Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Δευτέρα 19 Σεπτεμβρίου 2011


Γυναίκες και καπιταλισμός, από την πρώιμη νεωτερικότητα έως σήμερα

Από τον Φώτη Τερζάκη

Silvia Federici
Ο Κάλιμπαν και η μάγισσα. Γυναίκες, σώμα και πρωταρχική συσσώρευση

μτφρ.: Ίρ. Γραμμένου, Λ. Γυιόκα, Π. Μπίκας, Λ. Χασιώτης
εκδόσεις των ξένων, σ. 364

Ο ανταγωνισμός ανάμεσα στα γυναικεία κινήματα και μεγάλο κομμάτι της παραδοσιακής Αριστεράς, ιδίως από τη δεκαετία του 1960, γέννησε την ιδεολογική ψευδαίσθηση, ιδιαίτερα ισχυρή σε αυτό που ονομάστηκε από κάποιους μεταμοντέρνος φεμινισμός, ότι το κοινωνικό φύλο και η τάξη αποτελούν ριζικά διαφορετικές κατηγορίες ανάλυσης, παραπέμποντας σε μη τεμνόμενους άξονες εξουσίας. Τις πολλαπλές συγχύσεις που μια τέτοια αντίληψη δημιούργησε προσπαθεί να διαλύσει αυτό το σπουδαίο βιβλίο της Silvia Federici, καθηγήτριας σήμερα στο Πανεπιστήμιο Hofstra της Νέας Υόρκης και μέλους τής εκδοτικής κολεκτίβας Midnight Notes, μίας από τις σημαντικότερες θεωρητικούς του γυναικείου κινήματος τις τελευταίες δεκαετίες. Παρ' ότι οι έρευνές της που αφορούσαν τις γυναίκες κατά τη μετάβαση από τη φεουδαρχία στον καπιταλισμό ξεκίνησαν από τη δεκαετία του 1970, το σχέδιο επανενεργοποιήθηκε τα χρόνια που υπηρετούσε ως δασκάλα στη Νιγηρία (1984-6), όταν η υπαγωγή της χώρας στο Πρόγραμμα Δομικής Προσαρμογής του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και της Παγκόσμιας Τράπεζας οδήγησε σε «ένα νέο κύκλο πρωταρχικής συσσώρευσης και τον εξορθολογισμό της κοινωνικής αναπαραγωγής, που στόχευαν στην καταστροφή και των τελευταίων υπολειμμάτων κοινοτικής ιδιοκτησίας και κοινοτικών σχέσεων, επιβάλλοντας έτσι ακόμη πιο εντατικές μορφές εργασιακής εκμετάλλευσης [...] Παράλληλα με την πολιτική αυτή [...] είδα να υποδαυλίζεται μια εκστρατεία μισογυνισμού [...] και διαπίστωσα την ανάπτυξη μιας έντονης δημόσιας διαμάχης, από πολλές απόψεις παρόμοιας με τις querelles des femmes του 17ου αιώνα, που άγγιζε κάθε όψη της αναπαραγωγής τής εργασιακής δύναμης» (σελ. 22-3 passim).

Δύο κρίσιμες ιδέες εμφανίζονται εδώ, που θα χρησιμοποιηθούν ως οδηγητικό νήμα στην παρούσα μελέτη. Πρώτον, ότι αυτό που ονομάζουμε «πρωταρχική συσσώρευση», η οποία ιστορικά συμβολίζεται από τις «περιφράξεις της γης» στην Αγγλία, με όλη την τρομακτική βία απέναντι στα φτωχά στρώματα της υπαίθρου, την προλεταριοποίηση και την εξαθλίωση μεγάλου μέρους του πληθυσμού, την εξάρθρωση του κοινοτισμού και των πλούσιων μορφών λαϊκού πολιτισμού, την καταστολή της λαϊκής ελευθεριότητας και την αυταρχική κανονικοποίηση του κοινωνικού σώματος -ό,τι σήμαινε δηλαδή ο λεγόμενος αστικός «εξορθολογισμός»-, που οδήγησε σε όσα ο Μισέλ Φουκό περιγράφει στις δικές του ιστορίες ως «ο μεγάλος εγκλεισμός», δεν είναι κάτι το οποίο συνέβη άπαξ, στις απαρχές της νεωτερικότητας, αλλά κάτι που επαναλαμβάνεται κανονικά, ύστερα από κάθε σοβαρή κρίση του καπιταλισμού (το οποίο ξαναζούμε άλλωστε στις μέρες μας). Αν αυτή η ιδέα από μόνη της είναι μια αξιοσημείωτη συμβολή της Federici στη μαρξιστική θεωρία, η ακόμη σημαντικότερη συμβολή της στη φεμινιστική θεωρία έγκειται στην επισήμανση ότι θεμελιώδης όρος του ανερχόμενου καπιταλισμού ήταν η «περίφραξη» επίσης των σωμάτων των γυναικών μέσω της ποινικοποίησης του ελέγχου των γυναικών επί της σεξουαλικότητάς τους κι επί της παραγωγικής τους δυνατότητας, ταυτόχρονα με την απαξίωση της αναπαραγωγικής εργασίας και της κοινωνικής τους θέσης, τον αποκλεισμό τους δηλαδή από τις έμμισθες εργασιακές σχέσεις και τον εγκλεισμό στην οικιακή «ιδιωτικότητα». Αυτός ο άνισος κατά φύλο καταμερισμός της εργασίας, κάνοντας αόρατη την εργασία των γυναικών στην αναπαραγωγή της εργατικής δύναμης (αποϊστορικοποιώντας τη δηλαδή ως κάτι το απλώς «φυσικό»), έχει αποκρύψει εκτεταμένες περιοχές της ανθρώπινης εκμετάλλευσης κι έχει επιβάλει την καθυπόταξη των γυναικών στους άνδρες ως κατεξοχήν νεωτερική και αστική μορφή κυριαρχίας (και καθόλου «φεουδαρχικό κατάλοιπο», όπως πολλοί μαρξιστές θεωρητικοί διατείνονται).

