Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Πέμπτη 27 Μαρτίου 2014

"Για να τελειώνουμε με τους τρελούς καιρούς"

"Για να τελειώνουμε με τους τρελούς καιρούς"
σημειώσεις για τον κοινωνικό αναρχισμό και το ελευθεριακό κίνημα

Του Νίκου Νικολαΐδη

 Στις μέρες μας εμφανίζεται μια αντιπαράθεση μεταξύ του λεγόμενου κοινωνικού αναρχισμού και του λεγόμενου ατομικιστικού ή μηδενιστικού αναρχισμού. Αυτό το κείμενο δεν θα ασχοληθεί με τη δεύτερη τάση, ούτε θα αναφερθεί στον κοινωνικό αναρχισμό ως τάση που αντιπαρατίθεται στον ατομικιστικό και το μηδενιστικό αναρχισμό, όπως συχνά συνηθίζεται. Σκοπός αυτού του κειμένου είναι να συμβάλει στη συζήτηση για το ελευθεριακό κίνημα, όρος που ίσως εκφράζει πιο ξεκάθαρα αυτό που πολλοί περιγράφουν ως «κοινωνικό αναρχισμό». Και να υπενθυμίσει ότι ο αναρχισμός είναι εξ ορισμού κοινωνικός και οικουμενικός.
Εδώ και τρεις δεκαετίες στην ελλάδα διαμορφώνεται ένα διάχυτο αντιεξουσιαστικό ρεύμα που σε πολλές περιπτώσεις έχει παίξει αποφασιστικό ρόλο, τόσο σε αργές κοινωνικές διεργασίες, όσο και σε γεγονότα της κεντρικής πολιτικής σκηνής. Στην προηγούμενη φάση της παγκοσμιοποίησης και μετά την κατάρρευση των κατ' όνομα κομμουνιστικών καθεστώτων, η «αναρχία με μικρό α» είχε καθοριστική επίδραση στα νέα κινήματα, ένα μεγάλο μέρος της αριστεράς ένιωσε την υποχρέωση να αυτοκαθοριστεί ως αντιεξουσιαστική, ενώ η αυτοοργάνωση αποτέλεσε απαραίτητο επιθετικό προσδιορισμό όλων σχεδόν των προσπαθειών.
Σήμερα η ελληνική κοινωνία μεταβαίνει από την ενσωμάτωση και την εσωτερίκευση της καπιταλιστικής λογικής και ηθικής στον βίαιο αποκλεισμό. Ο φασισμός υποδεικνύεται ως θεραπεία για τα προδομένα όνειρα και τις απατηλές υποσχέσεις του καπιταλιστικού παραδείσου. Η αυτοσυνείδηση του διάχυτου αντιεξουσιαστικού ρεύματος είναι πλέον επιτακτική.
Οι πρώτες ενότητες αυτού του κειμένου θα αναφερθούν στην προέλευση του όρου «κοινωνικός αναρχισμός» και θα προσπαθήσουν να περιγράψουν συνοπτικά τον κλασικό αναρχισμό και την ευρύτερη έννοια του ελευθεριακού κινήματος. Στη συνέχεια θα αναφερθούν συμπεριφορές και αντιλήψεις που κρίνονται ως εμπόδια στην ανάπτυξη του κινήματος για την κοινωνική απελευθέρωση. Τέλος, θα καταγραφούν ορισμένα σημεία με την ελπίδα να φανούν χρήσιμα στη συζήτηση για την εξέλιξη του διάχυτου αντιεξουσιαστικού ρεύματος στον ζωντανό εκείνο ιστό που όχι μόνο θα σταθεί εμπόδιο στη βαρβαρότητα, αλλά και θα επαναφέρει την ουτοπία.


Ο «κοινωνικός αναρχισμός»

To 1995 o Μάρραιη Μπούκτσιν, στο βιβλίο του «Κοινωνικός ή lifestyle αναρχισμός» (στα ελληνικά εκδ. Ισνάφι, 2005), επιχείρησε μια εναντίωση σε αυτό που αποκαλούσε lifestyle αναρχισμό, κατηγορώντας τον ως ατομικιστικό, αντιοργανωτικό, μισάνθρωπο και μεταφυσικό. Σε αντιπαράθεση σε αυτόν, πρότεινε τον κοινωνικό αναρχισμό, προσδίδοντάς του τέσσερα γνωρίσματα κατάλληλα (σύμφωνα με τον Μπούκτσιν) για τη σύγχρονη εποχή: την ανυποχώρητη αντίθεση στον κρατισμό, την πίστη στην άμεση δημοκρατία, τη δράση για δημιουργία συνομοσπονδίας αποκεντρωμένων δήμων και ένα όραμα για μια ελευθεριακή κομμουνιστική κοινωνία. Αποκαλούσε κοινωνικό αναρχισμό την εξέλιξη του κλασικού αναρχοκομμουνισμού και του ιστορικού αναρχοσυνδικαλισμού, επιχειρώντας μια επικαιροποιημένη κοινωνική μορφή και περιεχόμενο των δύο αυτών ρευμάτων του αναρχισμού, μπολιασμένων επιπλέον με την οικολογική σκέψη, στην κατεύθυνση πάντα της δημιουργίας ενός οργανωμένου λαϊκού κινήματος. Παράλληλα με αυτόν τον προσδιορισμό του κοινωνικού αναρχισμού αναπτύχθηκαν τα ρεύματα της συμμετοχικής δημοκρατίας, του ελευθεριακού κοινοτισμού, της κοινωνικής οικολογίας και του Κομμουναλισμού. Στην Ελλάδα, σήμερα, ως κοινωνικός αναρχισμός γενικά εννοείται η τάση εκείνη που αντιτίθεται στον ατομικιστικό και μηδενιστικό αναρχισμό, χωρίς απαραίτητα να συμφωνεί με τον ορισμό του κοινωνικού αναρχισμού από τον Μπούκτσιν. 

Το ελευθεριακό κίνημα

Ο αναρχισμός υπήρξε γέννημα της δυτικής κοινωνίας, συγκεγκριμένα του διαφωτισμού και του εργατικού κινήματος, ενσωματώνοντας συγχρόνως προκαπιταλιστικές κοινωνικές δομές και παραδόσεις, όπως οι αγροτικές κοινότητες και ο κολεκτιβισμός. Η γέννησή του συμπίπτει με την εγκαθίδρυση της βιομηχανικής κοινωνίας, υπήρξε προϊόν της αναγκαιότητας οργάνωσης των αντιστάσεων σε αυτήν και διαφοροποιήθηκε από το υπόλοιπο σοσιαλιστικό κι εργατικό κίνημα της εποχής στο βαθμό που έθεσε ως απαραίτητο συστατικό του αγώνα για κατάργηση της οικονομικής εκμετάλλευσης την αντίθεση σε κάθε μορφή εξουσίας, κυρίως υπό την επιροή της σκέψης του Μ. Μπακούνιν. Ο Π. Κροπότκιν συνεισέφερε την ανάδειξη ως κεντρικών των αξιών της αλληλεγγύης και της αλληλοβοήθειας, με στόχο την ανυποχώρητη εναντίωση στην αυξανόμενη επιρροή του Κοινωνικού Δαρβινισμού, δηλαδή της κυριαρχίας του πνεύματος του ανταγωνισμού και της φυσικής επιλογής μέσω της επικράτησης του ισχυροτέρου, που οι καπιταλιστές υποδείκνυαν ως κύρια χαρακτηριστικά της φύσης και της ανθρωπότητας.
Ο αναρχισμός επιπλέον συμπεριέλαβε στοιχεία προσωπικής και συλλογικής ηθικής και ανέπτυξε ελευθεριακές εκδοχές της παιδείας και του πολιτισμού.
Στα τέλη του 19ου αιώνα μέσα στο αναρχικό κίνημα αναπτύχθηκαν παράλληλα οι τάσεις του ατομικιστικού αναρχισμού (που σε κάποιες εκδοχές του συνδέθηκαν με τον ιλλεγκαλισμό και το νετσαγιεφισμό), του αναρχοκομμουνισμου και του αναρχοσυνδικαλισμού. Στις χώρες εκείνες όπου κυρίως ο αναρχοσυνδικαλισμός (Ισπανία) αλλά και ο αναρχοκομμουνισμός (Ουκρανία) έλαβαν τη μορφή οργανωμένου λαϊκού κινήματος, οι τάσεις του ατομικισμού και του ιλλεγκαλισμού έπαιξαν ελάχιστο ρόλο και πρακτικά εξαφανίστηκαν, ενώ ο νετσαγιεφισμός κατατάχτηκε στην εξουσιαστική πτέρυγα του επαναστατικού κινήματος και όχι στον αναρχισμό.
Το να αντιλαμβανόμαστε όμως τον αναρχισμό απλά ως μια έκφραση του ευρωπαϊκού εργατικού κινήματος, τον περιορίζει σε κάτι που έχει ολοκληρώσει τον ιστορικό του ρόλο.
Διάφοροι μεταμοντέρνοι αναρχικοί, αντί να διαβάσουν καλύτερα την Ιστορία, αποφάσισαν να την διαγράψουν μια και καλή, προσθέτοντας στο «τέλος της ιστορίας» του Φουκουγιάμα και το «τέλος των πολιτικών οραμάτων».

O ισπανικός αναρχοσυνδικαλισμός ήταν αναμφισβήτητα η υψηλότερη έκφραση του κλασικού αναρχισμού. Τι κρατάμε όμως από αυτόν; Τις φωτογραφίες από τα τεθωρακισμένα της CNT και τις διαμάχες για τη συμμετοχή των αναρχικών στην κυβέρνηση; Είναι δυνατόν η προσέγγισή μας να εξαντλείται στην ύπαρξη ή όχι συνδικαλιστικής γραφειοκρατίας και στο αν στις κολεκτίβες υπήρχε υπερβολική πειθαρχία ή αν τα μέλη τους αισθάνονταν ανία και άγχος; Ποιο τελικά είναι το νήμα εκείνο που συνδέει το σύντομο καλοκαίρι της αναρχίας με την επανάσταση του Αριστόνικου, το κίνημα του Μπεντρεντίν, τους Ταμπορίτες, τις εξεγέρσεις των σκλάβων στις αποικίες της Καραϊβικής, τη μακραίωνη ινδιάνικη αντίσταση;

Αποφεύγοντας τη γραμμική δυτικοκεντρική ανάγνωση της ιστορίας, ας αναρωτηθούμε: ποιες εκφράσεις του αναρχισμού ήταν προϊόν δεδομένων ιστορικών συνθηκών και ποια είναι τα διαχρονικά εκείνα χαρακτηριστικά που οδηγούν στην αέναη επανεμφάνιση σε όλη την πορεία της ανθρώπινης Ιστορίας του αιτήματος για πανανθρώπινη ελευθερία και πολιτική και οικονομική ισότητα; Ποια η δομή, οι μηχανισμοί, οι αρχές, οι αξίες, τα νοήματα, οι σχέσεις που επιτρέπουν στο αίτημα για πανανθρώπινη ελευθερία και πολιτική και οικονομική ισότητα να μεταμορφώνεται σε ένα οργανωμένο κίνημα, στο ελευθεριακό κίνημα;
Αν ορίσουμε (λίγο σχηματικά) το ελευθεριακό κίνημα ως την κίνηση ενός σημαντικού τμήματος της κοινωνίας προς τη συνολική απελευθέρωση με μέσο την ελευθερία, δηλαδή προς την ελευθερία μέσω της ελευθερίας, μπορούμε επίσης να συμπεράνουμε ότι το ελευθεριακό ρεύμα συγκροτείται ως κίνημα όταν φτάνουν σε κρίσιμο επίπεδο ανάπτυξης και αλληλεπίδρασης οι ελευθεριακές ιδέες, οι πρακτικές, οι δομές και οι καθημερινές σχέσεις.
Ποια είναι τα εμπόδια στην ανάπτυξη αυτού του κινήματος, ενός κινήματος που (μην το ξεχνάμε) είναι γέννημα της κοινωνίας στην οποία ζούμε και άρα κουβαλά εντός του, ως προπατορικό αμάρτημα, όλα τα προβλήματα που αυτή δημιουργεί; 

Ένα κίνημα-γέννημα της δυτικής κοινωνίας: πολέμιος και συγχρόνως φορέας των προβλημάτων της

1. συνομωτικό ύφος - «ο σκοπός αγιάζει τα μέσα»

Η αστική τάξη στη μακρόχρονη πορεία της για κατάληψη της εξουσίας γέννησε και κληροδότησε την παράδοση των μυστικών εταιρειών και το συνομωτικό στυλ. Η γένεση της φιγούρας του συνομώτη δεν αποτελεί πρόβλημα για μια τάξη που στοχεύει στην κατάληψη της εξουσίας και τον έλεγχο της κοινωνίας, βρίσκεται όμως σε αντιπαράθεση προς την κοινωνική απελευθέρωση.
Ο Βίκτωρ Σερζ, στο βιβλίο του Τι πρέπει να ξέρει κάθε επαναστάτης (Παρίσι 1926, στα ελληνικά εκδ. Θεωρία, 1982) εξετάζει τη δράση της τσαρικής μυστικής αστυνομίας Οχράνα, έχοντας πρόσβαση στα αρχεία της που ήρθαν στα χέρια των σοβιέτ μετά την επανάσταση του 1917. Συμπεραίνει ότι καμία αστυνομία δεν μπορεί να ανακόψει το οργανωμένο επαναστατικό κίνημα, επισημαίνοντας ότι πολύ μεγαλύτερο εμπόδιο για το επαναστατικό κίνημα είναι η εσωτερίκευση, από τα μέλη του κινήματος, μιας αστυνομικής αντίληψης της ιστορίας. Η επαναστατική πόζα, η γοητεία της συνομωσίας, το φλερτάρισμα με την παραβατικότητα σταδιακά αντικαθιστούν την αγάπη για την ελευθερία και το όραμα για μια απελευθερωμένη κοινωνία με την σαγήνη της παρανομίας και της ριψοκίνδυνης ζωής. Ο επαναστάτης που δεν μάχεται πια για μια απελευθερωμένη κοινωνία παύει να αισθάνεται τον εαυτό του ως τμήμα ενός άλλου κόσμου που γεννιέται. Μετατρέπεται τελικά σε ένα υποκείμενο που βιώνει το νιτσεϊκό «ζειν επικινδύνως», το ίδιο σύνθημα (vivere pericolosamente) που προέτασσαν οι ιταλοί φασίστες.

