαθρεπιβάτες
32| Το φιλοξενείο
38| Les Anarchistes
40| II.
41| Δημοκρατία
42| Εθνική Εορτή
43| Miligram, Stanley
45| Ω, καλοί μου άνθρωποι
46| Ο Βασιλιάς
47| Άναρχος
49| Το Άρμα του Ήλιου
50| Ψυχή βαθιά
52| Το έθνος
53| Φασισμός
54| Πολιτική...
55| Η διαφορά
56| Κυριακάτικη Αργία
57| Βαβέλ
58| Άγνωστο Πώς
61| Ν. Καρούζος
62| Το κόκκινο αυτοκινητάκι
65| Το Ορφανοτροφείο

Παρασκευή 24 Ιουλίου 2015

Μοριακός φασισμός «νέου τύπου» ή «ποιος ασχολείται με τους πάνκηδες»;

Μοριακός φασισμός «νέου τύπου» ή «ποιος ασχολείται με τους πάνκηδες»;

του Άρη Τσιούμα

Υπάρχει μια σκηνή στο γνωστό έργο «Η Λίστα του Σίντλερ», η οποία είναι μάλλον η πιο σημαντική από την άποψη του πόσα συμπεράσματα μπορούμε να βγάλουμε για τον ναζισμό. Σε αυτή λοιπόν τη σκηνή, που εκτυλίσσεται σε ένα στρατόπεδο συγκέντρωσης, οι ναζί θέλουν να χτίσουν ένα καινούργιο κτήριο. Το σχέδιο που είχε εκπονηθεί όμως από τους ναζί είχε αστοχίες, οπότε επιστρατεύεται μια Εβραία κρατούμενη με διεθνείς σπουδές στην αρχιτεκτονική ώστε να συμβουλεύσει τους βασανιστές της πώς να φτιάξουν σωστά το σχέδιο. Αφού λοιπόν εξηγεί το λάθος και δίνει τη λύση, ο αξιωματικός των Ες-Ες βγάζει το πιστόλι του και την πυροβολεί. Έπειτα δίνει εντολή να γίνουν τα σχέδια ακριβώς όπως τα όρισε η νεκρή πλέον αρχιτεκτόνισσα. Η ωμότητα σε αυτήν τη (συμβολική μιας και μιλάμε για κινηματογραφική αναπαράσταση) πράξη δεν είναι το πλέον σημαντικό. Ο καθορισμός της αιτίας είναι: Γιατί; Γιατί να εκτελεστεί έτσι, εκείνη τη στιγμή, αφού θα μπορούσε να φανεί χρήσιμη, και άλλοι τέτοιου είδους προβληματισμοί έχουν και βάση και ουσία. Το να μην ανεχτεί ο ναζί αξιωματικός μια -έστω και σωστή- υπόδειξη από μια Εβραία, είναι μια ελλιπής εξήγηση. Η προσέγγιση που διαφαίνεται όμως έχει να κάνει με το πραγματικό μίσος. Μια αστή νεαρή γυναίκα, Εβραία, κοσμοπολίτισσα, σπουδαγμένη και σε κανονικές συνθήκες πετυχημένη, δεν είναι ανεχτή, δεν μπορεί να είναι σε ένα σύστημα που οφείλει να εξοντώσει αυτό που είναι διαφορετικό, αυτό που μισεί. Κι αυτό ήταν όλο το κέρδος του αξιωματικού, η ηδονή από τον κατευνασμό του πραγματικού μίσους. 