Με ακόμη πιο εύστοχο τρόπο η συγγραφέας διατυπώνει τη βασική της θέση έτσι: «Το σώμα για τις γυναίκες στην καπιταλιστική κοινωνία έχει γίνει ό,τι το εργοστάσιο για τους άρρενες μισθωτούς εργάτες: το κύριο πεδίο της εκμετάλλευσής τους και της αντίστασης, καθώς το γυναικείο σώμα έγινε αντικείμενο οικειοποίησης από το κράτος και τους άνδρες και υποχρεώθηκε να λειτουργεί ως μέσο αναπαραγωγής και συσσώρευσης της εργασίας» (σελ. 35). Και η απόπειρα ν' αναδιηγηθεί αυτή τη μαρτυρική ιστορία του γυναικείου σώματος -ανασκάπτοντας ένα εντυπωσιακό κοίτασμα πηγών και ιστορικών λεπτομερειών, που στο περιγραφικό τουλάχιστον επίπεδο θυμίζει τις γενεαλογίες του Φουκό- λαβαίνει ως εστιακό άξονα ένα ανατριχιαστικό επεισόδιο που σφράγισε την πρώιμη νεωτερική ιστορία της Ευρώπης: το κυνήγι των μαγισσών τον 16ο και 17ο αιώνα. Το θέμα είναι βεβαίως δημοφιλές και πολλά έχουν γραφτεί σε επίπεδο ιστοριογραφικό· ποτέ όμως δεν έγινε μια τόσο διεξοδική και σε βάθος δομικοϊστορική ερμηνεία του. Για την περίεργη παράβλεψη αυτού του επεισοδίου μάλιστα κατηγορεί τον ίδιο τον Φουκό, στον οποίον η Federici βρίσκει την ευκαιρία ν' ασκήσει μια -ολωσδιόλου εύστοχη, σε βαθμό που αναρωτιέται κανείς πώς διαφεύγει από τόσους άλλους ριζοσπάστες/τριες θεωρητικούς, οι οποίοι διαλέγονται με τη σκέψη του- κριτική: ότι, εν ολίγοις, παραγνωρίζει ολοσχερώς τη διαδικασία της αναπαραγωγής, τον κατά φύλο καταμερισμό της εργασίας και τις αντίστοιχα διαφορετικές μορφές «πειθάρχησης του σώματος», επειδή, σαγηνευμένος από τον «παραγωγικό» χαρακτήρα των τεχνικών εξουσίας, οι οποίες έχουν επενδυθεί στο σώμα, παρασύρεται σε μια οιονεί μεταφυσική σύλληψη της εξουσίας, αποσυνδεδεμένη από τις συγκεκριμένες οικονομικές και κοινωνικές σχέσεις που τη γεννούν.
Η αφήγηση, όπως είπα, είναι συναρπαστική. Με τη δεξιοτεχνία προικισμένου ιστοριογράφου, η συγγραφέας ξεδιπλώνει στα μάτια μας τη ζωή των υστερομεσαιωνικών κοινοτήτων και την πανταχού παρουσία των γυναικών σε αυτές· τα μεγάλα κινήματα θρησκευτικής ανταρσίας ως επαναστάσεις των φτωχών που διεκδικούν πάντα κατά βάθος δικαιοσύνη και ισότητα και τον ρόλο των γυναικών στις γραμμές τους· τη βαθιά οικονομική και δημογραφική κρίση του 16ου αιώνα, που οδήγησε στην «αντεπανάσταση του καπιταλισμού», η οποία έμελλε να ζωγραφίσει εικόνες αποκαλυψιακής δυστυχίας μετατρέποντας την Ευρώπη (και μια στιγμή μετά τις αποικίες) σε ένα τεράστιο στρατόπεδο συγκεντρώσεως: περιφράξεις, κυνήγι των μαγισσών, μαζικοί απαγχονισμοί των πεινασμένων, το σημάδεμα, το μαστίγωμα και η φυλάκιση πλανήτων και ζητιάνων στα νεοδημιουργημένα άσυλα υποχρεωτικής εργασίας, εξόντωση των ιθαγενών πληθυσμών του Νέου Κόσμου στις φυτείες και στα ορυχεία και τα πρώτα καράβια με σκλάβους από την Αφρική στον ορίζοντα.