2. ιεραρχική οργάνωση - το κόμμα-στρατώνας/εργοστάσιο

Η συγκροτημένη και μεθοδική ιεραρχική οργάνωση της αστικής κοινωνίας άφησε το αποτύπωμά της στο επαναστατικό κίνημα. Ο Λένιν αποτιμούσε θετικά το γεγονός ότι το οργανωτικό μοντέλο των εργοστασίων προσέφερε το οργανωτικό μοντέλο του «αποτελεσματικού», ιεραρχικά δομημένου, πειθαρχημένου κόμματος της εργατικής τάξης. Η υπακοή, η πειθαρχία, ο δημοκρατικός συγκεντρωτισμός, η δικτατορία του προλεταριάτου μετατράπηκαν σε αξίες. Αυτό δεν ήταν βέβαια κατάκτηση του επαναστατικού κινήματος αλλά αντανάκλαση της βιομηχανικής ζωής.
Τελικά η ενσωμάτωση σε έναν «αποτελεσματικό» μηχανισμό συνετέλεσε στη δημιουργία του σταλινικού ολοκληρωτισμού, ενώ η ουτοπία της ισπανικής επανάστασης του 1936 ήταν προϊόν της οργάνωσης της αντιπειθαρχίας, του ζωογόνου πνεύματος της ελευθερίας, της απελευθέρωσης των δημιουργικών δυνατοτήτων των ανθρώπων στο πλαίσιο του ελευθεριακού κινήματος που «κουβαλούσε έναν καινούργιο κόσμο στην καρδιά του».

3. μονοδιάστατη σκέψη-επιστημονισμός

Ο αστικός κόσμος αντικατέστησε την πίστη στους παπάδες με την πίστη στην επιστήμη. Πολύ νωρίς ο Μπακούνιν προειδοποιούσε για τη διανοητική χειραγώγηση που ακούσε ο Μαρξ μέσω αυτού που κατόπιν ονομάστηκε «επιστημονικός σοσιαλισμός». Οι ειδικοί της επανάστασης, που κατείχαν τη συνείδηση της επαναστατικής νομοτέλειας και τους μηχανισμούς της, δεν διέφεραν από τους ειδικούς της αστικής κοινωνίας που κατείχαν, με εξίσου αναμφισβήτητο, επιστημονικό τρόπο, όλους τους νόμους της βιολογικής ζωής και τους κανόνες για τη βελτίωση της ανθρωπότητας.
Η κάστα των ειδικών της επανάστασης βρισκόταν στη θέση του θεού, πάνω από τη ζωή - και ό,τι έχει αποσυνδεθεί από τη ζωή, σύντομα στρέφεται ενάντια στη ζωή. Η ηθική χαρακτηρίστηκε «μικροαστικό κατάλοιπο», το πάθος για ζωή και για ελευθερία δυσφημίστηκαν ως «ουτοπικός σοσιαλισμός».
Πέραν της οικοδόμησης μιας κολοσσιαίας άτυπης ιεραρχίας, τα θέσφατα του «επιστημονικού σοσιαλισμού» είχαν και μια περαιτέρω καταστροφική λειτουργία: δημιουργώντας ένα κλειστό σύστημα το οποίο αποδείκνυε την ακλόνητη αλήθεια των ισχυρισμών του αναφερόμενο απλά στον εαυτό του, προσέφεραν μασημένη πνευματική τροφή στους εκμεταλλευόμενους. Η τροφή αυτή ωστόσο ήταν τοξική. Δεν υπήρχε πλέον ανάγκη για σκέψη: οι ειδικοί είχαν αποδείξει τη νομοτέλεια, κατείχαν τους μηχανισμούς της, είχαν κατονομάσει τους εχθρούς. Αλλά βέβαια:
«το να καταδικάσεις απαιτεί λιγότερη διανοητική προσπάθεια από το να σκεφτείς» (Έμμα Γκόλντμαν).

4. οικονομισμός

Η βαριά σκιά της αστικής κοινωνίας στο επαναστατικό κίνημα φαίνεται πολύ περισσότερο στη θεώρηση της οικονομίας, όχι απλά ως κεντρικής παραμέτρου της κυριαρχίας, αλλά ως του αποκλειστικού εργαλείου ερμηνείας της κοινωνίας.
Με τον ίδιο αυθαίρετο και αφηρημένο τρόπο που η αστική κοινωνία αντικατέστησε τη θρησκεία με την οικονομία, οι οικονομιστές της «ταξικής ανάλυσης» ερμηνεύουν το σύνολο των εκμεταλλευτικών σχέσεων και της εξουσιαστικής καταπίεσης καταφεύγοντας στον «καθορισμό των τάξεων στη βάση της σχέσης τους με τα μέσα παραγωγής και την κατοχή κεφαλαίου». Σε αυτό το πλαίσιο, καθήκον του προλεταριάτου είναι «να κατακτήσει την ταξική συνείδηση συνυφασμένη με τον διαρκή αγώνα για κατανόηση της ολότητας του ιστορικού προτσές», σε αντίθεση με «την ψευδή συνείδηση της αστικής τάξης».
Στην αναρχική παράδοση αναγνωρίζεται φυσικά η ταξική εκμετάλλευση, αλλά ως ένα μόνον τμήμα του συμπλέγματος των εξουσιαστικών σχέσεων. Γι' αυτό άλλωστε το ελευθεριακό κίνημα, αντί της πολιτικής επανάστασης (που θα επιτελούσε το πρωτοπόρο κόμμα-εκφραστής της ταξικής συνείδησης) προέτασσε την κοινωνική επανάσταση, την επανάσταση σε όλες τις σφαίρες της ζωής, σε μία διαρκή διαδικασία δημιουργίας και απελευθέρωσης, έτοιμης ανά πάσα στιγμή να υπερασπιστεί αποφασιστικά τις κατακτήσεις της (που δεν πρέπει να συγχέεται με την «κοινωνική επανάσταση» για την οποία μιλούσαν οι τροτσκιστές, θεωρώντας την μια διαδικασία που θα ακολουθούσε την πολιτική επανάσταση).
Απέναντι στη σύνθετη κοινωνική ολότητα, η παραδοσιακή ταξική ανάλυση είναι προφανώς ένα πολύ στενό ερμηνευτικό σχήμα. Όταν πάλι η ταξική ανάλυση επιχειρεί να διευρύνει το αντικείμενό της τόσο ώστε να περιλάβει εννοιολογικά τις δεκάδες άλλες παραμέτρους της καταπίεσης που έχουν έρθει στο προσκήνιο των αγώνων τις τελευταίες δεκαετίες, τότε ξεχειλώνει τόσο ώστε να καθίσταται άχρηστη.

Μπρος σε αυτήν την αδιαμφισβήτητη πραγματικότητα, η ταξική ανάλυση, προκειμένου να επιβιώσει, μετατρέπεται σε ιδεολογία, δηλαδή σε ψευδή συνείδηση (Γιόζεφ Γκάμπελ). Και λαμβάνει όλα τα συνακόλουθα χαρακτηριστικά της ιδεολογίας: γίνεται χειραγώγηση, κατασκευή οπαδών, φανατισμός, τύφλωση.
Μοιάζει με χοντροκομένο αστείο αλλά δυστυχώς είναι γεγονός: σήμερα, αντί να αξιοποιήσουμε τα θετικά στοιχεία της σκέψης του Μαρξ (το έργο του για την αλλοτρίωση, την αφηρημένη εργασία και τον φετιχισμό του εμπορεύματος) επιστρέφουμε σε έναν οικονομισμό του χειρίστου είδους. Στις πορείες μας ακούμε ιαχές που καλούν σε «ταξικό μίσος»... Πόσο άραγε παραγωγικό κι απελευθερωτικό συναίσθημα είναι το μίσος; Αντί απάντησης, ας αρκεστούμε στη διατύπωση του Ζαν-Πιερ Βουαγιέ: «Η οικονομία δεν υπάρχει!».

5. υιοθέτηση της αστικής αντίληψης για την πρόοδο

Η συνείδηση είναι συνάρτηση του τρόπου ζωής μας. Δεν είναι λοπόν περίεργο το ότι άνθρωποι που γεννήθηκαν στη βιομηχανική κοινωνία, όχι απλά πίστευαν ότι η αστική επανάσταση αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση για την προλεταριακή επανάσταση, αλλά επιπλέον υιοθετούσαν όλη την αστική αντίληψη για την πρόοδο. Η ιστορία της ανθρωπότητας προέκυπτε από μιαν αντεστραμμένη γραμμική ανάγνωση της ιστορίας, ολοφάνερα ευρωκεντρική, που θεωρούσε  πρωτόγονες και καθυστερημένες όλες τις προηγούμενες μορφές κοινωνικής οργάνωσης. Η «πρόοδος» ήταν μια αξία αδιαμφισβήτητη, μπρος στην οποία οι αξίες άλλων μορφών κοινωνικής οργάνωσης ήταν, στην καλύτερη περίπτωση, ασήμαντες λεπτομέρειες, αφού στερούνταν του μεγαλείου της επαναστατικής νομοτέλειας ή του δυναμικού κινητήρα του ευρωπαϊκού καπιταλισμού.
Ο ύμνος των ισπανών αναρχικών, γραμμένος σε μια εποχή όπου στη χώρα επιβίωναν ακόμα προκαπιταλιστικές μορφές κοινωνικής οργάνωσης, εξέφραζε μια πολύ βαθύτερη αντίληψη της πραγματικότητας από αυτήν της τυφλής πίστης στην ανάπτυξη:

Οι αστοί, οι πορωμένοι εγωιστές
που υποτιμούν την ανθρωπότητα
θα σαρωθούν από τους αναρχικούς
με τη δυνατή κραυγή της ελευθερίας
(...)
Οι προλετάριοι απέναντι στη μπουρζουαζία
πρέπει να φέρονται αγέρωχα
και να πολεμούν χωρίς συμβιβασμό
την καταραμένη της ηλιθιότητα