Στις 15 Αυγούστου του 2013, ο Θανάσης Καναούτης, ένα παιδί στα 18 σκοτώνεται κατά τη συμπλοκή με ελεγκτή του τρόλεϋ στο Περιστέρι, μετά από έλεγχο κατά τον οποίο βρέθηκε δίχως εισιτήριο. Το πόρισμα δεν απάντησε ποτέ στις συνθήκες θανάτου, οι καταθέσεις των αυτοπτών μαρτύρων δεν χρησιμοποιήθηκαν, ποτέ κανένας δεν δικάστηκε για τον θάνατο αυτού του παιδιού, που το «έγκλημα» του ήταν ότι δεν χτύπησε ένα εισιτήριο αξίας 1,00 ευρώ, προσπαθώντας πιθανότητα να γλυτώσει έστω κι αυτό το ελάχιστο ποσό από τον οικογενειακό προϋπολογισμό. Γιατί σκοτώθηκε ο Θανάσης Καναούτης; Γιατί ήταν τζαμπατζής, όπως μας ενημέρωσαν τα κοράκια του φιλελευθερισμού, σκυλεύοντας το πτώμα του παιδιού; Επειδή η χώρα έχει νόμους και η τάξη δεν πρέπει να διασαλεύεται από κανέναν, όπως μας ενημέρωσαν τα κανάλια, οι δικαστές και οι εισαγγελείς, νομιμοποιώντας το θάνατο; Μήπως ήταν «γραφτό του», όπως είπανε όσοι φουκαράδες δεν θέλουν να δουν και να αντιμετωπίσουν την πραγματικότητα, την δολοφονική της ουσία, την αποκτήνωση; Μήπως ο ελεγκτής που «ξεπέρασε τον εαυτό του» στο να διαφυλάξει τα συμφέροντα της εταιρείας ικανοποίησε απλά το συσσωρευμένο μίσος του ενάντια σε έναν «παραβάτη»; 

Χθες το βράδυ μερικές δεκάδες πιτσιρικάδες μαζεύτηκαν για να πάρουν το βραδινό τρένο από την Αθήνα με προορισμό το φεστιβάλ «ελευθερίας» στη Βέροια. Κάποιοι από αυτούς δεν είχαν εισιτήρια. Οι κύριοι της πρώτης θέσης, δυσανασχέτησαν, κάποιος είπε «υπάρχουν νόμοι», άλλος ότι «πρέπει να τηρείται η τάξη», κάποιος στο βάθος φώναξε αγανακτισμένα «εμείς μαλάκες είμαστε που πληρώσαμε, κωλόπαιδα», ήταν ένας συμβολαιογράφος που είχε μια επείγουσα δουλειά το πρωΐ της Παρασκευής στη Θεσσαλονίκη, ένας γιατρός που επιτέλους είχε καταφέρει να κλείσει μια σουίτα σε ένα φιλόξενο ξενοδοχείο στη Χαλκιδική και είχε κάνει πρωινή κράτηση και ένας στρατιωτικός που είχε προορισμό την Αλεξανδρούπολη. Έγινε σαματάς και μεγάλη φασαρία, οι υπάλληλοι της ΤΡΕΝΟΣΕ, που προς Θεού δεν θέλουν να χάσουν την δουλειά τους σε τέτοιους καιρούς κάλεσαν την αστυνομία. Τους έστειλαν τα ΜΑΤ και την ομάδα ΔΕΛΤΑ. Ακολούθησαν τα γνωστά, κυνήγι κατά «δικαίων και αδίκων», ξύλο, συλλήψεις. 

Πριν λίγες ώρες σε αρκετά σπίτια κυρίως των υποβαθμισμένων περιοχών της Αθήνας, γινόταν μια άλλου είδους διαπραγμάτευση. Έφηβοι, κάπως απροσάρμοστοι και αντιδραστικοί που σκέφτονται αλλιώς, ή για να το πούμε ευθέως: σκέφτονται, που δεν αρέσκονται σε Παντελίδηδες και Ρέμους, κάνανε σκληρή διαπραγμάτευση με τους γονείς τους. Οι γονείς του Ορφέα είναι συντηρητικοί δεν θέλουν να πάει πουθενά, πόσο μάλλον σε ένα φεστιβάλ που θα είναι κι άλλοι πιτσιρικάδες που ακούν αυτή την καταραμένη μουσική που τους ξεκουφαίνει. Πήγε να κάνει συζήτηση μια-δυο φορές αλλά δεν θα βγάλει άκρη. Πώς να ζητήσει φράγκα; Δεν θα πει τίποτε. Θα καβατζώσει όλη τη βδομάδα τα τάληρα που του δίνουν, δεν θα βγει καθόλου, θα βρει μια δικαιολογία για το που θα κοιμηθεί 2 μέρες και θα πάει. Θα χωθεί σε μια σκηνή κάποιων που θα γνωρίσει μόλις βγει η πρώτη μπάντα και αρχίσουν να χοροπηδάνε μαζί. Τέλος. Αν υπήρχε τρόπος να γλυτώσει το εισιτήριο του τρένου… αυτό το καταραμένο εισιτήριο του χαλούσε τα σχέδια. 