Δεν υπάρχει λόγος να πω περισσότερα εδώ. Μένει να διαβάσει κανείς το βιβλίο με την προσοχή που του αξίζει, για να διαπιστώσει ότι είναι ένα από τα σπουδαιότερα έργα που εκδόθηκαν μέσα στην τελευταία δεκαετία. Μας θυμίζει ποια κοσμογονική ωμότητα γέννησε όλο τον νεωτερικό, «εξορθολογισμένο» κόσμο στον οποίον ακόμη ζούμε, ποια είναι η αληθινή ταυτότητα της Ευρώπης και του καπιταλισμού ως ιστορικής μορφής, και ταυτόχρονα επανατοποθετεί το γυναικείο ζήτημα στο αληθινό του συμφραζόμενο: «Αν αληθεύει ότι στην καπιταλιστική κοινωνία η έμφυλη ταυτότητα έγινε φορέας συγκεκριμένων εργασιακών λειτουργιών, τότε το κοινωνικό φύλο δεν μπορεί να θεωρείται μια αμιγώς πολιτισμική πραγματικότητα, αλλά οφείλει να αντιμετωπίζεται ως προσδιοριζόμενο από τις ταξικές σχέσεις» (σελ. 33). Δείχνει ανάγλυφα, δηλαδή, τον υπερκαθορισμό των αξόνων κυριαρχίας που ονομάζουμε καπιταλισμό και πατριαρχία (στους οποίους συνυφαίνεται καταστατικά κι ένας τρίτος, πιθανώς αρχαιότερος: εργαλειοτεχνική κυριαρχία πάνω στη φύση). Αν αυτό γίνει κατανοητό, αντιλαμβανόμαστε ότι ο αγώνας για την αποτίναξη της γυναικείας υποτέλειας είναι ο ίδιος με τον αγώνα για τη διάσωση του ανθρώπινου σώματος και των εργασιακών του δυνάμεων από τις αρπάγες του κεφαλαίου, ο ίδιος με τον αγώνα για τη λύτρωση της φύσης από τη σαδιστική (και ανέκκλητα αυτοκαταστροφική) βούληση απεριόριστης εργαλειακής καθυπόταξης.

Παρασκευή 16 Σεπτεμβρίου 2011

O πόλεμος είναι εδώ..(με αφορμή τις διαδηλώσεις της ΔΕΘ 2011)

Ο πόλεμος είναι εδώ. Αυτή είναι η μοναδική συμφωνία που έχουμε με το καπιταλιστικό μπλοκ εξουσίας και τον πρωθυπουργό, ο οποίος κάλεσε την κοινωνία και τους εργαζόμενους να κάνουν νέες θυσίες «σαν» να ήταν η χώρα σε κατάσταση πολέμου. Η χώρα για μας βρίσκεται σε μια διαρκή όξυνση της ταξικής αντιπαράθεσης που μαίνεται, είναι ο πόλεμος που έχει κηρύξει το ποικιλόμορφο μπλοκ εξουσίας που απαρτίζεται από το κράτος και την κυβέρνηση, ολόκληρο το σάπιο πολιτικό σύστημα σε όλες τις εκδοχές του και τους αγοραίους μηχανισμούς των διεθνών οργανισμών της καπιταλιστικής επιβολής και ολοκλήρωσης. 

Τα χαρακτηριστικά αυτού του πολέμου ενάντια στον εσωτερικό εχθρό (τα ίδια δηλαδή τα καταπιεζόμενα και εκμεταλλευόμενα στρώματα) φαίνονται πιο καθαρά. Είναι το πετσόκομμα των μισθών σε όλους τους κλάδους που χτυπά τους μισθωτούς, είναι το άνοιγμα των κλειστών επαγγελμάτων που προλεταριοποιεί τα μικροαστικά στρώματα, είναι ο επιδιωκόμενος εκφυλισμός με την καθετοποιημένη ταξικοποίηση της παιδείας που επιδιώκει σχολεία και σχολές για λίγους κι εκλεκτούς, είναι το νέο χαράτσωμα στις συντάξεις είναι η ανεργία που θερίζει είναι η μιζέρια στα λαϊκά σπίτια, είναι το ξεσάλωμα της κρατικής βίας στους δρόμους είναι μια μη-ζωή για όσους πετάγονται με συνοπτικές διαδικασίες στο περιθώριο της ύπαρξης.

Οι συγκεντρώσεις στη φετινή ΔΕΘ ήταν μια αντανάκλαση αυτής της επίθεσης. Περισσότερες από κάθε άλλη φορά, και από πολύ διαφορετικούς χώρους όλες οι συγκεντρώσεις κατέδειξαν ότι όλη αυτή η σαπίλα που με περίσσιο θράσος περιφέρουν ακόμα, δεν στηρίζεται από κανένα παραγωγικό κοινωνικό φορέα, παρά μόνο από το ίδιο το πολιτικό και οικονομικό προσωπικό του αστικού μπλοκ και από τα όπλα της αστυνομίας.