Δυστυχώς όμως η «καταραμένη ηλιθιότητα» είχε μολύνει και τα μυαλά των ευρωπαίων επαναστατών. Ο δυναμικός κινητήρας του καπιταλισμού δεν τέθηκε σε κίνηση απλά από τις περιφράξεις και την πρωταρχική συσσώρευση ή την κατακράτηση της υπεραξίας. Την κύρια ώθηση έδωσε η κατάκτηση του «νέου κόσμου», η εξολόθρευση των ινδιάνων, η βίαιη μεταφορά ως σκλάβων εκατομμυρίων αφρικανών, η αποικιοκρατία. Η πολιτισμένη ευρώπη του διαφωτισμού δημιουργήθηκε χάρις στην «πρόοδο» μιας αμέτρητης σειράς λεηλασιών και σφαγών. Αλλά όσοι θεωρούσαν την ευρώπη κορωνίδα των ανθρώπινων πολιτισμών, δυσκολεύονταν προφανώς να κατανοήσουν το «ιστορικό παράδοξο» μιας αναρχοκομμουνιστικής επανάστασης που δεν ήταν προϊόν των ευρωπαϊκών διεργασιών. Μέσα στο «νέο κόσμο» των αποικιοκρατών υπήρχε ένας αόρατος παλιός κόσμος που αντιστεκόταν για αιώνες, στο Μεξικό, στις Άνδεις και στη Βόρεια Αμερική - και μάλιστα ενώ οι ινδιάνικες αυτοκρατορίες (Ίνκας και Αζτέκοι) είχαν υποταχθεί πολύ εύκολα στους κονκισταδόρες. 
Οι «ασήμαντες λεπτομέρειες» των ινδιάνικων κοινοτήτων που έκαναν εφικτή τη μακραίωνη αντίσταση ήταν η κυκλική εναλλαγή των καθηκόντων και η απουσία μόνιμης εξουσίας, η λήψη αποφάσεων σε συνελεύσεις, η κοινοκτημοσύνη και ο συνειδητός αγώνας για την υπεράσπισή της.
Ξεχωριστό παράδειγμα αυτής της ανυποχώρητης και ολικής αντίστασης αποτέλεσε η φυλή των Γιάκις στο Μεξικό. Αφού επί αιώνες κατέφευγαν στα δάση και τα βουνά υπερασπιζόμενοι την κοινοκτημοσύνη και την αυτονομία, στις τελευταίες δεκαετίες του 19ου αιώνα οι Γιάκις βρέθηκαν αντιμέτωποι με ένα πόλεμο μέχρις εξόντωσης, καθώς ούτε μια στιγμή δεν δέχτηκαν να απαρνηθούν τις παραδόσεις τους στο όνομα του εκσυγχρονισμού της χώρας και ξεκίνησαν έναν ανταρτοπόλεμο δεκαετιών. Υπέστησαν εκτοπίσεις, σφαγές, φυλακίσεις κι εκτελέσεις κι έπαψαν να αντιστέκονται μόνον όταν, τη δεκαετία του 1930, η νέα πολεμική τεχνολογία έδωσε τη δυνατότητα στην «επαναστατική κυβέρνηση» του Μεξικού να τους εξολοθρεύσει βομβαρδίζοντας με πολεμικά αεροπλάνα τις κοινότητές τους.
Την πρώτη δεκαετία του 20ού αιώνα, οι Γιάκις συναντιούνται συνειδητά με τον Ρικάρντο Φλόρες Μαγκόν και τους αναρχικούς του PLM: Με το χέρι στην καρδιά σάς προσκαλούμε να επισκεφθείτε το στρατόπεδό μας, όπου τα αδέρφια σας στην εξαθλίωση θα σας υποδεχτούν με ανοιχτές αγκαλιές. Δεν έχουμε λόγια για να εκφράσουμε την αναγνώρισή μας των θυσιών σας για εμάς κι ελπίζουμε να είσαστε πάντα διατεθειμένοι να σας σφίξουμε το χέρι, μέχρις ότου ο καπιταλισμός εξαφανιστεί από αυτή τη γη των Γιάκις και η κόκκινη σημαία της Γης κι Ελευθερίας δεν θα έχει πια άλλους εχθρούς να πολεμήσει. Δεχθείτε τους χαιρετισμούς όλης της φυλής των Γιάκις και μια αδερφική αγκαλιά των συντρόφων σας στον αγώνα  για Γη κι Ελευθερία... (Juan Carlos Beas και Manuel Ballesteros, Magonismo y Movimiento Indígena en México, εκδ. Antorcha, Πόλη του Μεξικού, 1986, εμπλουτισμένη επανέκδοση Σεπτέμβρης 1997).

Δεν ήταν όμως μόνο η ινδιάνικη κοινοτιστική παράδοση με τις «ασήμαντες λεπτομέρειες» που γεννούσε εξεγέρσεις στο νέο κόσμο:
«Η φυλή είναι σαν μια συστάδα δέντρων που όταν είσαι μακρυά μοιάζουν μπλεγμένα μεταξύ τους αλλά όταν τα βλέπεις από κοντά το κάθε δέντρο μοιάζει να στέκεται μόνο του» (παροιμία των λαών της δυτικής Αφρικής).
«Ubuntu»: η απελευθερωτική ουσία του δεν οφείλεται στο ότι πρόκεται για μια ελεύθερη διανομή του Linux, όπως φαντασιώνονται οι μεταμοντέρνοι θιασώτες του ελεύθερου λογισμικού. Ubuntu είναι η σύνοψη της παραδοσιακής κοσμοθεωρίας των λαών της νότιας Αφρικής. Περιφραστικά ubuntu σημαίνει «είμαι αυτό που είμαι εξαιτίας αυτού που είμαστε όλοι» και «υπάρχω επειδή υπάρχεις». Ασήμαντες λεπτομέρειες...
Η επιβίωση των κοινοτιστικών παραδόσεων στους αφρικανούς σκλάβους που μεταφέρθηκαν στο νέο κόσμο αποτέλεσε τη βάση για το ξέσπασμα δεκάδων εξεγέρσεων που κλόνισαν συθέμελα τις ευρωπαϊκές αποικίες τον 18ο αιώνα.
Οι μεγαλύτερες εξεγέρσεις των αφρικανών σκλάβων συνέβησαν στην Αϊτή. Η πρώτη ξέσπασε 40 χρόνια πριν τη γαλλική επανάσταση, (όμως πάντα μιλάμε για τη γαλλική επανάσταση ως τη μητέρα των επαναστάσεων και όχι για την εξέγερση των σκλάβων...). Η εξέγερση συνετρίβη. Ως αρχηγός της υποδείχτηκε από τους γάλλους αποικιοκράτες ο François Mackandal, ο οποίος θεωρήθηκε μάγος βουντού επειδή καλούσε σε επιστροφή στις αφρικανικές παραδόσεις. Κάηκε πολιτισμένα και παραδειγματικά στην πυρά το 1758. Οι εξεγέρσεις όμως συνεχίστηκαν για άλλες 4 δεκαετίες και 400.000 αφρικανοί σκλάβοι έχασαν τη ζωή τους σε αυτές, μέχρι την παραχώρηση της ανεξαρτησίας στην Αϊτή, το 1804.
Σήμερα η μορφή του Mackandal βρίσκεται σε ένα νόμισμα της Αϊτής, της φτωχότερης οικονομίας του κόσμου, όπου τα παιδιά τρέφονται με μπισκότα φτιαγμένα από ψημένο χώμα. Η Αϊτή, ως αποικία, ήταν το πλουσιότερο νησί της Καραϊβικής, καθώς από εκεί προερχόταν το μεγαλύτερο μέρος της παγκόσμιας παραγωγής ζάχαρης και καφέ. Ως προϋπόθεση όμως για την παραχώρηση της ανεξαρτησίας τέθηκε η σύναψη δανείων με τις γαλλικές τράπεζες για την αποπληρωμή των εξόδων του γαλλικού στρατού και την αποζημίωση των γαλλικών εταιρειών. Η υποδούλωση μέσω του χρέους δεν είναι και τόσο καινούργια ιδέα, δεν θα έπρεπε να χρειάζονται ούτε αριστεροί οικονομολόγοι, ούτε επιτροπές λογιστικού ελέγχου για να εξηγηθεί... 

6. ενσωμάτωση στην αυτοσυνείδηση της κυριαρχίας

Οι αστικές κοινωνίες κομπάζουν ότι είναι προοδευμένες λόγω της κατοχύρωσης των δικαιωμάτων στο εσωτερικό τους, αδιαφορώντας για το ότι η κατοχύρωση αυτή των δικαιωμάτων επιτεύχθηκε παράλληλα με τη συγκρότηση της μέγιστης πλανητικής διαίρεσης. Τα όποια δικαιώματα/προνόμια παραχωρούνταν πάντοτε κατόπιν αγώνων ή για να αποτραπούν οι αγώνες των πολιτών των δυτικών κοινωνιών και προέρχονταν από τη λεηλασία του υπόλοιπου πλανήτη, που ήταν «καθυστερημένος και πρωτόγονος» σύμφωνα με τη δυτικοκεντρική οπτική.
Τη δεκατία του '50 υπαρξιστές και λεττριστές μπορούσαν να αμφισβητούν την ευτυχία της εμπορευματικής κοινωνίας στα παριζιάνικα καφέ, ενώ η γαλλική αποικιοκρατία ξεκινούσε τον πόλεμο στην Ινδοκίνα και οι γάλλοι αλεξιπτωτιστές στην Αλγερία πραγματοποιούσαν οργανωμένα μαζικά βασανιστήρια και σφαγές. Όλοι μιλάμε για τον παρισινό Μάη του '68, τον θεωρούμε άμεσο πρόγονο του σύγχρονου ριζοσπαστικού κινήματος. Οι αφίσες και τα συνθήματα του Μάη κατακλύζουν ακόμη την εικονογραφία μας. Και όμως, λίγα χρόνια πριν, στις 17 Οκτώβρη 1961, στο Παρίσι και πάλι, συνέβη κάτι για το οποίο δεν μιλά κανείς. Η γαλλική αστυνομία κατέστειλε βάναυσα τη συγκέντρωση 5.000 αλγερινών, οι οποίοι επιχείρησαν να διαδηλώσουν ενάντια στην απαγόρευση κυκλοφορίας των αράβων που είχε επιβάλει η γαλλική κυβέρνηση λόγω της όξυνσης του πολέμου της Αλγερίας. Οι μπάτσοι επιτέθηκαν χτυπώντας και πυροβολώντας. Εγκλώβισαν ένα μεγάλο μέρος της διαδήλωσης σε μια παρισινή γέφυρα και άρχισαν να πετούν στον Σηκουάνα τους δολοφονημένους, τους τραυματίες, αλλά και όποιον έπεφτε στα χέρια τους! Σύμφωνα με μεταγενέστερες κυβερνητικές έρευνες, τη μέρα εκείνη δολοφονήθηκαν 70 διαδηλωτές. Ανεξάρτητες έρευνες ανεβάζουν τον αριθμό των νεκρών στους 200. Προσφάτως, ο σοσιαλιστής και φίλος της Ελλάδας πρόεδρος Ολάντ, αναγνώρισε τη σφαγή και την υπαιτιότητα της γαλλικής αστυνομίας - και λίγο μετά διέταξε τους βομβαρδισμούς της γαλλικής αεροπορίας στο Μάλι! Δεν μας κάνει εντύπωση. Στην Ελλάδα το 2009, το κίνημα μεθούσε ακόμα με την εξέγερση του Δεκέμβρη, αδυνατώντας να δει ότι είχε ήδη ξεκινήσει η αντιεξέγερση με την επίθεση ενάντια στους μετανάστες. Και δεν θα μπορούσε να είχε γίνει και αλλιώς. Την περίοδο της ευμάρειας, η ελληνική κοινωνία συνολικά σχεδόν αντιμετώπισε τους μετανάστες όχι ως ανθρώπους αλλά ως εργαλεία. Τα μεγάλα και μικρά αφεντικά τους αντιμετώπισαν ως φτηνό εργατικό δυναμικό και ως μέσο υπονόμευσης των δικαιωμάτων των ντόπιων, οι ευϋπόληπτοι πολίτες ως πεδίο άσκησης μικροσαδισμού. Συγχρόνως, στις γυναίκες μετανάστριες ανέθεσαν είτε τη φροντίδα των παιδιών και των ηλικιωμένων είτε το ξεχαρμάνιασμα και την επιβεβαίωση της αρρενωπότητας του εθνικού κορμού. Τέλος, για κάποιους “επαναστάτες”, οι μετανάστες αντιπροσώπευαν την ευκαιρία δημιουργίας ενός νέου επαναστατικού υποκειμένου, δυστυχώς όμως γι' αυτούς, αντί να είναι έτοιμοι να «πυκνώσουν τις γραμμές του ταξικού αγώνα», οι περισσότεροι μετανάστες ονειρεύονταν μια ζωή που να θυμίζει, έστω και στις επιφανειακές της λεπτομέρειες, τη δική μας ζωή...

 Το life-style είναι death-style

Ας μιλήσουμε λοιπόν για τη ζωή μας...
Σήμερα, στην ελλάδα, η συγκαλυμμένη εκμετάλλευση και η ενσωμάτωση ολοκληρώνουν έναν κύκλο. Κυρίαρχη σε κάθε όψη της ζωής είναι πλέον η ωμή βαρβαρότητα. Όταν όμως σήμερα στην ελλάδα εντοπίζεται ως κοινωνικό ζήτημα μόνο το γεγονός ότι υποβιβαζόμαστε στην πλανητική κλίμακα εκμετάλλευσης και όχι το ότι μέχρι τώρα αποδεχόμασταν την ύπαρξή της (έχοντας και το δικαίωμα να εξεγειρόμαστε ενάντια στην κενότητα και την πλήξη), δεν είναι περίεργο που ο φασισμός πλασάρεται επιτυχώς ως λαϊκό κίνημα. Εδώ και χρόνια, ο θάνατος γεμίζει το ιλιγγιώδες κενό της ύπαρξης: με τις ταινίες του Ταραντίνο, τα πρωινάδικα, τα παρατράγουδα, τον καθημερινό μοριακό φασισμό, την εξαχρείωση, τον εξευτελισμό, την απανθρωπιά, τη μιζέρια που γεννούν την ανάγκη για ήρωες. Η αποδοχή της απόγνωσης, της μισανθρωπίας, του ατομισμού οδηγούν στην αποδοχή της κουλτούρας του μίσους.