Οι γονείς του Χάρη είναι ανεκτικοί και προοδευτικοί, αλλά τα φέρνουν δύσκολα βόλτα. 
«Ναι, γιατί όχι να πας αφού σου αρέσει θα είναι και οι φίλοι σου. Πόσο θα βγει όμως η ιστορία; Κανένα 50άρι τα εισιτήρια και κάτι να φας, κάτι να πιείς 2-3 μέρες δεν θέλεις ένα κατοστάρικο»; «Ε, ναι», θα πετάξει ζορισμένα ο Χάρης που ξέρει την κατάσταση, όμως θέλει πολύ να πάει. Έχει γαμώ τα γκρούπ φέτος, άλλωστε δεν θα πάει πουθενά-πουθενά όλο το καλοκαίρι, μόνο 3 μέρες, με μουσική που γουστάρει, κοπέλες με ίδια γούστα και ντύσιμο, αστεία με φίλους, νέες παρέες. «Ας πούμε 100ευρώ» συμπλήρωσε την απάντηση. «Αγόρι μου» είπε ο πατέρας του «ξέρεις ότι δεν βρίσκονται τώρα 100 ευρώ, με την όλη κατάσταση, έχουμε μείνει πίσω και με τους λογαριασμούς, δεν γίνεται. Εγώ θέλω να πας» συμπλήρωσε η μάνα του, «αλλά…να, ίσως καλύτερα του χρόνου. Τα πράγματα του χρόνου θα είναι σίγουρα καλύτερα», είπε χωρίς και η ίδια να το πολυπιστεύει. Ο μικρός το στριφογύρισε στο κεφάλι του, «ξέρετε τι; Έχετε ένα 20άρικο; Μου χρωστάει κάτι λεφτά ο Παναγιώτης και μπορώ να δανειστώ αν δεν φτάσουν, θα τα καταφέρω». Οι δικοί του σήκωσαν κάπως τους ώμους, του έδωσαν ένα 20άρικο. Ο μικρός το άρπαξε και πήγε να πάρει το sleeping bag πριν αρχίσουν οι ερωτήσεις. Αν δεν πλήρωνε τα κωλοεισιτήρια του τρένου, αν έτρωγε από ένα σουβλάκι τη μέρα και 2-3 μπύρες έβγαινε η φάση με ένα 20άρικο…

Ο Γιώργος είναι από καλή οικογένεια, οι δικοί του δεν δίνουν πολλή σημασία, έχουν όμως φράγκα. Το ψήνει να πάει στο φεστιβάλ, ζήτησε κάτι φράγκα του τα δώσανε, πέταξε ένα «θα λείψω 3 μέρες» και βάρεσε την πόρτα πίσω του, ενώ φορούσε τα ακουστικά στα αυτιά του. Είχε ραντεβού με τα παιδιά που είχαν κολλήσει από την τελευταία συναυλία. Είναι όλα από άλλες περιοχές αλλά αυτό το έχουν κανονισμένο από βδομάδες. Με τα παιδιά από το ιδιωτικό δεν μιλάει, είναι όλοι αρχι-μαλάκες που τους αρέσει να επιδεικνύονται, να μιλάνε για το πώς θα βγάλουν κι άλλα φράγκα και να μιλάνε σαν τους μαλάκες τους γονείς του. Ακόμη χειρότερα θέλουν να γίνουν σαν τους μαλάκες τους γονείς του. Να πάνε να γαμηθούν όλοι τους. Αυτός έχει βγάλει και εισιτήριο από το web εδώ και μέρες «α λε ρε τουρ» για το τρένο, οι άλλοι γενικά ζορίζονται όμως όλοι θα είναι στο σταθμό από τις έντεκα…