Για να μας εξηγήσει ο πρωθυπουργός γιατί πρέπει να αφανιστούν οι εργαζόμενοι από το χάρτη, για το καλό το δικό τους (!) και φυσικά της πατρίδας (επιβεβαιώνοντας το «όπου ακούς πατρίδα, ανθρώπινο αίμα μυρίζει») χρειάστηκε να τον ακολουθήσουν 6.000 τουλάχιστον μισθοφόροι εγκληματίες (ΜΑΤ,ΔΙΑΣ,ΔΕΛΤΑ,ΥΜΕΤ,ΟΠΚΕ,ασφαλίτες κλπ) μερικοί τόνοι σιδερένιων κιγκλιδωμάτων, ένα κανόνι νερού, 400 μηχανές, και φυσικά μια νέα απίστευτη ποσότητα χημικών. Ήρθε λοιπόν ο στρατός της χούντας του καπιταλισμού να μας προστατεύσει άραγε από ποιους; Κι από τους προστάτες μας, ποιος θα μας προστατεύσει; Αυτή η περιφερόμενη συμμορία αφού τρομοκράτησε όλη την πόλη επί 3 μέρες, αποφάσισε να κάνει επίδειξη δύναμης ενάντια και στους κατειλημμένους χώρους, καθώς 50 περίπου μηχανές της ΔΕΛΤΑ «επισκέφτηκαν» την κατάληψη “Libertatia”, σε μια ξεκάθαρη προσπάθεια τρομοκράτησης και τραμπουκισμού. Αλλά η τρομοκρατία δεν περνάει στους αγωνιστές.

Μπροστά μας, κάτω από τα μπαλκόνια μας, απλώνεται η συνθήκη της νέας εποχής. Το καθεστώς του νέου ολοκληρωτισμού δεν διαπραγματεύεται τίποτα, στρατιωτικοποιεί το εσωτερικό των δυτικών κοινωνιών και επιβάλλεται με σιδηρά πυγμή. Όποιος ζητάει μεσολάβηση για να δει τον βασιλιά, καταλήγει τσαρλατάνος και μόνο όποιος έχει την πρόθεση να σκοτώσει το κτήνος έχει αγνές προθέσεις.
Όσο πιο γρήγορα το καταλάβει ο κόσμος της εργασίας και η ίδια κοινωνία τόσο λιγότερο θα υποφέρουμε: ή θα ζήσουμε χωρίς αφεντικό, χωρίς κυβερνήτη με συλλογική ιδιοκτησία στα μέσα παραγωγής, σε μια κοινωνία με ισότητα και άμεση δημοκρατία ή δεν θα μας αφήσουν να ζήσουμε καθόλου.


Ας δούμε όμως ποιοι σηκώσανε το γάντι της αντιπαράθεσης. Οι συγκεντρώσεις φέτος κάλυπταν πραγματικά όλο το κοινωνικό φάσμα από εργαζόμενους και φοιτητές μέχρι οπαδούς ανώνυμων εταιριών. Με τους τελευταίους δεν είναι δουλειά μας να ασχοληθούμε. Όμως πριν δούμε ποιοι διαδήλωσαν στη ΔΕΘ οφείλουμε να σταθούμε αρχικά στο ποιοι ΔΕΝ διαδήλωσαν. Γιατί αν και οι φετινές πορείες ήταν οι μαζικότερες των τελευταίων δεκαετιών, το κομμάτι που σίγουρα δεν αντιστοιχούσε σε παρουσία με την συγκυρία που διανύουμε ήταν αυτό που πλήττεται περισσότερο, δηλαδή οι ίδιοι οι εργαζόμενοι. Είναι γεγονός ότι αυτή η αντίφαση δεν μας προκαλεί ιδιαίτερη εντύπωση, αυτή τη στιγμή οι εργαζόμενοι είναι ίσως το μοναδικό κοινωνικό κομμάτι, το οποίο ουσιαστικά δεν έχει κανένα απολύτως φορέα έκφρασης, που να μπορεί έστω να περιγράψει την οργή του, μιας και ο εκφυλισμός της ΓΣΕΕ στα μάτια των εργαζόμενων είναι τόσο οριστικός όσο το γεγονός ότι η ΓΣΕΕ είναι το πιο υπάκουο τσιράκι της κυβέρνησης και των αφεντικών.

Η Κ.Ε.Χ.Α. μαζί με άλλες δυνάμεις (ΕΕΚ, Πρωτοβουλία για Ανεξάρτητο Κέντρο Αγώνα Εργατών, Επιτροπές «ΔΕΝ ΠΛΗΡΩΝΩ», Αναρχοσυνδικαλιστική Πρωτοβουλία «Ροσινάντε», πολιτική ομάδα «Διεθνιστής», Εργατική Κίνηση Αθήνας κλπ) στήριξε συνειδητά την επιλογή της ανεξάρτητης ταξικής συγκέντρωσης και πορείας. Υπερασπιζόμενοι στο δρόμο τη θέση μας για ένα ανεξάρτητο (από κράτος-αφεντικά και καθεστωτικές δυνάμεις) εργατικό κέντρο-καρδιά ενός επαναστατικού εργατικού κινήματος αρνηθήκαμε να συμβαδίσουμε με όσους μιλούν για ένα επαναστατικό εργατικό κίνημα, με τις πράξεις τους όμως διαμορφώνουν το κινηματικό άλλοθι διεύρυνσης της συναίνεσης απέναντι στον καθεστωτικό συνδικαλισμό, γινόμενοι ουρά του.