Λέγεται συχνά πως κύριο γνώρισμα της σύγχρονης κοινωνίας είναι η αυξημένη συνθετότητα, ότι καλές είναι οι ρομαντικές ουτοπικές ιδέες, αλλά είναι ανεφάρμοστες σε μια κοινωνία τόσο αυξημένης συνθετότητας. Κι όμως. Η σημερινή κοινωνία είναι η πιο μονοδιάστατη και απλοϊκή κοινωνία που έχει υπάρξει. «Τίποτα έξω από την οικονομία, τίποτα πάνω από την οικονομία, τίποτα ενάντια στην οικονομία», αυτός είναι ο απαράβατος νόμος της. Σύνθετες σε αυτήν την κοινωνία είναι μόνον οι νευρώσεις που γεννά η απόλυτη υποταγή στις νόρμες της οικονομίας. Ο κυνισμός, οι ατομικές λύσεις, ο ανταγωνισμός, το ανικανοποίητο, φαινομενικά δημιουργούν ένα κουβάρι αξεδιάλυτο. Αν όμως πιάσεις το νήμα του από την αρχή, διαπιστώνεις ότι η κυριαρχία αναπαράγεται με το χειρισμό και την καλλιέργεια των πιο απλών και βάρβαρων ενστίκτων. Κι αυτά τα απλά και βάρβαρα ένστικτα του φοβισμένου ατομικισμού εδώ και χρόνια καλλιεργούνται μεθοδικά στον καθένα...

Γι' αυτό και δεν υπάρχει ο αθώος λαός που θα αγκαλιάσει αίφνης την άμεση δημοκρατία ή θα αφυπνισθεί από την εξεγερτική πρακτική. Η σημερινή κοινωνία είναι ένα συνονθύλευμα από μοναχικές υπάρξεις, ακρωτηριασμένες ψυχικά και πνευματικά την περίοδο της καταναλωτικής ευμάρειας. Όσοι έχασαν την ικανότητα να φαντάζονται τη ζωή τους έξω από το κάτεργο της αλλοτριωμένης ζωής, τώρα αμφιταλαντεύονται μεταξύ του να εύχονται την επιστροφή στην προηγούμενη κατάσταση και του να περιμένουν τη σωτηρία από τον κάθε κουραδοχίτωνα.
Όμως σε ένα μέρος της κοινωνίας έχουν αρχίσει να επανεμφανίζονται αξίες όπως η αλληλεγγύη και ο αλληλοσεβασμός. Και καθώς καταρρέει η πίστη στις απατηλές υποσχέσεις τόσο της νεοφιλελεύθερης ευτυχίας όσο και της αριστεράς του κοινωνικού συμβολαίου, εκεί δημιουργείται το πιο πρόσφορο έδαφος για το ελευθεριακό κίνημα. Το κίνημα αυτό πρέπει να είναι θεραπευτικό, να επανεφεύρει την κοινωνία, την κοινότητα, τις αξίες, την ανθρωπιά, την ευαισθησία. Να διατρανώνει συνεχώς ότι απεχθανόμαστε αυτήν την κοινωνία ακριβώς επειδή αγαπάμε την κοινωνία.

Ας μην υποτιμούμε τις δυνατότητές μας. Ο αντίπαλος ξέρει καλύτερα. Και φοβάται. Παρά τους ψυχικούς και πνευματικούς ακρωτηριασμούς που επέφεραν δεκαετίες εμπορευματικής κυριαρχίας, η βλάβη δεν είναι ανεπίστρεπτη. Η ελευθερία βγάζει στους ώμους μας φτερά. Παρά την κρατική κατασκευή του φασιστικού ξόανου, το διάχυτο αντιεξουσιαστικό ρεύμα δεν υποχωρεί. Ο λόγος είναι ότι ένα μεγάλο μέρος του διάχυτου αυτού ρεύματος έχει ήδη αρχίσει να συγκροτείται σε ελευθεριακό κίνημα.

Ένας κύκλος που το κέντρο του είναι παντού και η περιφέρειά του πουθενά

Τι θα απομείνει μετά τον πόλεμο, τις σφαίρες που ρίχνουμε; To έργο που έχετε ξεκινήσει στα χωριά σας είναι πιο σημαντικό απ' το να σκοτώνεις φασίστες, γιατί αυτό που σκοτώνετε με το έργο σας είναι το αστικό σύστημα. Με αυτή την έννοια, είναι το μόνο που θα καταγράψει η Ιστορία. (Μπουεναβεντούρα Ντουρρούτι)

Το αίτημα για ίσα δικαιώματα σε κάθε έκφραση της ζωής είναι φυσικά δίκαιο, αλλά τελικά το πιο ζωτικό δικαίωμα είναι το δικαίωμα να αγαπάς και να σε αγαπάν. (Έμμα Γκόλντμαν)

Στις 18 Ιούλη του 1936 ο στρατηγός Φράνκο κήρυξε το στρατιωτικό πραξικόπημα, γιατί δεν υπήρχε άλλος τρόπος να αντιμετωπιστεί ο ζωντανός ιστός τον οποίο επί δεκαετίες ύφαινε στην Ισπανία το ελευθεριακό κίνημα. Αυτός ο ζωντανός ιστός θυμίζει στα εξωτερικά του χαρακτηριστικά αυτό που είχε προτείνει ως «ηγεμονία» ο Γκράμσι. Η διαφορά είναι ότι για το ελευθεριακό κίνημα ο γαλαξίας των απελευθερωτικών πρακτικών δεν ήταν μια τεχνική πολιτικής επικυριαρχίας, αλλά η βάση για την οικοδόμηση της μελλοντικής κοινωνίας. Έτσι, μπορεί εξωτερικά να θυμίζει τις πρακτικές που σήμερα εφαρμόζουν η Χαμάς και η Χεσμπολάχ, αλλά δεν έχει καμία σχέση με αυτές, όπως δεν έχει καμία σχέση με όσους σήμερα σχεδιάζουν "δίκτυα αλληλεγγύης" ως μέσο για την αύξηση της πολιτικής τους επιρροής.

Ο ζωντανός ιστός που το ελευθεριακό κίνημα δημιουργεί μέσα στην κοινωνία της αλλοτρίωσης δεν εξαντλείται σε κάποιο πρόγραμμα, μεθοδολογία, πολιτική οργάνωση, ατομικό ή συλλογικό βολονταρισμό, παρ' όλο που τα έχει ανάγκη όλ' αυτά - και πολλά περισσότερα ακόμη. Το ελεύθερο πνεύμα, η αγάπη για τον άνθρωπο, η αντιεξουσιαστική ηθική, η ικανότητα για προσωπική δέσμευση, καθώς και η αποφασιστικότητα και η τόλμη που γεννιούνται από το δίκιο και τη συλλογική δύναμη είναι που δίνουν περιεχόμενο στις πράξεις. 

Οι εκδοτικές προσπάθειες, οι απόπειρες πολιτικής συγκρότησης, τα δίκτυα πρακτικής αλληλεγγύης, ο συνδικαλισμός βάσης, οι κουζίνες ανέργων, οι ομάδες συγγένειας, οι ελεύθεροι κοινωνικοί χώροι, τα ελεύθερα μαθήματα, η αυτοδιαχείριση σε εργασιακούς χώρους, οι συνελεύσεις γειτονιάς, οι ομάδες αυτομόρφωσης, οι συνεργατικές, η παραγωγή αντικουλτούρας, ο μαχητικός αντιφασισμός, η αλληλεγγύη στους μετανάστες, η συμμετοχή στους αγώνες για την υπεράσπιση των κοινών δεν είναι μέσο για την πολιτική επικυριαρχία, είναι η βάση για την κοινωνική απελευθέρωση. Είναι ο ζωντανός ιστός που ξαναγεννά τη ζωή. Καμία εξουσία δεν μπορεί να τον νικήσει.       



Σάββατο 15 Μαρτίου 2014

Anarquismo social, una corriente de futuro

[Το κείμενο "Κοινωνικός Αναρχισμός, ένα ρεύμα του μέλλοντος" όπως μεταφράστηκε στα Ισπανικά για τις ανάγκες του τρίτου τεύχους του θεωρητικού περιοδικού της CNT "Estudios"]. 

¿Qué es el Anarquismo Social? Acercamiento a un plan de programa político y expresión organizativa del movimiento anarquista social.





INTRODUCCIÓN


A partir de 2008 en nuestro país –sobre todo– pero también a nivel internacional, primero en EEUU y a continuación, y de manera más marcada, en Europa, aparece en los términos más absolutos el nuevo esquema de gestión integral capitalista, que venía gestándose durante décadas principalmente por parte del think tank anglosajón y siendo ejecutado por los organismos internacionales del absolutismo capitalista (UE, OTAN, BCE, FMI, OCD, CDE).

Las élites capitalistas, tras haber establecido las circunstancias para el fin del periodo “de consentimiento” del modelo de gestión neoliberal, están actualizando rápidamente sus posiciones a fin de lanzar un ataque aún más agresivo y estructurado contra las fuerzas del trabajo.

La época de la burbuja, en la que era posible comprar el consentimiento social por medio de la oferta de esperanzas y promesas de consumo con dinero prestado, ha estallado tras venir hinchándose durante casi cuarenta años. El ámbito mundial, el medio universal y el tiempo o colectivo se han visto colonizados por la relación capitalista en términos de un despiadado maltrato. Ello ha tenido por consecuencia el maltrato del propio ser humano a través de las nuevas correlaciones negativas de explotación-reproducción.

El consentimiento, como mediación política, ha sido abandonado por las élites por considerarse un proceso demasiado costoso. Éstas, al retirarse de la mesa del diálogo sobre el contrato social han dado una sonora bofetada en la cara de cuantos aún permanecían en la mesa repitiendo su cantinela sobre intereses comunes y coexistencia pacífica.

La nueva fase en la que volverán a enfrentarse conflictivamente las grandes dinámicas del siglo XX –según fueron expresadas por las fuerzas de clase– se llama, por ahora, Crisis. La Crisis hace directamente pedazos todas las previsiones, todas las formaciones sociales y políticas anteriores y, con ello, el conjunto de los modelos de resistencia que tomaron forma en el núcleo del período “de desarrollo” de posguerra.

La crisis vuelve a traer como una prioridad a la esfera pública el problema social arquetípico de la desigualdad y la injusticia en el moderno marco del capitalismo globalizado. Al mismo tiempo, acentúa las contradicciones que rigen el tejido social.

Todo lo que se había producido como derivado de las fuerzas sociales en conflicto e en el terreno biopolítico de la gestión socialdemócrata se rompe como un simple jarrón a la primera disputa de la nueva época de agitación.

Ninguna de las fuerzas políticas puede ni quiere darse cuenta de esta nueva realidad, mientras por otro lado, la masa impotente –por ahora– de los oprimidos aún no ha conquistado las armas de la confrontación y permanece desnuda frente a los ataques de las élites.

El antiguo mundo, el modelo de gestión política anterior a la crisis, se identifica con el nuevo paisaje del ámbito político derruido, expresando la descomposición social en el entorno en de la recesión. Por ello constituye un lugar común para el imaginario colectivo el que el conjunto de formaciones políticas y sociales de mediación, sea cual sea el punto del abanico político en que se sitúen, sea responsable –de una u otra manera– de la situación actual.

La rearticulación de las clases, entre otras cosas, transforma las herramientas de construcción de ideologías, signos políticos y modelos de acción colectiva. Sobre todo vuelve a plantear los grandes debates, de donde suelen resultar los grandes relatos que, con independencia de sus anteriores funciones, no parecen agotar sus coordenadas para un mundo que, al contrario de lo que tal vez creíamos hace unos años, no había escuchado todo lo que –supuestamente– estaba ya dicho.


LA SITUACIÓN POLÍTICA

La Crisis es, en esencia, la sala de espera y el estadio ineludible por el cual debe pasar el capitalismo, antes de conducir a las sociedades occidentales al nuevo orden del absolutismo económico incontrolable del capital. Este período, pues, adquiere dimensiones de gran importancia, ya que de las resistencias que la las sociedades produzcan dependerá la nueva relación dinámica que determinará no solo las correlaciones políticas, sino también las –más profundas– sociales e institucionales. Y esto será en tanto que los mandatos políticos de la administración se relacionen cada vez más directamente con las vidas de los súbditos, hasta tal punto que se llegue a cuestionar la inviolabilidad de la propia vida y de las condiciones necesarias para ella.

Nuestras concepciones con respecto a las herramientas filosóficas y el pensamiento político que nos permitan la penetración social deberán adaptarse a este marco que ha ido tomando forma en los últimos años.