Το χάραμα τους βρήκε και τους 3 στη ΓΑΔΑ. Τον Γιώργο ήρθε και τον πήρε ο δικηγόρος του πατέρα του. Δεν γούσταρε να πάει μόνος του χωρίς τους άλλους, μετά το πέσιμο των μπάτσων κατέβηκε, δεν τους είπε καν ότι έχει εισιτήριο, τι σημασία είχε. Πέταξε μια βρισιά στον αρχιματατζή που έσκισε την μπλούζα του φίλου του, τον μπουζούριασαν. Τον Χάρη που είχε χτυπήσει λίγο στην τρεχάλα και άρπαξε 1-2 γκλομπιές, ήρθε να τον πάρει ο πατέρας του, ανήσυχος αλλά προστατευτικός, έκανε φασαρία μάλιστα στους μπάτσους, ότι δεν είναι συμπεριφορά αυτή, κι ότι ας κόβαν πρόστιμο αν δεν είχε εισιτήριο. Ο Ορφέας σκεφτόταν ακόμη να πάρει ή όχι τους δικούς του τηλέφωνο, οι μπάτσοι του είπαν ότι μπορεί να πάρει ένα. Θα ανησυχούσαν, θα τα βάζανε μαζί του, τι να εξηγήσει; Τα χρήματα για το δικαστήριο; Μπλέξιμο, καυγάδες, κλάματα, μιζέρια…



Το επόμενο πρωί οι νεοναζί το είπαν καθαρά, «και λίγες φάγανε τα κωλόπαιδα, κάτσε να αναλάβουμε εμείς και τα λέμε, ξύρισμα με την ψιλή και στη νεολαία του κόμματος, θα κοπούν αυτές οι μαλακίες που τα χαϊδεύουνε». Η δεξιά το είπε καθαρά «υπάρχουν νόμοι και τάξη στη χώρα, δεν μπορεί ο κάθε παραβάτης να ορίζει το δίκαιο του, παρά το συμφέρον του συμπολίτη του, πρέπει να τηρηθούν οι κανόνες και όλοι είναι ίσοι απέναντι στους κανόνες». Οι νεοφιλελεύθεροι το είπαν καθαρά «δεν μπορεί ο κάθε τζαμπατζής να μπουκάρει σε ένα τρένο και να σταματάει τα δρομολόγια, να ενοχλεί τους επιβάτες που πηγαίνουν στις δουλειές τους, όλοι πρέπει να πληρώσουν το κόμιστρο». Η αριστερή κυβέρνηση το έδειξε έμπρακτα στέλνοντας τα ΜΑΤ, και την ΔΕΛΤΑ να τους λιανίσουνε, να επιβάλλουν την τάξη, να πληρώσουν όλοι, εν είναι καιρός για «αρνήσεις πληρωμών» τώρα. Άλλωστε ο υπουργός δεν δήλωσε πριν 2-3 μέρες ότι δεν δικαιούνται να του κάνουν τα 18χρονα κριτική; Τα τσογλάνια τώρα θα έβλεπαν τι εστί βερίκοκο…κοτζάμ καθηγητή να του χαλάνε τη δημόσια εικόνα, με τέτοια ιστορία πίσω του…δεν γνωρίζουν, όμως θα μάθουν με το καλό ή με το κακό. 

Το ΚΚΕ σκεφτόταν ανοιχτόφωνα, ότι σίγουρα αν αυτό ήλεγχε την κατάσταση, αυτοί οι δυσπροσάρμοστοι, που ακούν μουσική που δεν εγκρίνεται από το κόμμα, και τρέχουν σε ύποπτα φεστιβάλ, φορώντας παρδαλά ρούχα θα κατέληγαν μάλλον στο τρελοκομείο. 

Ακόμη-ακόμη κάποιοι στην εξωκοινοβουλευτική αριστερά, χασμουρήθηκαν, έπειτα είπαν «εδώ έχουμε σοβαρά θέματα με τους παρτάκηδες θα ασχολούμαστε; Άλλωστε δεν διαμαρτύρονταν για κάτι, απλά θέλανε να ακούσουν μουσική. Είναι τζαμπατζήδες, γιατί δεν οργανώνονται όπως εμείς να διεκδικήσουν την αλλαγή στο κόστος μεταφοράς ή ακόμα, το τόσο ριζοσπαστικό, να γίνουν δωρεάν οι μεταφορές. Η οργάνωση στην γκρούπα της άκρας αριστεράς μπορεί να δείξει το δρόμο. Τώρα όμως δεν έχουμε τίποτα να πούμε, για μερικούς που κοιτάν απλά να καβατζωθούν σε φεστιβαλάρες. Εντάξει χοντρό να πάνε τα ΜΑΤ αλλά κι άλλοι είναι ότι να 'ναι».