Διαχωριστήκαμε επίσης και από τον έτερο πόλο εργατικής συσπείρωσης, το ΠΑΜΕ, το οποίο καθοδηγούμενο από ένα ΚΚΕ που δεν μπορεί να «σηκώσει» πολιτικά ούτε την υποψία μυρωδιάς δακρυγόνων, και δεν κατόρθωσε ούτε φωτογραφία να βγάλει το μπλοκ του μπροστά στη ΔΕΘ. Με κεντρικό μας σύνθημα την ταξική σύγκρουση σε όλα τα μέτωπα δεν θα μπορούσαμε να συμπορευτούμε με εκείνο το κομμάτι που μιλά για την προάσπιση των συμφερόντων της εργατικής τάξης αλλά στη χειρότερη επίθεση του κεφαλαίου εξαφανίζεται άκαπνο, όπως ήρθε. Η ιστορία για καλό ή για κακό μας έχει μάθει πως τα συμφέροντα της τάξης κερδίζονται στους δρόμους και στα οδοφράγματα. Η στάση αυτή του ΠΑΜΕ δεν μας ξενίζει καθόλου αφού αποτελεί την έκφραση στο δρόμο της πολιτικής του ΚΚΕ για εθιμοτυπικές πορείες που λειτουργούν μονάχα ως «αγωνιστικά» διαφημιστικά για την κεντρική μάχη που δίνεται -γι’ αυτούς- στην κάλπη.

Στις συγκεντρώσεις οι οποίες εμφανιζόντουσαν για πρώτη φορά, οι ιδιοκτήτες ταξί έδωσαν μαζικό και δυναμικό παρόν. Το ενδιαφέρον στη συγκέντρωση αυτή των μικροαστικών στρωμάτων δεν ήταν τόσο η σύγκρουση τους με την αστυνομία, καθώς για όσους έχουν απομαγεύσει την βία από την ιδεολογία η κατανόηση του κινήτρου της ανάγκης προφυλάσσει από απατηλές επαναστατικές ερμηνείες. Το ενδιαφέρον βρίσκεται στη διαδικασία της άμεσης προλεταριοποίησης των μικροαστικών στρωμάτων και το πολιτικό πρόσημο που θα λάβει αυτή κατά την εξέλιξή της.

Οι αγανακτισμένοι σαφώς λιγότεροι από άλλα κρίσιμα ραντεβού, αναδεικνύουν πλέον τα όρια του διαταξικού χυλού που απέναντι στην καταστολή απαντά με ειρήνη και απέναντι στον οικονομικό αφανισμό απαντά με όρους μετασχηματισμού του πολιτεύματος με στόχο μια «πραγματική δημοκρατία», χωρίς να συλλαμβάνει την ουσία της έννοιας. Πραγματική δημοκρατία σημαίνει πολιτική ελευθερία και οικονομική ισότητα, η πλατεία όμως έχει καταλήξει σε ένα άθροισμα μεταμφιεσμένων πολιτικών οργανώσεων, οι οποίες συν τοις άλλοις στρογγυλεύουν τις γωνίες τους αναζητώντας ψηφοφόρους και ακροατήρια. Στην παραπάνω παρατήρηση χωράει και μια επισήμανση για το αναρχικό κίνημα. Ιστορικά αυτό, σύνδεε τη μοίρα του με το εργατικό κίνημα και τους αυτόνομους αγώνες βάσης, είναι λυπηρό -αν μη τι άλλο- στα όρια της ολικής θεαματοποίησης της βίας ως εμπόρευμα, αποστολή των ελευθεριακών συντρόφων να είναι να γεμίζουν τις πλατείες του μη-νοήματος και να αποτελούν συμπλήρωμα χεριών στους ιδιοκτήτες των ταξί.