La retirada de las promesas capitalistas y el agotamiento del material básico para la construcción del consentimiento, es decir, el dinero, otorga unas características explosivas a la base social y desvincula en masa a los oprimidos de sus anteriores elecciones políticas y tal vez ideológicas. En cuanto el capitalismo se ve incapaz de llenar las bocas de las clases inferiores, incluso de la manera más elemental, tanto más la democracia burguesa se va retirando de la escena. En definitiva, se inaugurará la época de la tensión y la agitación. Ésta puede asimilarse, como situación de conflicto, con el período de dominio absoluto del capitalismo occidental durante la articulación feudal y la vida rural.

En Grecia, este experimento no sólo se ha puesto en marcha ya, sino que ha recorrido un gran trecho. La primera parte de la confrontación se está desarrollando, con las fuerzas organizadas del Estado y el capital oponiéndose a las fuerzas sociales desorganizadas de los que resisten. La incapacidad de reunir las fuerzas sociales de resistencia y cambio en torno a un programa de orientación revolucionaria y radical, puede en principio considerarse razonable. La reconstrucción de la teoría y la práctica radical se presentaba como una labor realmente difícil, especialmente tras un período de extendida desidia social, alimentada por el consentimiento europeo y la socialdemocracia “actualizada” del dinero prestado. Naturalmente, esta última seguía produciendo esclavos, utilizando sobre todo la mano de obra extranjera.

Hoy, sin embargo, cuando apenas se ha formado un polo organizado de resistencia de orientación revolucionaria, y antes de que el movimiento social haya podido llegar ser verdaderamente amenazante, vemos que el sistema está movilizando incluso sus reservas fascistas. Ya que la referida incapacidad de unión se ha gangrenado, la opción del conflicto creativo se ve alejada, en el mejor
de los casos, en beneficio del “reformismo izquierdista” modernizado. En el peor de los casos, se ve reforzado el bloque de la extrema derecha y la anti-rebelión nazi.

Tras cuatro años de Crisis, han hecho acto de presencia todos los comodines de la vida política, ya vistan la camisa del reformismo, la corbata del neoliberalismo, o incluso el uniforme de las SS. Aunque todos los fondos de pensamiento han quedado vacíos de esencia desde hace ya tiempo, siguen produciendo tendencias de influencia sobre la vida social, haciendo aflorar a la superficie los lodos de las concepciones más inhumanas.

La facción revolucionaria del movimiento social es la única que todavía no ha establecido los términos para su expresión política y organizativa. No ha recapitalizado los movimientos sociales y las innumerables fuentes de resistencia y creación social en un cuerpo unitario que sea capaz de presentar batalla a lo establecido, al reformismo y al nacionalismo. Para que esto fuera posible, el movimiento social organizado, revolucionario y de clase debería restablecerse como potencial de salida del entorno de la explotación, tanto a nivel teórico como al político, estratégico e incluso táctico. Esto ocurrirá siempre que se dé forma a un programa basado en la necesidad social que le permita, ante todo, imponerse en el interior del movimiento social, reagrupar las fuerzas en general de sus referentes ideológicos e inspirar los deseos de los marginados, los pobres, los proletarios.

Dada la situación de emergencia que ha provocado condiciones de indigencia en el cuerpo social, el movimiento que consiga proponer un rumbo de acción política siguiendo el norte de la necesidad social será el que logre convertirse en la palanca de una salida positiva de la maquinaria capitalista.

Especialmente, en la Grecia de hoy día, un movimiento de política revolucionaria deberá ofrecer respuestas de manera global incluso en el plano de los valores. La continua degradación de los ingresos de los trabajadores provoca situaciones de indigencia, la tasa de paro remite a condiciones de genocidio de la mano de obra sobrante, y la política nazi de los campos de concentración y la difamación pública con la excusa de “políticas sanitarias”, puede entenderse desde la perspectiva de clase de la ilegalización de la numerosa mano de obra extranjera.

La retirada del Estado de sus “deberes” de atención social, en beneficio del capital privado, hasta tal punto de no ofrecer ya nada a las capas sociales más desfavorecidas, señala el camino a seguir por el movimiento revolucionario, mostrando qué es lo que puede y debe ser reemplazado de sus estructuras. La extensión del déficit a la educación, la sanidad y los bienes públicos en general, sienta las condiciones para la negación del poder del Estado y del capital en términos absolutos, materializando el primer paso de la autodefensa social, en tanto enciende la mecha de acción creativa y social de la base. Esta última es la que debe asumir la responsabilidad política y social para cambiar las condiciones de vida actuales.


UNA TEORÍA

De lo expuesto debe desprenderse la reflexión sobre aquellas herramientas que puedan conformar una propuesta de confrontación integral. El voluntarismo útil no puede prometer un mundo nuevo por sí solo, en una época en que los significados son muy difíciles de comprender por la base social. Incluso el significante se ve hurtado tras los diversos y complejos procesos de alienación inyectados como virus en el cuerpo social por la anterior gestión capitalista de las promesas, la participación, la inclusión y el consumo.

El lema de “lo que dijimos antiguamente sigue valiendo” fue un resorte útil para el período anterior, cuando el movimiento social revolucionario tenía que librar una dura batalla de supervivencia frente a la amenaza de desaparición del marco de derecho. La liquidación de sentidos impuesta por el actual relato postmoderno ha encontrado la manera de penetrar en el interior de los movimientos sociales. Hoy, sin embargo, en medio de las nuevas circunstancias que van tomando forma –donde los supuestos ciegos se han retirado de la escena de la realidad y ya sólo fingen no ver los que no quieren ver– debemos dar un paso más adelante diciendo: ¿cuánto exactamente de “lo que dijimos antiguamente sigue valiendo”? ¿Cuáles nuestra relación con el pasado y con el presente, y de dónde extraemos la expectativa de pensar en un futuro diferente? ¿Qué dialéctica de continuidad-discontinuidad diferente revela nuestro arsenal teórico y nos impulsa a reformular nuestra política, estableciendo nuestras herramientas de pensamiento e inspirando nuestra acción?

Todos los “grandes relatos” de los siglos XIX y XX parecen haber sido ensayados, al menos una vez y aunque sea de forma distorsionada en algún punto del planeta, sobre todo como programas de gobierno. El sistema de pensamiento creado por el anarquismo clásico es el único que no ha conseguido, entre la multitud de movimientos obreros y políticos de base, conquistar en algún rincón del mundo el ansiado “poder” que le permitiera vanagloriarse de que su realización es posible.

Esta realidad, es decir, la incapacidad de transformar al anarquismo de reserva filosófica y herramienta teórica a política “de gobernabilidad”, ha sido considerada por algunos bienintencionados como una debilidad congénita del anarquismo. La frase de “el anarquismo es utopía, no puede funcionar” se ha convertido en un cómo mantra que, aunque fue inventado por los mayores enemigos del espíritu libertario, acabó siendo objeto de “respeto” incluso por gran parte de los libertarios actuales.

Los listos y “preparados desde hace tiempo” críticos de la incapacidad del anarquismo no han sido capaces de comprender que el anarquismo no podía llegar a ser un programa integral, en la medida en que el movimiento popular de liberación en sentido amplio había sido vencido muchas veces, incluso en su ámbito más fuerte, el de los valores. Y en tanto que el movimiento de liberación y emancipación de los oprimidos había sido vencido, es decir, no consiguió limitar la batalla de los valores universales exclusivamente contra sus enemigos declarados, y en tanto que no fue comprendido en profundidad el sentido de lo justo por parte de los de abajo, el anarquismo no podría dominar en ningún lugar. Esto fue así porque, al contrario de lo que ocurre con otras corrientes de pensamiento revolucionario, el anarquismo no podía funcionar a nivel “gubernamental” separado de una sociedad que desconoce las bases y consecuencias de una filosofía de la liberación. En tal caso, el anarquismo sería un velo ideológico, un mecanismo que encubriría las necesidades de supervivencia de una casta más de rapaces burócratas y autoritarios.

La única manera de que el anarquismo se implante es mediante la comprensión profunda de las necesidades de los sujetos sociales por ellos mismos, a la vez que del modo en que éstas puedan realizarse. Éste debe ser el instrumento de control de las estructuras de liberación social de la gente común, inspirando su trayectoria política, hasta acabar con el poder dividido y la “independencia” en la esfera económica. Únicamente a través de un proceso de liberación integral en múltiples y diferentes niveles de la vida cotidiana, podrá el anarquismo revelarse como “políticamente realista” y conformar un modo de decisión universal, erradicando de una vez el propio concepto de la política y, naturalmente, de “gobernabilidad”.

Lo que se presenta como incapacidad del anarquismo para “ejercer la gestión” es tal vez “natural”, si entendemos el anarquismo como un yacimiento de pensamiento de la sociedad que se ejerce en la libertad y no como seno de una determinada nomenclatura. Entre otras cosas, esta “incapacidad” ha protegido al anarquismo de bañarse las manos en la sangre de millones de personas en el embudo del genocidio de la humanidad que se dio en el siglo XX. La anarquía, como dialéctica de emancipación no separada del pueblo, no habría podido nunca tener su propio Dachau, Auschwitz, Treblinka, Hiroshima, Nagasaki, Siberia, Crostandt, y un largo etcétera. Sin embargo, puede reconocerse a sí misma en los miles de lugares donde aún arraiga. Pero, sobre todo, se encuentra en las propias personas que la siguen anhelando e invocando, a fin de mantener la posibilidad de hacer real la emancipación y liberación de la humanidad.

El anarquismo es el espíritu libertario y el diálogo mantenido con la realidad y sus dificultades en cada momento histórico. Se entiende como conciencia del pueblo, que puede y debe reinventarse a través de las luchas de los pobres, hasta adquirir una forma y una estructura, dándoles de nuevo un contenido liberador. Esta es, pues, la matriz del pensamiento del movimiento libertario, que intentaremos desarrollar reforzando el arsenal de la liberación. Aquí, tal vez sea necesario proceder a ciertas aclaraciones. El movimiento social anarquista actual no puede ser definido íntegramente en función de sus antiguos ropajes. La primera mera aclaración tiene que ver con el alejamiento definitivo de la segunda reserva de acción y pensamiento de una tendencia del anarquismo, el nihilismo. Reconocemos que existe “la cara oculta de la luna” del anarquismo –siempre ha existido– y en este punto debemos definirla como completamente ajena a la nuestra. La concepción del anarquismo social es compañera de camino de la dialéctica de la pasión por la libertad individual y social.

No podemos, por razones de espacio, introducirnos en las dinámicas de conflicto que sitúan nuestro pensamiento lejos de la corriente del nihilismo. En este punto, baste con dejar constancia de esta primera postura diferenciadora, hasta que podamos volver sobre ella en otro artículo.

El adjetivo “social” acompañando al “anarquismo”, se presenta hoy, por desgracia, como una aclaración necesaria. Todas las “concepciones cruciales” se redefinen para evitar los fantasmas de los crímenes cometidos en su nombre. El comunismo busca de nuevo su rostro humano, como teoría de la libertad universal y como proceso de superación del eterno conflicto de los seres humanos con la pobreza, la desgracia y la dependencia, a las que otros hombres los condenan. Para lograrlo, deberá matar los fantasmas de sus propios verdugos, sus secretario generales y sus cónclaves. Sólo entonces podrá esperar convertirse en lo estaba destinado a ser y no aquello que llegó a ser.

Incluso la democracia burguesa, aunque se da aires de victoria, siente la necesidad de redefinirse. Por un lado, se da cuenta de que no es inocente de la sangre de tantos millones de personas derramada en la tierra para que el sueño occidental pudiera sentirse satisfecho. Por otro lado, la política de las élites la conducen a una versión suya tan absoluta que desde ya debe empezar a justificarse. La reinstauración del nazismo, cuyo nombre, desde luego, no confiesa, será su complemento dialéctico, ya que su utilidad para el capitalismo ha existido siempre.

El anarquismo social, al menos, no se está redefiniendo para bañarse en la fuente de Siloé y purificarse de los crímenes cometidos. Se redefine para ser responsable sólo de los actos que corresponden a su línea filosófica, su orientación libertaria y su naturaleza humana, por rechazar los esquemas cerrados, los aforismos absolutistas y las beatificaciones de consentimiento.

La reserva, pues, del anarquismo social comprende tanto la visión anarcocomunista como la anarcosindicalista. En la medida en que superamos los límites cubiertos por los matices rojinegros, podremos reconocer aspectos del pensamiento libertario en los consejos obreros, en el triste sacrificio de los espartaquistas, en diversos movimientos revolucionarios de toda la tierra: especialmente en los zapatistas, en los autónomos de Italia y Alemania, en el pensamiento político influido por el mayo francés, y hasta en el propio Marx (cuya contribución a la orientación libertadora de la humanidad no puede silenciarse en nombre de una rivalidad anticreativa). Especialmente sobre Marx deberemos volver de manera más incisiva sobre las diferencias y continuidades que comparte su obra con el movimiento anarquista. Como aliado en este intento podemos contar con las iniciativas positivas de diversos grupos que intentan en los últimos años abrir grietas en el muro de la lectura articularista de las ideas y su historia. Al mismo tiempo, y a fin de enfocar de nuevo el conjunto del pensamiento revolucionario, deberemos afrontar críticamente las disgresiones de las corrientes revolucionarias. En cuanto a Marx y su obra, la superación, por ejemplo, del leninismo, como puente de comunicación con el pensamiento marxista, contribuiría más bien al proceso de recuperación de una punta de lanza revolucionaria bien afilada para el arsenal del pensamiento radical.