Μείναν λοιπόν μόνοι οι παλιοί γνωστοί μας, οι αναρχικοί. Που πάντα βάζουν μπροστά το κοινωνικό και όχι το πολιτικό. Που ξέρουν τι συμβαίνει και με τις δέσμες των προαπαιτούμενων που ψηφίζει η κυβέρνηση, αλλά ακριβώς το ίδιο σημαντικό με τη φτωχοποίηση του κόσμου θεωρούν και την ματαίωση μιας νεανικής προσδοκίας, μιας βούλησης μιας θέλησης, μιας επιθυμίας. Γιατί μέσα σε αυτόν τον ταξικό και άδικο κόσμο εκεί που η αυταρχικότητα, το κράτος, οι μπάτσοι, οι επιβάτες της πρώτης θέσης αρνούνται την επιθυμία των όποιων πιτσιρικάδων, πατώντας τους ακόμη πιο πολύ το κεφάλι, εκεί γεννιούνται οι δημιουργικές αρνήσεις της εξέγερσης, της αμφισβήτησης, του πεισμώματος. 

Πριν μερικές μέρες στην Τουρκία πάνω από 30 νέοι άνθρωποι σκοτώθηκαν από την επίθεση φασιστών. Ήταν νέοι πολύ, ήταν όμως οργανωμένοι και συνειδητοποιημένοι. Πηγαίνανε να συμμετέχουν στην ανοικοδόμηση ουσιαστικά μιας εμπόλεμης ζώνης. Πέσαν ως ήρωες, δυστυχώς. Ήρωες που δεν χρειαζόμαστε γιατί θα προτιμούσαμε να είναι ζωντανοί χίλιες φορές. Τους σκότωσαν γιατί κάποιοι παρανοϊκοί θέλουν να ελέγχουν μια περιοχή με μπόλικο πετρέλαιο και θα το επιχειρήσουν με όποιο κόστος σε ανθρώπινες ζωές. 

Ο Θανάσης Καναούτης γιατί πέθανε; Οι πιτσιρικάδες γιατί πετάχτηκαν κλωτσηδόν από το τρένο, κυνηγήθηκαν και συνελήφθησαν; Δεν αντέχει το κράτος να τσαλαπατούνται οι νόμοι του; Δεν αντέχουν οι εταιρείες να χάσουν 10 πενταροδεκάρες; Αν αυτές είναι οι απαντήσεις, τότε γιατί κανείς δεν βρέθηκε πλάι τους; Γιατί δεν φώναξε κάποιος ότι αυτό εδώ είναι μια τρέλα; Η απάντηση θα κρύβεται πάντα πίσω από το ταξικό προκάλυμμα, τόσο πραγματικό και τόσο βίαιο, αλήθεια. Υπάρχει όμως κάτι ακόμη πιο αδυσώπητο, το μίσος. Όσο θα υπάρχουν οι νεοφιλελεύθερες αριστερο-δεξιές κυβερνήσεις το μίσος των κυρίαρχων, είτε είναι ο αστυνομικός διευθυντής, είτε είναι ο ταξιδιώτης της πρώτης θέσης, το μίσος αυτό θα εκφράζεται κυρίως με ξύλο και κανέναν θάνατο που θα μοιάζει με ατύχημα, σαν "ντόπιοι πνιγμοί μεταναστών". Όσο όμως αυτές οι κυβερνήσεις κι αυτές οι λογικές θα προετοιμάζουν τον απροσχημάτιστο φασισμό του αύριο, το άσβεστο μίσος θα εκφράζεται με μαζικές δολοφονίες, χωρίς προφανή λόγο, μόνο για την ηδονή της ικανοποίησης του, όπως στην ταινία του Σπήλμπεργκ, όπως στη Γερμανία το 40, όπως στη Συρία και την Τουρκία σήμερα…να γιατί πρέπει να ασχοληθούμε με τους «πάνκηδες». Να γιατί πρέπει να υπερασπιστούμε τους «πάνκηδες».