Τέλος το μεγαλύτερο και σημαντικότερο μπλοκ ήταν αυτό των φοιτητών. Επίσης ήταν το μπλοκ που υπερασπίστηκε την πιο λάθος γραμμή για τον εαυτό του και το κίνημα. Με την ευθύνη να βαραίνει τις πλάτες των αριστερών συνιστωσών που ηγεμονεύουν, η μεγαλειώδης συγκέντρωση 8.000 φοιτητών που βρίσκονται σε αγώνα, επιδόθηκε σε ένα μαραθώνιο-πορεία μέσα στους άδειους δρόμους του αποκλεισμένου κέντρου της Θεσσαλονίκης, ενώ δεν έδειξαν να ενδιαφέρονται να έρθει σε επαφή το κίνημα με κανένα άλλο πραγματικό κοινωνικό σύνολο. Το μόνο που ενδιέφερε τους χυδαίους διαχειριστές των συντονιστικών ήταν να συνδεθούν με το προεδρείο της ξεπουλημένης ΓΣΕΕ. Η δε παραμονή της φοιτητικής πορείας μπροστά στη ΔΕΘ διήρκησε μερικά δευτερόλεπτα, ενώ η πιο «δραστήρια» έκφραση των κομματικών μηχανισμών, ήταν ναπλακώνονται μεταξύ τους σε κάθε σταυροδρόμι, στην πλάτη των αποφάσεων μαζικών γενικών συνελεύσεων και την θέληση χιλιάδων σπουδαστών και φοιτητών για αγώνα. Κι εδώ πρέπει να γίνει μια έκκληση προς τους συντρόφους μας φοιτητές και σπουδαστές: εάν συνεχίσει το φοιτητικό κίνημα να αναπαράγει ενα πολιτικό μόντέλο συνδιαχείρισης που προτείνουν κομμάτια της καθεστωτικής αριστεράς και μη, τότε η πρόσκρουση αυτή τη φορά θα είναι μοιραία. Εάν πιστεύει κανείς ότι στη χειρότερη επίθεση που έχει δεχτεί η παιδεία θα απαντήσουν τα γραφεία των οργανώσεων που ελέγχουν τα συντονιστικά, εάν πιστεύει κάποιος ότι η θέση των φοιτητών είναι να αναστήσουν το πτώμα της ΓΣΕΕ, και να ανανεώνουν τις σοσιαλδημοκρατικές ονειρώξεις της αριστεράς (είτε αυτή φορά το επίσημο κουστούμι του κοινοβουλευτικού ΣΥΡΙΖΑ, είτε το ημιεπίσημο ένδυμα της ΑΝΤΑΡΣΥΑ που παρά τις προθέσεις της παραμένει εξωκοινοβουλευτική), τότε σκάβει το λάκκο του φοιτητικού κινήματος. Πριν να είναι αργά, η δημοκρατία στους συλλόγους και τα συντονιστικά, θα πρέπει να διασφαλίσει το περιεχόμενο της ουσιαστικής σύνδεσης του φοιτητικού κινήματος με το αυτόνομο εργατικό κίνημα στην κατεύθυνση της επίθεσης ενάντια σε κράτος και κεφάλαιο. Θα πρέπει να αντιληφθούμε όλοι μας πως η ανάγκη για ένα φοιτητικό κίνημα καταλήψεων εδραιωμένο στην άμεση δημοκρατία των γενικών συνελεύσεων και με ταξικό προσανατολισμό είναι ανάγκη ολόκληρης της κοινωνίας και δεν μπορεί να είναι αντικείμενο συνδιαλλαγής και διαπραγμάτευσης.Κλείνοντας σε όσα αφορούν τη σύγκρουση που κατά την άποψη μας ανοίγει περάσματα, «λαϊκό, οργανωμένο και μαζικό» είναι ότι είναι δίκαιο και αναγκαίο.

Με νέες δυνάμεις και πείσμα ριχνόμαστε την επόμενη μέρα στην κοινωνική απεύθυνση μέσα από τους μαζικούς χώρους, γιατί η ανάγκη θα δώσει τα υλικά για την έφοδο στο ουρανό της κοινωνίας χωρίς εκμετάλλευση, χωρίς ιδιοκτησία και διαχωρισμένη εξουσία. Γυρνάμε στη βάση για τη διαμόρφωση των Ταξικών Σωματείων Βάσης, των εργατικών συνελεύσεων γειτονιάς, των συλλόγων της νεολαίας και των μεταναστών για να χτίσουμε το Ανεξάρτητο Εργατικό Κέντρο, την Επαναστατική Ομοσπονδία των εργαζομένων, για να δημιουργήσουμε την εργατική αυτοάμυνα και να διαμορφώσουμε τους όρους για την κοινωνική αντεπίθεση. Στην εποχή του ολοκληρωτισμού το καθήκον μας είναι να ανατρέψουμε για πάντα τη βαρβαρότητα. Και θα το κάνουμε.

Σάββατο 6 Αυγούστου 2011

H Γαλέρα (Σκλάβοι στα Όπλα)

Είμαστε τσούρμο αναιμικό
σε μια φριχτή γαλέρα
που πάνω της ο θάνατος
με πείνα αργά θερίζει

Ποτέ διαυγή ορίζοντα
η αυγή δεν έχει δείξει
στο βρόμικο κατάστρωμα
πάντα η φρουρά ουρλιάζει

Τις μέρες μας τις κλέβουνε
σε βρομερά σανίδια
κι είμαστε δούλοι ασθενικοί
δεμένοι με αλυσίδα

Φεγγάρι πάνω απ’ τη θάλασσα
στον ουρανό τ’ αστέρια
μα πάνω από τα φώτα μας
πένθιμο πέπλο πέφτει

Αγέλες δούλων ξέσαρκων
κωπηλατούν βογγώντας
την αλυσίδα σου αν δε σπας
πάνω στο κουπί πεθαίνεις!

Το λοιπόν, σκλάβε, που βογγάς,
κουπί θα τραβάς αιώνια;
Κάλλιο στο κύμα θάνατος
στη θάλασσα που αφρίζει

Κουπί θα τραβάμε ίσαμε,   
το πλοίο στα βράχια να πέσει.
Ψηλά τις μαυροκόκκινες,
στο σφύριγμα του ανέμου!

Κι αν είναι σάβανο άθλιο
το αφρισμένο κύμα
πάνω απ’ τους μάρτυρες θα βγει
της αναρχίας ο ήλιος!

Στα όπλα, στα όπλα, σκλάβοι, ορθοί!
το κύμα ανεβαίνει, μουγγρίζει  
βροντές, αστραπές, κεραυνοί
χτυπούν τη μοιραία γαλέρα! 

Στα όπλα, στα όπλα, σκλάβοι, ορθοί!
Παλέψτε σκληρά, με καρδιά,
δικαιοσύνη ορκιστείτε να γίνει
κι ή θάνατο, ή λευτεριά!

δικαιοσύνη ορκιστείτε να γίνει
κι ή θάνατο, ή λευτεριά! 