La conjunción de los elementos cualitativos de pensamiento de estas corrientes debe considerarse hoy indispensable para la reformulación del potencial social de la reivindicación revolucionaria. Debe ponerse en claro el hilo común que puede unir los razonamientos parciales, renombrando los instrumentos de seguimiento de este proceso, de manera que apuntemos, realmente, a una fertilización acertada de pensamientos y no a un obsceno mercadillo de ideas.

Un “punto de referencia firme” y útil para nosotros, deberá ser el espíritu libertario que toma forma sobre la base política y filosófica, partiendo de la crítica anarquista a la estructura política de la concepción marxista. Dicha crítica transforma los conceptos de “democracia directa”, “autogestión” y “anti-jerarquía” de simples juegos dialécticos”, como los querría Engels, a cualidades que abren los grandes “porqués” del poder disociado, antes incluso de que éste ocupe su lugar en la tribuna de la historia como el monstruo de la burocracia “revolucionaria”.

Asimismo, una herramienta y punto firme de pensamiento, análisis y praxis debe considerarse, irremisiblemente, la propia necesidad social. Todos los demás indicadores muestran la ideología como una realidad distorsionada, como una servidora forzada de impulsos interesados. Hay que darle la vuelta definitivamente a la frase de “lo que es bueno para nosotros, es bueno también para los pobres”, y que quede, para siempre, como debe: “Lo que es bueno para los pobres, es bueno también para nosotros”.

Finalmente, en un último giro, tratamos la forma política para referirnos a los ya clásicos extremos del movimiento anarquista. Se trata de de darle la vuelta al refrán “construir destruyendo”, poniendo de nuevo de relieve la más plena elevación de la estética anarquista social, que resulta de la dialéctica de la negación como posición afirmativa y se refleja en la resolución: “destruir construyendo”. A través de estas perspectivas sobre la sociedad podemos reconstruir el anarquismo como una dialéctica cotidiana de la vida, como riesgo y levadura donde se amasa la revolución con la realidad.

Estableciendo a los explotados por el Estado y el capital como sujetos de acción, intentamos equilibrar la ósmosis del pasado útil con la importancia del presente actual, en una correlación para la conformación de un futuro diferente.


UNA POLÍTICA

El referido marco de pensamiento será una simple contribución teórica para un diálogo indefinido, si no es capaz de cristalizar como dinámica política; es decir, como cultura de creación de nuevos conjuntos que traigan una nueva concepción unitaria y se hayan cultivado con los materiales de la liberación en el fértil terreno de las experiencias sociales.

Más en concreto, si hay hoy en día dinámicas sociales que superen ampliamente en volumen la propia visión anarquista, aunque tengan relación orgánica con su filosofía, éstas se encuentran en la auto-organización de las masas y en su autogestión, así como en la negación como cuestionamiento en la práctica de lo establecido. Deberemos, pues, llamar a estos procesos dinámicas del anarquismo social: el terreno sobre el cual puede florecer la lógica del pensamiento radical y la acción revolucionaria. Incluso aunque no existieran ciertas corrientes de pensamiento, como el anarquismo, basadas en su concreción en estos procesos, sería posible que volvieran a aparecer los conceptos de la auto-organización y la autogestión.

Y en eso precisamente reside su dinámica. Sin embargo, dentro de la relación capitalista, la articulación de clases, la violencia del Estado, la represión, los intereses disociados, el paro y la pobreza no dejan margen para permitir que las cosas se desarrollen a su propio ritmo.

Entendiendo la intervención social como el terreno fundamental para la participación de nuestras ideas en el ámbito público, debemos intentar concretar esta dinámica también desde el punto de vista político. El primer paso en esta guerra de posiciones contra el capitalismo y el poder debe ser la defensa de las estructuras de auto-organización y autogestión, con el fin último de hacer consciente su relación dialéctica con la sociedad. Ellas, como posición común de radicalidad social bajo la concepción de la Autogestión generalizada, son la forma que deberá derribar y sustituir por completo al sistema de poder actual. Deberemos tener siempre en mente una revolución en términos referidos a la gente común, una revolución en términos de mayoría. De otro modo, una formación cerrada, de unos pocos, no podrá tener lugar, y si lo hace sus resultados serán más que dudosos.

No podemos en ningún caso ignorar, ocultando la vista, que la batalla que estamos llamados a librar se articula en muchos niveles y que debemos responder en todos ellos. A través de un proceso de conflicto con lo establecido, deberemos ir situando continua y cuidadosamente conceptos, formas, herramientas políticas y filosóficas, e incluso la propia historia, sobre determinadas bases, que sirvan para explicar nuestra concepción.

Debemos volver a tratar ciertas cuestiones relevantes, como qué significa hoy para nosotros la lucha de clases entre la autenticidad de los sujetos revolucionarios de facto y el engaño del relativismo de pacotilla; qué significa poder frente a la violencia brutal y la exclusión a que estamos sometidos, y la concepción que no asume ninguna responsabilidad de decisión, negando en esencia la propia revolución; qué es el anticapitalismo para la estéril crítica izquierdista que no se apoya en el núcleo del poder y qué para las políticas “antiautoritarias” que lo atacan todo excepto el núcleo del modo de producción capitalista; cuál es la consideración actual de la relación con la naturaleza, cuando la tecnología se vuelve contra la propia vida en beneficio del “progreso” y el absurdo neovitalismo no se da cuenta de las verdaderas circunstancias y de la raíz de la desigualdad social.

Es importante, asimismo, redefinir el sindicalismo como herramienta de conflicto revolucionario cotidiano; la dinámica del antifascismo, a través de la confrontación con los fascistas, como un ensayo general de la lucha de los oprimidos contra el monstruo del poder del Estado, y no como una cuestión fragmentaria; las dinámicas de poder, a través de las elecciones, de la “gobernanza de izquierdas”; el “realismo” político que conduce bien al reformismo, bien al fascismo; y por último, la manera definitiva de afrontar todos los aspectos de la asimilación y la represión en la calle. Estas cuestiones deben ser examinadas a fin de dar forma a un ala definida y activa del pensamiento social anarquista y radical.

El movimiento, con la dinámica que ha desarrollado el instinto o de resistencia a la barbarie autoritaria, ha mostrado ya dónde puede instaurarse un paraguas que abarque el camino revolucionario común. ¿Cuáles, pues, van a ser las células sanas que podrán constituir los grupos de base que cubran las necesidades sociales y alimenten el pensamiento político de la revolución, a través de la continua guerra de posiciones contra el monstruo del capitalismo, hasta que sea finalmente derrotado?

Los nuevos sindicatos de base, con sus características de democracia directa, de clase y de combate, así como su imprescindible coordinación, están haciendo realidad la redefinición del sindicalismo sobre la base de la confrontación –y no del consentimiento y la asimilación–, dando lugar a nuevos puntos cotidianos de conflicto con el poder capitalista.

Los centros sociales de salud solidarios y el revivir de las cooperativas urbanas y agrarias sobre una nueva base de estructura horizontal y funcionamiento independiente del núcleo del poder; las empresas autogestionadas por los trabajadores con sus vías de salida; todo ello son las estructuras que muestran cómo y con qué se pueden reemplazar las estructuras hoy existentes, el espíritu que las rige y su modo de funcionar. Ellos cubrirán necesidades, redefinirán los valores y la lógica, librando una continua batalla contra lo establecido al lado del movimiento radical en general.

La reivindicación y la acción por la gestión obrera y la conquista de las estructuras productivas revolucionan la naturaleza de las reivindicaciones de la clase obrera, transformando el obsceno regateo, ansioso porque los líderes lo guíen, en una batalla viva que necesita compañeros y luchadores solidarios.

Día tras día, las decenas de asambleas de barrio están cambiando el modo de funcionar y de pensar de los de abajo, ofreciendo la primera estructura básica para la unión del tejido social y constituyendo una primera barrera de autodefensa frente al descontrol del poder, y va ampliando sus dimensiones día a día. Al mismo tiempo, transforman los debates insustanciales y literarios sobre la aplicación o no aplicación de la democracia directa en un ejemplo o vivo de producción de procesos políticos, dentro de un marco relacional responsable de la carga de la decisión y no sólo de su deliberación.

Las milicias populares que están formando apresuradamente las facciones más avanzadas del movimiento radical, revolucionario y anarquista,sobre todo en las grandes ciudades, deberán incorporar a miles de miembros organizados en todas las regiones del país con la mayor celeridad. En virtud de la amenaza que resulta de su acción conjunta y organizada, constituyen tal vez para el régimen la tentativa más difícil de afrontar, y por ello la más necesaria y esperanzadora para nosotros. Su constitución está reforzando la lucha contra el fascismo y al mismo tiempo contra el régimen, una lucha para la que deben prepararse todos los oprimidos. Las milicias populares rompen en su núcleo el concepto y la práctica de la delegación en otros, ya se trate de la policía o del gobierno, o incluso de las bandas nazis y el incipiente “buen gobierno”. Ellas son el revivir de la herencia y los momentos más gloriosos del movimiento social anarquista organizado.

La conjunción de todas estas estructuras, procesos y funciones bajo una coordinación común, eliminaría automáticamente la incapacidad del movimiento radical de base para expresar su concreción política. Al mismo tiempo, impulsaría el contenido y el pensamiento de la revolución, como proceso social cotidiano, un paso más allá, conformando condiciones y estructuras que puedan reivindicar la capacidad dual de decisión, en el marco del conflicto de las fuerzas del poder con las fuerzas del anti-poder.

Referentes indispensables tendrán que seguir siendo la organización del potencial social desde abajo y a la contra, así como la concreción de un programa político. Este último será la decodificación de la carta de principios de las actuales necesidades sociales de los pobres y oprimidos, entendiendo la política como el arte de lo posible, y la revolución como el acto posible y cotidiano de trabajo y lucha.

El anarquismo social deberá trasladar la experiencia de la organización del ámbito social a través de los procesos y la mentalidad del “entorno”, sustituyendo la amplia red de individualidades y agrupaciones dispersas que lo conforman, por una organización política específica bajo la forma de la Confederación.

Sin embargo, y a fin de que no se reproduzcan formaciones antisociales o elitistas dentro de una forma avanzada de organización, hecho que, de ocurrir, dañaría gravemente la solvencia de la organización y del movimiento que representa, los anarquistas sociales deberán imbuirse de una profunda cultura libertaria. Ella permitirá al movimiento y sus gentes percibir los diferentes ritmos de concienciación de los oprimidos, así como la dirección permanente hacia todos los diversos campos cruciales de intervención social. Por último, las alianzas sociales y políticas deben converger, pero no sobre la base del material anterior que, al responder a estructuras más “personales” de lucha y vida colectiva, acaban en exceso ideologizadas.

Al explorar los diversos planteamientos con espíritu no polémico, sino en el marco de la tolerancia de lo diferente que lleva a la necesidad de una mayor convocatoria –como por otra parte muestra el legado de la educación libertaria también al intentar establecer distinciones a nivel social y político–, la cuidadosa concreción de referentes ideológicos, modos de lucha y herramientas de análisis deberá combatir en el entorno social, teniendo siempre en cuenta la importancia de la acción organizada, la confrontación de clases y la necesidad social. Únicamente de este modo podrá apuntar acertadamente a la transformación de una manera revolucionaria.

El primer paso en esta dirección puede ser un marco estable de diálogo entre los grupos imbuidos por los postulados filosóficos y político-ideológicos del Anarquismo Social, que continuamente están creciendo en el ámbito griego. La coordinación y la convocatoria del congreso nacional de Grecia pueden y deben ser un objetivo alcanzable, que dé forma y actualice al movimiento social anarquista revolucionario.

Κυριακή 26 Ιανουαρίου 2014

Ο Άιχμαν στο Φαρμακονήσι

Ώστε ο Άιχμαν έκανε το καθήκον του, όπως είπε πολλές φορές στο δικαστήριο· υπάκουε όχι απλώς σε διαταγές αλλά στο νόμο του κράτους, εκτός απ’ το να εκτελεί αυτά που θεωρούσε «καθήκοντα ενός νομοταγούς πολίτη», είχε ενεργήσει και σύμφωνα με διαταγές ανωτέρων του.

Το παραπάνω απόσπασμα αναφέρεται στον υπεύθυνο εξόντωσης χιλιάδων εβραίων στη ναζιστική Γερμανία, τον Άιχμαν. Ο Άιχμαν ήταν ένας στυγνός δολοφόνος, ταυτόχρονα ήταν απλά ένας δημόσιος υπάλληλος που συμμετείχε, ως ένα ακόμα γρανάζι, σ’ ένα από τα τελειότερα εγκλήματα όλων των εποχών. Για να στηθεί ένα τέλειο έγκλημα χρειάζεται είτε ο δολοφόνος να είναι ένας ανώνυμος μηχανισμός ή το θύμα να είναι ένα άτομο το οποίο ουσιαστικά δεν υπάρχει. Τα τελειότερα εγκλήματα τα καταστρώνει πάντα ο κρατικός μηχανισμός, διότι ο εγκληματίας είναι γενικά απρόσωπος ενώ ταυτόχρονα έχει χίλια πρόσωπα· ο Άιχμαν είναι πλέον μια ιστορική φιγούρα που συμβολίζει τον σαδισμό μιας εγκληματικής δράσης η οποία προκύπτει μέσα από την αδράνεια της συνείδησης απέναντι στις εντολές θανάτου που έρχονται από μια αόριστη αρχή, την εξουσία. Ο Γιώργος, ο Γιάννης, ο Πέτρος είναι λιμενικοί, σίγουρα δεν ιστορικές φιγούρες αλλά επίσης σίγουρα είναι στυγνοί δολοφόνοι και εγκληματίες, ταυτόχρονα είναι και απλοί δημόσιοι υπάλληλοι. Το βράδυ της Δευτέρας γύρισαν στο σπίτι εξουθενωμένοι να παίξουν με τα παιδιά τους, να φάνε ένα πιάτο ζεστό φαί. Η δολοφονία που διέπραξαν πριν λίγες ώρες δεν είναι δολοφονία, αν και εξ’ αιτίας της δράσης τους σκοτώθηκαν μια ντουζίνα παιδάκια με τις μανάδες τους. Το κράτος και ο μηχανισμός του όχι μόνο δεν θα ζητήσουν εξηγήσεις αλλά θα καλύψουν τα γρανάζια που εκτελούν τις δολοφονικές προσταγές. Ταυτόχρονα τα θύματα δεν υπάρχουν, κι αν δεν στράβωνε τελευταία στιγμή η «δουλειά», το μεροκάματο θα ‘βγαινε καθαρό. Μια λιτή ανακοίνωση περί ναυαγίου όπου δεν διασώθηκε κανείς θα μετέτρεπε τη δολοφονία σε «ανθρωπιστική» τραγωδία, όλα θα ήταν περίφημα. Ποιός θα αμφισβητήσει το ίδιο το κράτος; Οι Γερμανοί κάποτε σαν τέλειωσε ο πόλεμος έμαθαν να λένε: βλέπαμε τον καπνό αλλά δεν μπορούσαμε να υποψιαστούμε τι είναι. Αυτή την ανοησία αναμασούσε κάποιος ολιγόνους. Ήταν καταφανώς ψέμματα· όλοι ήξεραν. Οι πιο έξυπνοι σκαρφίστηκαν το εξής: μα ήταν κρατική πολιτική, τι μπορούσαμε να κάνουμε εμείς; Σήμερα, στην Ελλάδα κάποιοι πανηγυρίζουν για την μαζική δολοφονία, είναι οι φασίστες. Οι περισσότεροι κάνουν πως αγνοούν, είναι οι δεξιοί δημοκράτες. Κάποιοι κατασκευάζουν το άλλοθι των δολοφόνων μιλώντας για μεταναστευτικό πρόβλημα, είναι οι σοσιαλδημοκράτες και οι ρεφορμιστές, όμως όλοι γνωρίζουν. Ακόμη και οι χρυσαυγίτες πιστεύουν την αφήγηση των προσφύγων, απλά επικροτούν την πράξη των δολοφόνων. Όλοι ξέρουν ότι υπάρχουν στρατόπεδα συγκέντρωσης σήμερα στην Ελλάδα, είναι η προίκα της δημοκρατίας στον φυσικό της διάδοχο σε περιόδους «ανωμαλίας», στον φασισμό. Στο ίδιο βιβλίο της Άρεντ απ’ όπου και το αρχικό απόσπασμα, Ο Άιχμαν στην Ιερουσαλήμ, καταγράφονται τα τρία στάδια που εμπνεύστηκαν οι ναζί για τη λύση του εβραϊκού προβλήματος. Το πρώτο στάδιο ήταν η απέλαση, το δεύτερο η συγκέντρωση και το τρίτο η θανάτωση. Είναι προφανές ότι επίκληση όχι -ίσως- στο κάδρο του Χίτλερ αλλά στην «διαχείριση ανθρώπινων πόρων» που θεμελίωσε, δεν κάνει μόνο η Χ.Α. αλλά και η κυβέρνηση Σαμαρά. Η σύγκλιση πλέον του ναζισμού με την καπιταλιστική δημοκρατία δεν έγκειται σε κάτι άλλο πέρα από το πρόταγμα του φόνου. Το καινοφανές, βέβαια, που εισήγαγε η ναζιστική Γερμανία δεν ήταν τα μαζικά εγκλήματα κατά ανθρώπων και ο εγκλεισμός τους σε στρατόπεδα συγκέντρωσης, αυτά είχαν ήδη υπάρξει με τα γνωστά εγκληματικά αποτελέσματα από τις δημοκρατικές δυνάμεις, με προεξάρχουσα  κυρίως τη Μ. Βρετανία στην Αφρική κατά τη διάρκεια των πολέμων των Μπόερς, όπου κλείστηκε σε στρατόπεδα συγκέντρωσης το σύνολο του άμαχου πληθυσμού. Τα θύματα αυτά όμως εξαιρούνταν από το σύστημα διευθέτησης προβλημάτων της Ευρώπης, ζούσαν στις αποικίες, όπου όλα είναι δυνατά. Οι ναζί αυτή τη συνθήκη ανέτρεψαν μεταφέροντας το έγκλημα από την περιφέρεια και τις αποικίες στο κέντρο της Ευρώπης. Τον ίδιο ρόλο έχει η Χρυσή Αυγή σε σχέση με την δημοκρατική κυβέρνηση, όσο η τελευταία θα δολοφονεί μαζικά πρόσφυγες και μετανάστες στα σύνορα, οι νεοναζί θα μεταφέρουν τον πόλεμο και τις δολοφονίες στο κέντρο της μητρόπολης, προσπερνώντας τα πρώτα δύο χρονοβόρα στάδια της απέλασης και της συγκέντρωσης. Εάν το παράδειγμα του «ξένιου Δία» δεν ήταν αρκετά πειστικό τα μαχαίρια των ναζί αποτελούν μια πιο άμεση «λύση». Η επανεμφάνιση τους άλλωστε στο Κερατσίνι με την συνοδεία της αστυνομίας για να επιτεθούν στο «Ρεσάλτο», δείχνει ότι το κράτος ποτέ δεν θα παρατήσει το παρακράτος απροστάτευτο στο έλεος των αντιστεκομένων. Η μαζική δολοφονία που διέπραξε το ελληνικό κράτος, η οποία τελέστηκε υπό τις παροτρύνσεις της ελληνικής κυβέρνησης και την συναίνεση των ευρωπαίων εταίρων επιβεβαιώνει εκείνη την «απειλή» βουλευτού της Ν.Δ. προς τους ναζί βουλευτές, ότι «κουμάντο εδώ κάνουμε εμείς». Το σχόλιο αυτό πέρα από την αποδόμηση του σκεπτικού που εξέφραζαν τότε οι ναζί το οποίο εμπερικλείεται στην λαϊκή ρήση «έμαθα και μαστορεύω και γαμώ το μάστορή μου», καταδεικνύει πλέον κάτι πολύ βαθύτερο και πιο ουσιαστικό προς όλους: οι ναζί είναι χρήσιμοι για το ελληνικό κράτος όσο κρατούν τα ελάχιστα προσχήματα, π.χ. να δολοφονούν κυρίως μετανάστες, όμως το κράτος είναι το παν, καθότι συν τοις άλλοις είναι εξαιρετικά πιο αποτελεσματικό. Πόσα χρόνια θα χρειάζονταν οι ναζί για να ξεκοιλιάσουν καμιά ντουζίνα παιδάκια και τις μανάδες τους; Ίσως όχι τόσα πολλά όσο φανταζόμασταν εάν αναλογιστούμε ότι ένα εκφασισμένο τμήμα της κοινωνίας έχει πείσει τον εαυτό του ότι ο καπνός των σύγχρονων Άουσβιτς είναι από καραμελωμένα κουλουράκια, ή ότι «τα μπουρίνια είναι συνηθισμένο φαινόμενο το Γενάρη στο Αιγαίο». Ίσως πολλά περισσότερα χρόνια θα χρειαζόντουσαν, κι ίσως δεν τα κατάφερναν ποτέ εάν αναλογιστούμε ότι οι μαχόμενοι άνθρωποι, οι αντιφασίστες σ’ όλη την Ελλάδα με όλους τους τρόπους φροντίζουν επιμελώς να κόβουν τα χέρια των δολοφόνων από τη ρίζα. Όπως και να ‘χει το ελληνικό κράτος χρειάστηκε κανα δίωρο, μερικούς ναζί καμουφλαρισμένους με στολή δημόσιου υπαλλήλου και μια γρήγορη βάρκα, μπόλικη κοινωνική συναίνεση και μια εντολή σιωπητηρίου στο βόθρο των ΜΜΕ.

Μια υποσημείωση, αν και οι οριενταλιστικές προσεγγίσεις δεν είναι χρήσιμες συνήθως, ή ακόμη είναι και αντιδραστικές, εδώ θα κάνουμε μια παρέκβαση. Για την σχέση Ιταλών-Ελλήνων λένε συχνά una faccia una razza, παρόλα αυτά οι Ιταλοί είναι επίσης γνωστοί ως μεγάλοι απατεώνες, προφανώς εκεί έγκειται και η μέρα κροκοδείλου ή αλλιώς η μέρα εθνικού πένθους που κήρυξαν οι εκεί δολοφόνοι για να «τιμήσουν» τους δολοφονημένους της Λαμπεντούζα. Εδώ ο κυνισμός των Βαλκανίων δεν επέτρεψε τέτοια φληναφήματα, -και καλύτερα εδώ που τα λέμε, γιατί η υποκρισία αποπροσανατολίζει- δεν υπάρχει λοιπόν χρόνος για θρήνο στα νότια βαλκάνια, η κυβέρνηση αρχίζει τις απελάσεις των «παρανόμων», κάποιοι πανηγυρίζουν, προφανώς πιστεύουν ότι τώρα πια τα πνιγμένα παιδάκια δεν θα φαν τη δουλειά των δικών τους παιδιών στις νέες θέσεις εργασίας που ανοίγει η κυβέρνηση στις γωνιές των δρόμων και γύρω απ’ τα φανάρια. Κάποιοι άλλοι δε βλέπουν το λόγο να θρηνήσουν, η καθημερινότητά τους δεν τέμνεται με μια μαζική δολοφονία κι ας μαθαίνουν για καθημερινούς ανομολόγητους φόνους μέσα στα μικροαστικά σπιτάκια που καταρρέουν. Και κάποιοι, τέλος με την σοφία του ραγιά δε θρηνούν, περιμένουν καρτερικά τους επόμενους, τους επόμενους νεκρούς, το επόμενο φορτίο που θα παραλάβει ο Γιώργος, ο Γιάννης, ο Πέτρος για να κάνουν την κουραστική δουλειά τους. Κι όταν καταφέρουν θα βυθίσουν το φορτίο δίχως ίχνη, θα ξεφυσήσουν…«το μεροκάματο να βγαίνει».

Σε μας μένει να βάλουμε σε τούτο τον κόσμο φωτιά.



του Άρη Τ.





Πέμπτη 19 Σεπτεμβρίου 2013

Η μάνα

Η μάνα έστρωσε το τραπέζι μας. Καθίσαμε όλοι μαζί μια γύρα τέσσερις ανθρώποι. Η οικογενειά μας. Δε μιλήσαμε πολύ. Όχι σήμερα. Η ψυχή μας στραβοκοιμήθηκε ψες. Τα πόδι μας πονάνε λίγο, απ' τη διαδήλωση. Δεν καταδέχτηκε κανείς μας να λείπει. Να σήμερα όμως, το φαί μου φαίνεται λίγο ανάλατο. Μπα, σκέφτηκα να ξέχασε η μάνα το άλατι; Είκοσι χρόνια δε θυμάμαι "λάθος" στο φαί μας. Το ραδιόφωνο έπαιζε όσο τρώγαμε. Μιλούσε με σπασμένη αλλά δυνατή φωνή ένα νέο παιδί, ο φίλος του Παύλου: "Μας έδιωξε, έμεινε πίσω να τους παλέψει, είδαν που δεν έπεφτε, γιατί ήτανε λιοντάρι, και τον μαχαιρώσανε."
Ένα χοντρό αλμυρό οργισμένο δάκρυ υπόσχεσης έφυγε κι έσταξε στο πιάτο μου. Κατάλαβα. Η μάνα ποτέ δεν κάνει λάθος...