Ιταλικό αναρχικό τραγούδι 
http://www.youtube.com/watch?v=TqJ5mjy9-mQ
http://www.youtube.com/watch?v=MNRZ_3zmJC4&feature=related
http://www.youtube.com/watch?v=bOx9Elo4pt4&feature=player_embedded


Παρασκευή 22 Ιουλίου 2011

Η μπαλάντα του Κυρ-Μέντιου

Δε λυγάνε τα ξεράδια
και πονάνε τα ρημάδια!
Kούτσα μια και κούτσα δυο,
της ζωής το ρημαδιό.

Mεροδούλι, ξενοδούλι!
Δέρναν ούλοι: αφέντες, δούλοι·
ούλοι: δούλοι, αφεντικό
και μ' αφήναν νηστικό.

Tα παιδιά, τα καλοπαίδια,
παραβγαίνανε στην παίδεια,                  10
με κοτρώνια στα ψαχνά,
φούχτες μύγα στ' αχαμνά!

Aνωχώρι, Kατωχώρι,
ανηφόρι, κατηφόρι
και με κάμα και βροχή,
ώσπου μού βγαινε η ψυχή.

Eίκοσι χρονώ γομάρι
σήκωσα όλο το νταμάρι
κ' έχτισα, στην εμπασιά
του χωριού, την εκκλησιά.                  20

Kαι ζεβγάρι με το βόδι
(άλλο μπόι κι άλλο πόδι)
όργωνα στα ρέματα
τ' αφεντός τα στρέμματα.

Kαι στον πόλεμ' "όλα για όλα"
κουβαλούσα πολυβόλα
να σκοτώνονται οι λαοί
για τ' αφέντη το φαΐ.

Kαι γι' αφτόνε τον ερίφη
εκουβάλησα τη νύφη                        30
και την προίκα της βουνό,
την τιμή της ουρανό!

Aλλ' εμένα σε μια σφήνα
μ' έδεναν το Mάη το μήνα
στο χωράφι το γυμνό
να γκαρίζω, να θρηνώ.

Kι ο παπάς με την κοιλιά του
μ' έπαιρνε για τη δουλειά του
και μου μίλαε κουνιστός:
― Σε καβάλησε ο Xριστός!                  40

Δούλεβε για να στουμπώσει
όλ' η Xώρα κ' οι Kαμπόσοι.
Mη ρωτάς το πώς και τί,
να ζητάς την αρετή!

― Δε βαστάω! Θα πέσω κάπου!
― Nτράπου! Tις προγόνοι ντράπου!
― Aντραλίζομαι!... Πεινώ!...
― Σουτ! Θα φας στον ουρανό!

K' έλεα: όταν μιαν ημέρα
παρασφίξουνε τα γέρα,                  50
θα ξεκουραστώ κ' εγώ,
του θεού τ' αβασταγό!

Όχι ξύλο! Φόρτωμα όχι!
Θα μου δώσουνε μια κόχη,
λίγο πιόμα και σανό,
σύνταξη τόσω χρονώ!

Kι όταν ένα καλό βράδι
θα τελειώσει μου το λάδι
κι αμολήσω την πνοή
(ένα πουφ! είν' η ζωή),                  60

η ψυχή μου θενά δράμει
στη ζεστή αγκαλιά τ' Aβράμη,
τ' άσπρα, τ' αχερένια του
να φιλάει τα γένια του!...

Γέρασα κι ως δε φελούσα
κι αχαΐρευτος κυλούσα,
με πετάξανε μακριά
να με φάνε τα θεριά.

Kωλοσούρθηκα και βρίσκω
στη σπηλιά τον Άη Φραγκίσκο:            70
-"Xαίρε φως αληθινόν
και προστάτη των κτηνών!

Σώσε το γέρο κυρ Mέντη
απ' την αδικιά τ' αφέντη
συ που δίδαξες αρνί
τον κυρ λύκο να γενεί!

Tο σκληρόν αφέντη κάνε
από λύκο άνθρωπο κάνε!..."
Mα με την κουβέντ' αφτή
πόρτα μού κλεισε κι αφτί.                  80

Tότενες το μάβρο φίδι
το διπλό του το γλωσσίδι
πίσου από την αστοιβιά
βγάζει και κουνάει με βια:

― "Φως ζητάνε τα χαϊβάνια
κ' οι ραγιάδες απ' τα ουράνια,
μα θεοί κι οξαποδώ
κει δεν είναι παρά δω.

Aν το δίκιο θες, καλέ μου,
με το δίκιο του πολέμου                  90
θα το βρείς. Oπού ποθεί
λεφτεριά, παίρνει σπαθί.

Mη χτυπάς τον αδερφό σου -
τον αφέντη τον κουφό σου!
Kαι στον ίδρο το δικό
γίνε συ τ' αφεντικό.

Xάιντε θύμα, χάιντε ψώνιο,
χάιντε Σύμβολον αιώνιο!
Aν ξυπνήσεις, μονομιάς
θά ρτει ανάποδα ο ντουνιάς.                  100

Kοίτα! Oι άλλοι έχουν κινήσει
κ' έχ' η πλάση κοκκινήσει
κι άλλος ήλιος έχει βγει
σ' άλλη θάλασσ', άλλη γη".