Δευτέρα 16 Σεπτεμβρίου 2013

Ο πρύτανης της ηλιθιότητος και o Lenin

Κανονικά ποτέ δεν ασχολούμαι με πράγματα που είναι καταφανώς γελοία, ακόμη και σε μικρά παιδιά, όμως πότε-πότε πρέπει να κάνεις καμιά μικρό-εξαίρεση γιατί όταν προσπερνάς το αυτονόητο πριν το υπογραμμίσεις μπορεί να καταλήξει εύκολα στο αδιανόητο. Η όλη κατάσταση με τα Blog πολιτικού διαλόγου είναι αρκετά προβληματική, καθώς εύκολα ξεφεύγουν από οποιοδήποτε όριο ενώ η ανωνυμία βοηθά στον ανούσιο προσανατολισμό των σχολίων. Υπάρχει όμως κι ένα ακόμη "φρούτο" το οποίο έγκειται στο παράδοξο γεγονός ο ίδιος ο "ιδιοκτήτης" του μπλόγκ να είναι ο πιο χυδαίος "συζητητής", και ο διακομιστής της κουλτούρας του "τρωκτικού" σε "αριστερά blog πολιτικού προβληματισμού".

Ο κ. Αντώνης Μπαλασόπουλος, διαχειριστής του lenin reloaded, ανήκει προφανώς σε αυτή την κατηγορία ανθρώπων, ίσως δε να είναι και ο επικεφαλής της. Δεν θα μείνω τόσο στο πολιτικό περιεχόμενο των λεγομένων του καθώς μου είναι παντελώς αδιάφορες οι ανοησίες που γράφει, άλλωστε είναι δικαίωμα του καθενός να γράφει ότι ηλιθιότητα του κατέβει στο κεφάλι. Πιο χρήσιμο κρίνω να εντοπίσουμε τους τρόπους με τους οποίους κάνει διαχείριση αυτών των χυδαιοτήτων ο εν λόγω "κύριος".

Αφ' ενός δεν είναι η πρώτη φορά που αναφέρει ο ίδιος ή αφήνει σχόλια στο blog του που αναφέρουν ονόματα συντρόφων με απαξιωτικούς χαρακτηρισμούς. Πρόσφατα στοχοποίησε τον σύντροφό Ν. Μ. με τον γνωστό τρόπο που κάνουν οι ναζι-φασίστες του Στόχου, αφήνωντας υπονοούμενα από που τα "αρπάζει κλπ", στο παρελθόν δε είχε αφήσει κάτι γελοία σχόλια σύμφωνα με τα οποία ο Κ. Δ. αναρχικός και εκδότης στη Θεσσαλονίκη επηρεάζει με τις ηλιθιότητες του τον κόσμο και διάφορα άλλα τέτοιου επιπέδου. Το ακόμη πιο αστείο είναι ότι όλες αυτές οι αήθης ρουφιανοεπιθέσεις του εν λόγω αρχιρουφιάνου, γίνονται στο όνομα της "καταγγελίας όσων χρησιμοποιούν ανακοινώσεις της Χ.Α. για αν χτυπούν το ΚΚΕ". Το μέγεθος του ψέμματος και της υποκρισίας κρίνεται πλέον ως δυσθεώρητο. Την στιγμή που ο σύντροφος Ν.Μ. (και Η ΑΠ Ροσινάντε, όπως και αρκετοί σύντροφοι απ' το ρεύμα του κοινωνικού αναρχισμού) ήταν απο τους πρώτους που βγάλανε κείμενο καταγγελίας της επίθεσης στο ΚΚΕ στο Πέραμα αποδεικνύοντας ότι όχι μόνο δεν αναμασούν τις αηδίες της ΧΑ αλλά ξέρουν πώς να στέκονται κάθε φορά ο Αντώνης Μπαλασόπουλος προτίμησε να στοχοποιήσει τον Ν και την Ροσινάντε κάνοντας τί, αυτό για το οποίο κατηγορεί το σύντροφο. Αναπαρήγαγε δηλαδή είδηση απο τον Στόχο ο οποίος σε εξώφυλλό του στοχοποιούσε ονομαστικά τον σύντροφο ως ΣΥΡΙζαίο επειδή δουλεύει ως τεχνικός ραδιοφώνου στον ραδιοφωνικό σταθμό "Κόκκινο". Κι αν κάποιος αφελής πιστεύει ότι τέτοιες "καταγγελίες" ανθούν μόνο στα χωράφια της ακροδεξιάς γελιέται. Με επιμονή αυτός ο πρύτανης της μαλακίας και της συνωμοσιολογίας επιμένει να κάνει την μεγάλη "αποκάλυψη" ακόμη κι όταν κανείς δεν ενδιαφέρεται να μάθει γι' αυτό. Προφανώς για τον συγκεκριμένο ανεγκέφαλο μεσοαστό που θεώρησε καλή μόδα να υποδύεται εσχάτως τον οπαδό του ΚΚΕ, ο τόπος εργασίας των εργατών τους καθορίζει και πολιτικά. Οι εργάτες του ΚΚΕ στο Πέραμα ας πούμε είναι τσιράκια της COSCO, και γενικά όποιος δουλεύει σε μέρος που -άκου να δεις- μπορεί να διαφωνεί πολιτικά με το αφεντικό και να συμμετέχει στο σωματείο του δίνοντας συνεπώς αγώνες ενάντια στα αφεντικά του κλάδου παρόλα αυτά είναι πράκτορας του αφεντικού, σύμφωνα με την ακραιφνή λενινιστική ανάλυση του κυρ Αντώνη. Προφανώς η μόνη σωστή σχέση εργασίας κατ' αυτόν είναι το Κόμμα να έχει τα γένια και να απολύει τους εργαζόμενους του όποτε έχει κρίση και οι εργαζόμενοι να βγάζουν κείμενα σεντόνια στο έντυπο όργανο του αφεντικού, που να εξηγούν τι καλό και δίκαιο που ήταν να μας απολύσουν...

Φυσικά εμείς γνωρίζουμε ότι ο εν λόγω είναι σε πολιτική αποστολή να στοχοποιεί όσους έχουν σαφή λόγο και δράση στα αριστερά του ΚΚΕ και δεν ξεπέφτουν σε άναρθες κραυγές που πολύ θα τον βόλευαν, γι' αυτό και επιχειρεί εκστρατείες λάσπης

Συνεχίζοντας τον ίδιο κατήφορο ο Αντώνης μας, ανοίγει διμέτωπο αγώνα και με τον Σ. Μ. τον οποίο κατηγορεί ότι έχει τα κονέ και διδάσκει σε πανεπιστήμιατα αρπάζει απο Ε.Ε. κλπ, είναι οι εκλεκτοί της ΑΝΤΑΡΣΥΑ και άλλα πολλά. Ευλόγως αναρωτιέται κανείς μα που εργάζεται αυτός ο κακομοίρης -πιθανότα μεταλλωρύχος- ώστε να διακιολογείται αυτό το τόσο οξυμμένο ταξικό του μίσος, σε ποιο εργατικό κάτεργο χάνει τη νιότη του;
(στο λίνκ στο τέλος της σελίδας μπορούμε να δούμε το βιογραφικό αυτού του λούμπεν προλετάριου που κατόρθωσε να μάθει δυο κολλιβογράμματα για να αντιπαρατεθεί στους ινστρουχτορες του οπορτουνισμου, και στους χαφιέδες του αναρχισμού, το βιογραφικό είναι δημόσιο).

Εδώ αρχίζουμε να σκεφτόμαστε σιγά-σιγά μήπως υπάρχει κάποιο ψυχολογικό σύνδρομο όπου ο παθών καταγγέλει τους υπολοίπους για πράγματα που κάνει ο ίδιος. Αλλά επειδή όντας διαλεκτικοί υλιστές δεν θέλουμε να ψυχολογιοποιούμε την πολιτική -ο Μάρξ να την κάνει- άποψη δεν θα παραπέσουμε σε αυτήν την πολύ θελκτική είναι η αλήθεια παγίδα.

Κλείνοντας αυτό το μικρό σημείωμα, μικρό συγκριτικά με τους τόνους αθλιότητας που έχει εξαπολύσει ο κομμουνισταράς ακαδημαικός φελλός, πρέπει να πούμε ότι η συνωμοσιολογία είναι πάντα φασιστική, γιατί αφ' ενός εδράζεται στη μεταφύσική της μη - λογικής αποδείξεως η οποία μπορεί να διαμεσολαβηθεί για να έχει "κοινωνική γείωση" μόνο από κάποιον "ειδικό" ο οποίος "ξέρει" αυτό που οι μάζες "αγνοούν" σε αυτήν την περίπτωση ο ειδικός είναι ο πρύτανής μας. Η ένταξη μας ως αναρχικών στον "δευτερογενή ιδεολογικό βραχίονα" του φασιστικού συμπλέγματος απο τον πρύτανη της ηλιθιότητας (με μαρξιστική ορολογία), εκτός από ιλαρό μειδίαμα προκαλεί και την περιορισμένη ενασχόλησή μας με την θλιβερή του ύπαρξη. Λέμε ξεκάθαρα ότι ο ίδιος ο πρύτανης αποτελεί οργανικό μέρος του πρωτογενούς βραχίονα του φασιστικού πλέγματος (και του συμπλέγματος ηλιθιότητας) με την γελοία συνωμοσιολογία, την στόχοποίηση αγωνιστών και την λασπολογία. Σε μια ακόμη αναστροφή της πραγματικότητας ενώ κατηγορεί τους συνομιλητές του ότι δεν έχουν "στοιχεία" γι' αυτό που λένε αυτός παρουσιάζει ως στοιχεία τον τόπο εργασίας του καθενός. Η εναλλακτική αφήγηση της χρηματοδότησης των κοινωνικών κινημάτων απο τον Σόρος δυστυχώς έχει καπαρωθεί απο άλλο πολιτικό χώρο, δίχως αυτό να σημαίνει ότι δεν μπορεί να διασταυρωθεί μαζί του ο κυρ-πρύτανης.

Αυτός ο δευτερογενής βραχίονας ενημερωτικά, ως βραχίονας σταμάτησε την επέκταση των φασιστών απο τον Αγ. Παντελεήμονα, κραταει καθαρά τα κέντρα των πόλεων απο τη φασιστική ναζιστική απειλή, οργανώνει πολιτοφυλακές, μηχανοκίνητες, συγκρούεται με τους ναζί και τους τσακίζει όπου βρει, διαφυλάσσει τη μνήμη των νεκρών προλεταρίων της κατοχής και του εμφυλίου με την πολιτική του παρουσία στους τόπους μνήμης απέναντι στους ναζί όσο ο πρύτανης πρυτανεύει τη ρητορική της λασπολογίας απ το ωραίο του γραφείο. Κι επειδή τέτοια άτομα είναι συνήθως αδίστακτα, ιδίως την περίοδο πριν βρεθούν στον τελικό και πραγματικό πολιτικό τους χώρο δηλαδή την ακροδεξιά -που με μαρξιστικό ντετερμνισμό θα καταλήξει και ο εν λόγω όψιμος μαρξιστης λενινιστής, πιστεύω ότι απολαμβάνοντας την ασυλια του γραφείου του, ο κουραμπιές αυτός ίσως τολμήσει να επιτεθεί και σε μένα. Όπως και να 'χει δεν πρόκειται να ξανασχοληθώ μαζί του, παρά μόνο για να του σπάσω τα χέρια και τα μούτρα αν έχω την τιμή να τον συναντήσω κάπου. Άλλωστε τι έχω να φοβηθώ απο έναν ακαδημαικό λογοτέχνη που υποδύεται τον οργανικό διανοούμενο του ΚΚΕ; Το πολύ-πολύ να με καταγγείλει στην αστική δικαιοσύνη της χουντοκυβέρνησης -την οποία πρόσφατα αντιμετώπισα- κάνοντας το πρώτο βήμα για τον ορθό πολιτικό αναπροσανατολισμό του.

υ.γ. Αν ήταν όντως ΚΚΕ ο πρύτανης μπορεί να έστελνε τους οικοδόμους να με δείρουν, αλλά πιστεύω ότι ακόμη και το ΚΚΕ αγνοεί την ύπαρξη αυτού του μαιντανού, ενώ ακόμη κι ετσι οι οικοδόμοι είναι λαικά παιδιά και θα συννενοούμασταν με τι καραγκιόζη έχουμε μπλέξει και θα πηγαίναμε παρέα να κεραστούμε τσίπουρα.

Ζήτω ο Ελευθεριακός Κομμουνισμός.

Για την αντιγραφή και την επωνυμία Άρης Τσιούμας, σερβιτόρος.