Κ. Βάρναλης


http://www.youtube.com/watch?v=v018Oz-brfU&playnext=1&list=PL93CF3D30847936B4

«Με τη σκέψη στην πατρίδα», όψεις της κοινωνικής ζωής των Ελλήνων Πολιτικών Προσφύγων στις χώρες της Ανατολικής και Κεντρικής Ευρώπης (1949-1974)

του Άρη Τσιούμα

Εισαγωγή

«Κι εμείς; Τι κάνουμε τώρα εμείς, οι μαχητές του ΔΣΕ; Με σφιγμένη την καρδιά αλλά και με την ακράδαντη πεποίθηση πως θα γυρίσουμε γρήγορα, πήραμε το δρόμο της ξενιτιάς! Δεν υπήρχε άλλη διέξοδος. Παιδιά αμούστακα κι ασπρομάλληδες, άντρες και γυναίκες, αγόρια και κορίτσια, μ’ ανοιχτές ακόμα τις πληγές πορευτήκαμε, λοιπόν, το Γολγοθά του αναγκαστικού εκπατρισμού, αφήνοντας πίσω μας ότι αγαπήσαμε πιότερο: το ρημαγμένο σπίτι, το ξεκληρισμένο χωριό, τη γριά μάνα, τον ανήμπορο πατέρα. Τη γυναίκα, τον άντρα, το γιο, τη θυγατέρα. Μωρά στην κούνια ή στην κοιλιά της μάνας. Την πατρίδα. Σκορπίσαμε και βρήκαμε πολιτικό άσυλο στις χώρες της Λαϊκής Δημοκρατίας. Από τις γειτονικές ως τις πιο απόμακρες, Τίρανα Σόφια, Βελιγράδι, Βουδαπέστη, Βουκουρέστι, Πράγα, Βαρσοβία, Βερολίνο, Μόσχα. Ως τη μακρινή Τασκένδη». 



(το χρονικό της πολιτικής μας προσφυγιάς στη Ρουμανία)

Το μεταναστευτικό και προσφυγικό ζήτημα αποτελεί ίσως το πιο μακροχρόνιο κοινωνικό φαινόμενο. Με μερικές εξαιρέσεις απρόσμενης καλοτυχίας, το μεταναστευτικό και προσφυγικό ζήτημα αποτελούσε πάντα μια ανοιχτή πληγή στο γερασμένο σώμα του πλανήτη. Οι αφηγήσεις όσων γίνανε μάρτυρες του εκπατρισμού με έναν από τους δεκάδες τρόπους που έχει σκεφτεί ο συλλογικός νους των κοινωνιών (πόλεμοι, ύφεση, πείνα, βασανισμοί, φυλακίσεις, ρατσισμός, εποικισμοί, κ.α.) ενέχουν την πιο τραγική πτυχή της πιο καλά φυλαγμένης μνήμης.

Τετάρτη 20 Ιουλίου 2011

Ρυτίδες

δεν έχω τίποτα πιά,
Να γυμνά τα χέρια μου¨
κωμικό συμπλήρωμα ανημποριάς
στραβοχυμένης
Σάρκας

Τώρα μονάχα ρυτίδες
στοιβάγματα ελεεινά
του αγριεμένου δρόμου
της Εμπειρίας 


Φορτώνω μεθοδικά
το κάρο του Χρόνου μου
με την τελευταία γενναία
Σοδειά του Ανεκπλήρωτου 

Κι ελπίζω
τα ανίκανα τούτα
Άκρα μου
να οπλιστούν
για μια στερνή φορά
...

Πέμπτη 14 Ιουλίου 2011

H Komintern (Γ' Κομμουνιστική Διεθνής) & το Μακεδονικό Ζήτημα.

H Komintern (Γ' Κομμουνιστική Διεθνής) & το Μακεδονικό Ζήτημα.
του Άρη Δ. Τσιούμα


Εισαγωγή

Το Μακεδονικό αποτελεί αρχικά ένα μεγάλο κομμάτι του ανατολικού ζητήματος.[1]  Με την χρήση του όρου «ανατολικό ζήτημα» μπορούμε να περιγράψουμε τα προβλήματα που προέκυψαν με την «αναδίπλωση» του «Μεγάλου ασθενούς», - της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας-  από τα Ευρωπαϊκά εδάφη που κατείχε, και την συνακόλουθη ανάδειξη των εθνικών ανταγωνισμών των νέων κρατών της Βαλκανικής, οι οποίοι επίδικο είχαν την αναδιανομή των εδαφών της. Το Μακεδονικό ζήτημα προκύπτει ως κομμάτι του Ανατολικού Ζητήματος με την ταυτόχρονη αφύπνιση του Βουλγάρικου εθνικισμού στα μέσα περίπου του 19ου αιώνα.[2]  Σε επόμενες χρονικές περιόδους και μετά την επανάσταση των Νεότουρκων το 1908 [3] και τη διεξαγωγή του Α’ Βαλκανικού Πολέμου με τον οποίο εγκαταλείπει οριστικά η Οθωμανική Αυτοκρατορία τη Μακεδονία, το Μακεδονικό παύει να αποτελεί κομμάτι του Ανατολικού Ζητήματος εξακολουθεί όμως να υφίσταται ως αυτόνομο ζήτημα που τίθεται πλέον υπό νέους όρους.